29/12/20

Η μουσική του 2020: μια ματιά σε έναν καλύτερο κόσμο


Σίγουρα αυτή η δύσκολη και ως ένα μεγάλο βαθμό δυσάρεστη χρονιά του Covid-19 έκλινε προς την αισιοδοξία και τη θετικότητα χάρη στη συνδρομή της τέχνης. Λογοτεχνία, σινεμά (συμπεριλαμβάνω και τις καλές τηλεοπτικές σειρές μαζί), εικαστικές τέχνες και βέβαια μουσική μας παρηγόρησαν και μας προσέφεραν μεγάλα πεδία απόδρασης από την καθημερινότητα, παράλληλα όμως μας βοήθησαν να βρούμε πιθανές ερμηνείες, αλλά και να στοχαστούμε λύσεις για τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα του καιρού μας.

Με τις παραπάνω σκέψεις, αποφάσισα να ασχοληθώ φέτος πιο επισταμένα με τη μουσική σκηνή, παρουσιάζοντας ξεχωριστή μουσικοκριτική για καθένα από τα άλμπουμ του δικού μου top-20, καθεμιά από τις πρώτες είκοσι μέρες του Δεκέμβρη. Έτσι προέκυψαν είκοσι κείμενα των 350-450 λέξεων.

Η υφολογική κατεύθυνση των μουσικοκριτικών είχε ως ένα βαθμό προαποφασιστεί, αλλά τελικά διαμορφώθηκε καθώς αυτές γράφονταν. Έχουμε να κάνουμε με σύντομα και όσο το δυνατόν στοχευμένα κείμενα, στα οποία γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί το μουσικό ύφος του κάθε άλμπουμ (όσο μπορεί αυτό να γίνει από έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει θεωρία μουσικής), να αντιστοιχηθούν οι πιο πιθανές επιρροές των καλλιτεχνών, αλλά και να κατανοηθούν οι ευρύτεροι πολιτικοί, κοινωνικοί και πολιτισμικοί συσχετισμοί. Παράλληλα, αρκετές είναι και οι προσωπικές-βιωματικές αναφορές, αφού άλλωστε και η επιλογή των άλμπουμ βασίζεται κατά βάση στο προσωπικό γούστο. Επίσης, που και που, δεν αποφεύχθηκε μια πιο ιμπρεσσιονιστική κριτική, με έννοιες αναπόδραστα θολές, όπως: “ατμόσφαιρα”, “αύρα” κλπ. 

Η λίστα με τα 20 μουσικά άλμπουμ που ξεχώρισα το 2020. Για να μεταβείτε στα κείμενα των παρουσιάσεων, ανατρέξτε στο blog, με το tag "blogovision2020"

  1. Liberato - Ultras

  2. Tom Misch, Yussef Dayes - What Kinda Music

  3. Domus - Lucid Dreaming

  4. Islandman - Kaybola

  5. Okysho - Kamala’s Danz

  6. Soft Power - Brink Of Extinction

  7. Bon Voyage Organization - La Course

  8. Ak' Chamel, The Giver Of Illness - The Totemist

  9. Kruder & Dorfmeister - 1995

  10. The Cappuccino Wizards - 1883 Juncture Bound

  11.  Maât - Solar Mantra

  12.  Lindstrom & Prins Thomas - III

  13.  Hail Spirit Noir - Eden In Reverse

  14.  Bent - Up In The Air

  15.  Och - II 

  16.  Caribou - Suddenly

  17.  Cantoma - Into Daylight

  18.  Algol Paradox - アルゴルパラドックス

  19.  AKSK - Things We Do

  20.  Arild Hammerø - Lerret

Περνώντας, τώρα, στο ζουμί, δηλαδή στην ίδια τη μουσική του 2020, ο συσχετισμός μεταξύ Covid-19 και φετινών κυκλοφοριών είναι αυτονόητος. Η Μαρία Παππά, σε άρθρο της στο Lifo, αν και ασχολείται -κατά τη γνώμη μου- υπερβολικά με την πιο ανούσια πλευρά του mainstream, αναφέρει εύστοχα: 

Για να περάσουμε, όμως, στην καραντίνα και το πόσο επηρέασε τη μουσική γενικότερα, η αλήθεια είναι ότι η φετινή είναι μία από τις πιο γόνιμες των τελευταίων χρόνων μουσικά. Η καραντίνα όχι μόνο περιόρισε τους μουσικούς, απεναντίας τους πείσμωσε ή τους έδωσε τη δυνατότητα να γίνουν πιο παραγωγικοί, παρά τα όποια εμπόδια και την απουσία των ζωντανών εμφανίσεων ή καλύτερα εξαιτίας της έλλειψης τους. 

Επομένως, πάμε να δούμε πως διαμορφώθηκε η μουσική σκηνή του 2020.

Πρώτο και θεμελιώδες χαρακτηριστικό της είναι η τεράστια ποικιλία ειδών, υφών και τάσεων, σε βαθμό που δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για κατευθύνσεις που ξεχώρισαν. Στο αχανές διαδικτυακό σύμπαν υπάρχει χώρος για να αναπτυχθούν πολλές σκηνές, με πλήθος κυκλοφοριών και αντίστοιχα διευρυμένους κύκλους οπαδών: το hip hop, το ψυχεδελικό ροκ, το indie, η dance (house, techno κλπ.), η ambient κ.α. 

Ειδικά, τώρα που η χρονιά φτάνει στο τέλος της και οι λίστες με τα best of… εμφανίζονται συνεχώς, ακούω εκπληκτικά άλμπουμ, που πιθανώς θα έμπαιναν στο δικό μου top-20. Τουλάχιστον θα αναφερθούν στο κείμενο αυτό, μαζί με κάποια ακόμη που σταδιακά επανεκτιμώ.

Σε αυτή, λοιπόν, τη χαοτική κατάσταση, θεωρώ ότι το είδος που πραγματικά ξεχώρισε και στιγμάτισε το 2020, όπως και τις προηγούμενες 2-3 χρονιές, είναι η τζαζ και ειδικότερα η νέα γενιά που κυριαρχεί στην Βρετανία, αλλά και παγκοσμίως. Πρόκειται για νέους σε ηλικία καλλιτέχνες, μεσοαστικής κοινωνικοοικονομικής τάξης, συχνά αλλά όχι αποκλειστικά έγχρωμους, που δημιουργούν τζαζ μουσική με αναφορές στο παρελθόν -ήχος Νέας Ορλεάνης, bebop, fusion- αλλά και εξωτερικές επιρροές -από hip hop, bass music, grime, house- καθώς και με μια σαφή κοινωνικοπολιτική διάσταση. Άλλωστε, ακόμα και η δομή, η λογική και το ύφος της συγκεκριμένης σκηνής -όπως και της τζαζ γενικότερα, από την επανάσταση της bebop και μετά- αντιτίθεται συνειδητά στην απλοϊκότητα του εύπεπτου εμπορικού τραγουδιού. Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με την πιο αιχμηρή και προοδευτική σκηνή της εποχής. 

Απόλαυσα τα άλμπουμ των Tom Misch & Yussef Dayes, Moses Boyd (κορυφαίο, αλλά το άκουσα αργά για να μπει στο top-20), Shabaka and the Ancestors (avant-jazz για απαιτητικούς ακροατές) και τη συλλογή Blue Note: Re-Imagined. Επίσης, εκτός Βρετανίας, τα άλμπουμ Kamala’s Danz των Ελβετών Okvsho και La Course των Γάλλων Bon Voyage Organisation.

Σε παραλληλία με τη τζαζ, μέσα στο 2020 άκμασε και το punk - post-punk. Δεν παρακολουθώ ιδιαίτερα το ιδίωμα αυτό, αλλά τα φετινά άλμπουμ των Idles, των Fontaines DC και των Protomartyr ακούστηκαν πολύ.  

Άρα, η άνθιση της ευρύτερης σκηνής της τζαζ και του πανκ, δύο μουσικών ρευμάτων με ιστορικά κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο και ηχητική ανατρεπτικότητα, κυρίως από νέους ηλικιακά μουσικούς 25-30 ετών δείχνει ότι η σύγχρονη μουσική δίνει τον δικό της αγώνα απέναντι στη γιγάντωση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, της καταστολής, της καταστροφής του περιβάλλοντος και του ρατσισμού. Και βέβαια, μαζί με τα δύο αυτά είδη, από ανάλογη νοοτροπία διακατέχονται και αντιπρόσωποι άλλων σκηνών, π.χ. του prog-jazz rock (Soft Power - Brink Of Extinction), του psych folk (Ak’chamel - The Totemist) του EDM (Romare - Home), του metal (Hail Spirit Noir - Eden In Reverse), της λόγιας μουσικής (Max Richter - Voices).

Με όλο αυτό το ξεδίπλωμα υπέροχων μουσικών δημιουργιών, πως να πάρει κανείς στα σοβαρά τα πλέον γνωστά παιχνίδια των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών, που κατασκευάζουν λαοφιλή είδωλα, τόσο mainstream, όσο και "εναλλακτικά"; Οι mainstream ακροατές φέτος άρχισαν να κουράζονται από το κακής ποιότητας, εκμεταλλευτικό για τη μαύρη μουσική και έμμεσα ή και άμεσα ρατσιστικό trap, οπότε οι ιθύνοντες της μουσικής βιομηχανίας τρέχουν και δεν φτάνουν. Βέβαια, στην Ελλάδα, μια σεβαστή μερίδα της νεολαίας ακόμα ακολουθεί τους τραγελαφικούς εντόπιους trappers.

Πλέον, η κοινωνική και πολιτική προοδευτικότητα είναι κυρίαρχη στη σύγχρονη μουσική σκηνή, όπως άλλωστε έγινε εμφανές στη σύνδεση των καλλιτεχνών με το κίνημα Black Lives Matter. Πέρα από τζαζ και hip hop κυκλοφορίες που ευθυγραμμίστηκαν με τα αιτήματα του κινήματος, τα δύο άλμπουμ των Sault με τη μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία είναι αντιπροσωπευτικά.

Τελικά, παρατηρούμε ότι ενώ η πολυμορφία των φετινών κυκλοφοριών προσέφερε μουσικές για κάθε ξεχωριστό γούστο (ας πούμε το δικό μου νο1 είναι το ηλεκτρονικό dance άλμπουμ του Ναπολιτάνου καλλιτέχνη Liberato, με τίτλο Ultras), σταδιακά συγκροτείται μια ενιαία αφήγηση. Κυρίως νέοι άνθρωποι με όραμα, μουσική παιδεία, υψηλή αισθητική και ειλικρινείς προθέσεις βρίσκονται στο προσκήνιο. Οι τάσεις και τα είδη ανακυκλώνονται και αναμιγνύονται καταλήγοντας σε πρωτότυπα, ακόμα και ρηξικέλευθα, αμαλγάματα, που εκφράζουν το σήμερα. Last but not least, μια πολυμέτωπη κριτική στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό δόγμα κυριαρχεί.

Βέβαια, εδώ είναι αναγκαίο να επεκταθούμε ελαφρώς, επειδή αυτή η κριτική δεν είναι πάντα σαφής και -ευτυχώς- σπάνια στρατευμένη. Μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως εξής: Πρώτον, προβολή μιας αισθητικής διαφορετικής από την ηγεμονική mainstream, μακριά δηλαδή από το στημένο και επιφανειακό στυλ της showbiz, προς μια γήινη, street και φρέσκια οπτική, που αφορά όχι μόνο τη μουσική, αλλά και το ντύσιμο των μουσικών, το artwork των δίσκων κλπ. Δεύτερον, μια underground απάντηση ισότιμης συνεργασίας, φιλίας και αλληλοεκτίμησης στον κύκλο δημιουργίας-παραγωγής, διάθεσης και κατανάλωσης της μουσικής. Τέλος, μια ευθεία και πλήρως συνειδητή κριτική στις πληγές που έχει φέρει ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός στη φύση, στον άνθρωπο και στην κοινωνία του. 

Κάπως έτσι, μέσα από τη σύγχρονη μουσική σκηνή χαράζει θαρραλέα το όραμα μιας πιο ποιοτικής, όμορφης, δημοκρατικής και αλληλέγγυας κοινωνίας. Αυτή βέβαια είναι μια από τις διαχρονικές ψυχολογικές και κοινωνικές λειτουργίες της τέχνης, το να μας υποβάλλει να βλέπουμε ακόμα και τις πιο τετριμμένες πλευρές της πραγματικότητας μέσα από μια πρωτοείδωτη οπτική και, ακόμα περισσότερο, να μας δίνει τη δυνατότητα να ρίξουμε μια φευγαλέα έστω ματιά σε έναν καλύτερο κόσμο*.


Εικόνα: Jim Flora - An Evening at Condon's 

*Εδώ γίνεται μια πιο εκλαϊκευμένη αναφορά στο λογοτεχνικό και ευρύτερα καλλιτεχνικό φαινόμενο της ανοικείωσης που είχαν επισημάνει και μελετήσει οι Ρώσοι Φορμαλιστές, αρχικά ο Βίκτορ Σκλόφσκι το 1925. Μεταφέρουμε τη λειτουργία της ανοικείωσης από τη λογοτεχνία στη μουσική. Όπως γράφει ο Δημήτρης Τζιόβας στη μελέτη του Μετά Την Αισθητική (2003): "Η τέχνη ανοικειώνει τα πράγματα που φαίνονταν οικεία ή έχουν καταντήσει αυτοματισμοί και μας ωθεί να τα δούμε από μια διαφορετική γωνία, παρακωλύοντας ή διασπώντας τους προσληπτικούς μηχανισμούς που έχουν γίνει αυτοματικοί." (βρήκα το απόσπασμα στη μελέτη Ιστορία και θεωρία των λογοτεχνικών γενών και ειδών)

24/12/20

Top-20 | 2020: #01. Liberato - Ultras (self-released)

Δεν μπορώ να πω ότι έχω κάνει και πάρα πολλά ταξίδια εκτός Ελλάδας, αλλά η Νάπολη είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πόλεις που έχω επισκεφτεί. Μια μεσογειακή ζεστή αίσθηση συνταιριάζεται με μια γοητευτική και γεμάτη νοσταλγία παρακμή ενός παλιού μεγαλείου. Περπατώντας στα αρχαία σοκάκια και στη μεγαλοπρεπή της παραλία, ένιωθα πως ανακάλυπτα κάτι για τον εαυτό μου.

Επομένως, η συνάντηση με το καλλιτεχνικό σύμπαν του Liberato ήταν σχεδον μοιραία. Ο Ναπολιτάνος καλλιτέχνης εμφανίστηκε το 2017 με μια σειρά τραγουδιών και youtube βίντεο σε σκηνοθεσία Francesco Lettieri. Σε όλα τα βίντεο, o τραγουδιστής, συνθέτης και παραγωγός από τη Νάπολη κρύβει το πρόσωπό του κάτω από μία μαύρη κουκούλα, ενώ πάντα φοράει ένα bomber jacket (“φλάιτ” τα λέγαμε παλιότερα) με τη λέξη “LIBERATO” κεντημένη στην πλάτη. Τα βίντεο αν και παρουσιάζουν μια αρκετά ξέγνοιαστη και κάπως τουριστική εικόνα της πόλης, εστιάζουν στη φτωχή της νεολαία, ακόμα και σε πιο περιθωριοποιημένες ομάδες, όπως οι μετανάστες από την Αφρική και τα μέλη της LGBT κοινότητας. Απο μουσικής άποψης, έχουμε να κάνουμε με ιδιοσυγκρασιακά alternative RnB τραγούδια, που μπλέκουν τη ναπολιτάνικη διάλεκτο με τα αγγλικά. Τα τραγούδια αυτά συγκεντρώθηκαν σε ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ το 2019, με τον τίτλο Liberato

Ήδη διακρίνουμε την αναζήτηση μιας πολιτικής ταυτότητας από τον κουκουλοφόρο μουσικό, ο οποίος σημειωτέον ότι, παρόλη τη μεγάλη του επιτυχία σε όλη την Ιταλία, παραμένει πεισματικά ανώνυμος. Βέβαια αυτή η κοινωνικοπολιτική κριτική έρχεται, ως ένα βαθμό, σε μια αντίθεση με τη mainstream απλοϊκότητα της μουσικής. Αυτή ακριβώς η αντίφαση θεραπεύεται με το δεύτερό του άλμπουμ, Ultras, το οποίο κατα τη γνώμη μου αποτελεί την καλύτερη μουσική κυκλοφορία του 2020. 

Το Ultras αποτελεί το soundtrack για το ομώνυμο κινηματογραφικό ντεμπούτο του F. Lettieri, με θέμα τη σκληρή ζωή των φανατικών οπαδών της ποδοσφαιρικής ομάδας της Νάπολης. Ο άνομος συνδυασμός ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον ρομαντισμό που αποτυπώνεται στο φιλμ, μεταφέρεται και στη μουσική. Ο Liberato  στρέφεται πλήρως προς τον ηλεκτρονικό ήχο, δομώντας ένα προσωπικό ύφος το οποίο αντλεί στοιχεία από το tech house, το breakbeat, το synthwave και την πρόσφατη αναβίωση της trance. Χορευτικά tracks γεμάτα οργή και δύναμη, όπως το επικό  Vienn' Ccà (part I) εναλλάσσονται με εξομολογητικά soulful τραγούδια, σαν το O Core Nun Tene Padrone, αλλά και εσωστρεφή ambient (Rione Terra). Διόλου αμελητέα η συμμετοχή του Robert Del Naja/3D των Massive Attack, που σίγουρα συντελεί στο γκρίζο αστικό trip hop στοιχείο. 

Σκληρότητα και ρομαντισμός, νοσταλγία και τεχνολογία. Για αρχή, προτείνω να ακούσετε και να δείτε το We Come From Napoli:

Στο Ultras, λοιπόν, ο Liberato χώνεται με τα μπούνια στην underground πλευρά, χωρίς να χάνει όμως την ανατρεπτική του ματιά στο mainstream. Κληρονομώντας την πολιτικοκοινωνική κριτική, αλλά και το δημιουργικό παιχνίδι με τη μακρά παράδοση της Νάπολης, που σηματοδοτούν το έργο καλλιτεχνών όπως ο Pino Daniele από τα 70s και οι 99 Posse στα 90s, δημιουργεί ένα πρωτάκουστο soundtrack για τη μυστηριακή και γοητευτική πόλη του Ιταλικού Νότου. Δηλαδή, δημιουργεί μουσική για να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας.