Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30/9/26

2026: Black Music Matters


Πριν λίγο καιρό στο νου μου ήρθε -ακαριαία ως αστραπη- η εξής σκέψη: αν δεν υπήρχαν οι παραδόσεις των “υπάλληλων”  εθνοτικών και κοινωνικοοικονομικών μειονοτήτων, πολύ απλά θα άκουγα πολύ λιγότερη ως και καθόλου μουσική! Το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της μουσικής που μου αρέσει παράγεται ή προέρχεται από τους πρώην αποικιοκρατούμενους λαούς της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, από τους Αφροαμερικάνους και τους Ρομά. Και βέβαια από τον ανεξάντλητο πλούτο των πολιτισμικών ανταλλαγων, που προέκυψαν λόγω της μετανάστευσης, της προσφυγιάς και της διασποράς. 

Κάπως έτσι και η λεγόμενη μαύρη μουσική των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία ξεκίνησε ήδη από τα τέλη του 19ου αι. στις κακόφημες φτωχογειτονιές της Νέας Ορλεάνης και τις δουλοπαροικίες των νότιων Πολιτειών, σταδιακά εξελίχθηκε και εξαπλώθηκε παγκοσμίως μέσα από τα είδη της τζαζ, του rock n roll, της funk, της soul, της disco, του hip hop και της house. Παράλληλα, ο τόπος που η μαύρη μουσική ουσιαστικά γεννήθηκε, όπως άλλωστε και το ίδιο το ανθρώπινο είδος, η Αφρική, ήδη από την περίοδο της αποαποικιοποίησης κατά τη δεκαετία του 1960 παράγει τη δική της μουσική, με μορφές όπως ο Fela Kuti και ο Mulatu Astatke. 

Με ένα απότομο πέταγμα στο σήμερα, σε μια κοινωνία που μαστίζεται από ρατσιστικες, αυταρχικές και φασιστικές τάσεις, η μαύρη μουσική, όπως είναι λογικό, είναι εδώ. Χωρίς διάθεση για νοσταλγία και τάσεις για revival, αλλά με σεβασμό στο μεγάλο της παρελθόν, εξελίσσεται συνεχώς, ενώ οι εκπρόσωποί της παίρνουν συχνά θέση για όλες τις προαναφερθείσες παραβιάσεις της Δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της οικολογικής ισορροπίας. Βέβαια, και θέση ξεκάθαρη να μην έχουν, η ίδια τους η μουσική με τους πολιτισμικούς της υβριδισμούς, οι οποίοι αψηφούν κοινωνικές τάξεις, έθνη και φυλές, είναι ιδιαίτερα εύγλωττη. 

Ήδη κατά τη χρονιά που διανύουμε τα παρακλάδια της μαύρης μουσικής έχουν απλωθεί δυναμικα και αγέρωχα, με μια σειρά ενδιαφερόντων ως και συναρπαστικών κυκλοφοριών. Η 2ωρη Spotify / YouTube playlist που συνοδεύει αυτό το κείμενο εμπεριέχει αρκετές από αυτές, όσες έχω κατορθώσει να ακούσω. Για να μην χαθούμε, έχω κάπως εστιάσει στην πιο street και λαϊκή πλευρά της μαύρης μουσικής του 2026, δηλαδή σε hip hop, electronica, afro-funk και στη τζαζ που απομακρυνεται από κάθε ακαδημαϊσμό.


 

Youtube Music

Από όσες κυκλοφορίες εμπεριέχονται στην playlist, θα επικεντρωθούμε σε 10 φετινά full-length μαύρης μουσικής. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα δεν τα έχω ακούσει σε ικανοποιητικό βαθμό, συνεπώς θα αναφερθώ σε αυτά εν τάχει, με λίγα λόγια για το καθένα, περισσότερο ως υπενθύμιση και στον ίδιο μου τον εαυτό να τα ακούσει ξανά και ξανά, αλλά και ως προτάσεις στους αναγνώστες. 


Wyclef Jean - Q Theory - Quantum Leap, Vol. 2 (Sodo Mood Lab / Megaforce)

Ο διάσημος ράπερ, πάλαι ποτέ μέλος των Fugees, μετά από μια σημαντική και εμπορικά επιτυχημένη πορεία στη μουσική βιομηχανία, κυκλοφορεί έναν καθαρόαιμο τζαζ δίσκο, κομμάτι μιας εν κυκλοφορία σειράς άλμπουμ, με τίτλο Quantum Leap, στα οποία παρουσιάζει την παλέτα των μουσικών του ενδιαφερόντων. Έχοντας κορυφαίους καλεσμένους, όπως ο Robert Glasper  και ο Yussef Dayes, ο Wyclef Jean δημιουργεί ένα αμάλγαμα που συνενώνει τη δεξιοτεχνία της fusion, τη γλυκύτητα της cool latin jazz και τη γνήσια έκφραση της λαϊκής μουσικής της πατρίδας του, της Αϊτής. 


Ezra Collective - Here Because of Hope (Partisan Records)

Η κολεκτίβα - ναυαρχίδα της UK jazz στο τέταρτο άλμπουμ της δημιουργεί μια λαϊκή, λαοφιλής -τολμω να πω, ποπ- εκδοχή της τζαζ, με σαφείς επιρροές από μουσικά είδη που έφεραν οι μετανάστες από Αφρική και Καραϊβική στο νησί, δηλαδή reggae και dub, latin και afro, αλλά και hip hop. Η διάθεση ανεβασμένη, ο στοχασμός ισχυρός και φυσικά, το κοινωνικοπολιτικό μήνυμα υπέρ της πολυπολιτισμικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης σαφές.


Pigeon - Outtnational (Memphis Industries Lmt.)

Στο ντεμπούτο τους full-length, οι Βρετανοί Pigeon, με frontman τον απίστευτο Falle Nioke, παντρεύουν το αφρικάνικο funk και disco με μια πειραματική, ατμοσφαιρική μα και επιθετική εκδοχή του ροκ, η οποία φέρνει κοντά krautrock, post-punk, μα και γνησιότατο punk! Δύσκολο να ακουστεί κανείς πρωτότυπος στη σύγχρονη μουσική σκηνή, μα οι Pigeon το κατορθώνουν, παραμένοντας ουσιαστικοί, τόσο καλλιτεχνικά, όσο και κοινωνικοπολιτικά, καθώς υπερασπίζονται τα δικαιώματα των μειονοτήτων και της πραγματικότητας της διασποράς. 


Vince Staples - Cry Baby (Loma Vista/ Section Eight Arthouse)

Αυτό είναι το πρώτο άλμπουμ του Vince Staples που ακούω, επειδή τον θεωρούσα ένα μέσο mainstream ράπερ. Όμως προφανώς έκανα λάθος, επειδή στο Cry Baby πλάθει ένα σκληρο, groovy μα μελετημένο post-punk - hip hop υβρίδιο, για να μιλήσει ορθα, κοφτά και ειρωνικά για το αμετάκλητο τέλος του αμερικανικού ονείρου στις ΗΠΑ του τραμπισμού, των οικονομικών ανισοτήτων και της υπερκατανάλωσης. 


Brian Jackson - Now More Than Ever (BBE Music)

Ο Brian Jackson είναι μια μεγάλη μορφή της μουσικής σκηνής των 70s, καθώς αποτέλεσε τον βασικό συνεργάτη του Gil Scott Heron. Μαζί κυκλοφόρησαν μια σειρά κλασικών και επιδραστικών άλμπουμ, που άνοιξαν τον δρόμο για το hip hop και τη dance. Στο Now More Than Ever, o παλαίμαχος μουσικοσυνθέτης παρουσιάζει νέες εκδοχές από τα πιο διάσημα τραγούδια εκείνων των άλμπουμ, εκσυχρονισμένες μουσικά και στιχουργικά διασκευές, με ένα πλήθος αξιόλογων καλεσμένων, σε παραγωγή των Masters At Work (Louie Vega και Kenny Dope). Το αποτέλεσμα είναι χαλαρό, χορευτικό, δεξιοτεχνικό̇: ιδανικό για κινητοποιήσει νου, ψυχή και σώμα. Ένα πανόραμα της μαύρης μουσικής. 


Thandii, Regalado - Coco Okayo (Sama Sama Records)

Ένα άλμπουμ πραγματικός θησαυρός, προϊόν συνεργασίας του βρετανικού ντουέτου Thandii (Jess Berry και Graham Godfrey) και του Φιλιππινέζου drummer Regalado. Θεωρώ ότι το κάπως “ελαφρύ”εξώφυλλο αδικεί το περιεχόμενο αυτού του δίσκου, το οποίο αποτελείται από λυσεργικές μα και δυνατές γκρούβες ψυχεδελικού soul funk, με γερές afro και latin δόσεις. Παράλληλα, οι συνθέσεις είναι αξιοσημείωτες, κάτι όχι τόσο συνηθισμένο στα άλμπουμ αυτου του ύφους, αλλά πιθανόν και ευρύτερα στη σύγχρονη μουσική σκηνή. 


Jazzbois - Jazzbois Around The World (Blunt Shelter Records)

Το nu jazz γκρουπ από τη Βουδαπέστη πάντα φλέρταρε έντονα με το hip hop, οπότε το φετινό του άλμπουμ αποτελεί μια λογική εξέλιξη του ήχου του, καθώς οι Jazzbois συνεργάζονται με MCs από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη (Ουγγαρία, Βρετανία, Ισπανία). Τα μέλη της μπάντας συνοδεύουν με έναν boom bap - trip hop μινιμαλισμό το ρεσιτάλ των guests. Κάπως έτσι, το όλο εγχείρημα σφραγίζεται από ένα raw μα και συναισθηματικά ζεστό street ύφος.  


Muff Dada & Know.Høw - Sun Above a Death Party (Timewarp Records)

Οι δύο Έλληνες μουσικοί και παραγωγοί -ο Muff Dada από Αθήνα και ο Know.Høw από Κρήτη- συνεργάζονται, δωρίζοντάς μας ένα άλμπουμ που ακολουθεί δημιουργικά τον ήχο που έχει καθιερώσει η αξιόλογη αθηναϊκή δισκογραφική Timewarp Records (αν δεν τη γνωρίζετε, εννοείται πως αξίζει να την ψάξετε). Δηλαδή έχουμε ένα σύνολο τραγουδιών που κινούνται ανάμεσα στο downtempo και το trip hop, καθώς και το ηλεκτρονικό funk και τα breaks, ενώ οι jazz και οι dub επιρροές δεν λείπουν. Οι guest τραγουδίστριες, τραγουδιστές και MCs είναι όλες/-οι τους εξαιρετικοί/-ες, με ένα πάθος πάνω από τον ψυχρό επαγγελματισμό. Ένα άλμπουμ που φανερώνει πόσο ψηλά βρίσκεται η ελληνική σκηνή σε αυτόν τον ήχο. 


Mitchum Yacoub - A Way In (All-Town Sound)

Ο Αιγυπτιακής καταγωγής Αμερικανός drummer και περκασιονίστας Mitchum Yacoub, με αξιοπρόσεχτη θητεία στην ορχήστρα Egypt 80 με επικεφαλής τον γιο του Fela, Seun Kuti, μας έρχεται φέτος με ένα άλμπουμ afrolatin jazz funk μουσικής. Ο ρυθμός φυσικά κυριαρχεί, καθώς συναντά ωραίες μελωδίες, πλούσιες ενορχηστρώσεις και μια soul ευαισθησία για την οποία κυρίως υπεύθυνες είναι οι τραγουδίστριες Divina και Lourdes Iri. 


Jaul & KK - In Flux (Pipeline Music Lab)

Αποφάσισα να κρίνω κάπως αυστηρά το αρκετά επιτυχημένο φετινό άλμπουμ του Έλληνα ράπερ Jaul, επειδή πιστεύω ότι αυτό αξίζει σε έναν καλλιτέχνη που ανέβηκε στο πλοίο Freedom Flotilla για τη Γάζα. 

Από τη μία πλευρά βρήκα κάποια υπέροχα στοιχεία στο In Flux, κυρίως την παραγωγή του ΚΚ, η οποία είναι φουλ προσεγμένη και -το πιο σημαντικό- εντελώς soulful, funky, dubby και old school, χωρίς να γίνεται αναχρονιστική. Παράλληλα, o Jaul και οι guests συχνά πλέκουν ευφυή verses, που γίνονται ακόμα καλύτερα όταν ενδύονται μια ωραία κοινωνικοπολιτική κριτική. Από την άλλη πλευρά, το In Flux στιχουργικά και ευρύτερα ως ύφος δεν υπερβαίνει τόσο συχνά (όσο εγώ θα ήθελα;) αυτή την “μάγκικη” και τελικά κάπως επιφανειακή αυτοαναφορικότητα του δρόμου και της άμεσης εμπειρίας. Ωστόσο γεγονός είναι ότι δεν πέφτει με τίποτα στον τυπικό στο ελληνικό hip hop πεσιμισμό. Αντιθέτως ο Jaul παραμένει αισιόδοξος, θυμωμένος και γεμάτος ελπίδα. 


Θα κλείσουμε αυτή μας την περιδιάβαση σε αυτή την επιλογή από  hip hop, jazz, afro, funk κυκλοφορίες του 2026, με κάποιες σκέψεις που διατύπωσε ο Stuart Hall σε άρθρο του το 1991, σκέψεις που ταιριάζουν ταμάμ στο θέμα μας:

Αλλά το δεύτερο, πιο εκπληκτικό πράγμα είναι ότι οι άνθρωποι (...) θέλουν να σας πουν για το πώς, προερχόμενοι από το μικρότερο χωριό, βρέθηκαν στις πιο μακρινές γωνιές του πουθενά κι έπειτα πως πήγαν κατευθείαν από τη Νέα Υόρκη στο Λονδίνο. Θέλουν να μιλήσουν για το πώς είναι η μητρόπολη, πώς μοιάζει ο κοσμοπολιτισμός σε έναν εκπρόσωπο μιας εθνότητας. Δεν ήταν προετοιμασμένοι ώστε να εμφανιστούν ως “ethnic καλλιτέχνες”: «Θα σας δείξω τις χειροτεχνίες μου, τις ικανότητές μου, θα ντυθώ θεωρητικά σύμφωνα με τις παραδόσεις μου, θα μιλήσω την ντοπιολαλιά μου για τη δική σας πληροφόρηση» Αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να έχουν αναφορά σε κάποιο τόπο, αλλά ήθελαν και να αντιμετωπίσουν προβλήματα που δεν μπορούσαν πλέον να περιληφθούν σε μια στενή εκδοχή της εθνότητας. Δεν ήθελαν να οπισθοδρομήσουν και να υπερασπιστούν κάτι που ήταν αρχαίο, που είχε μείνει ακίνητο, που είχε αρνηθεί το άνοιγμα σε νέα πράγματα. Ήθελαν να μιλήσουν πέρα ​​από αυτά τα όρια και πέρα ​​από αυτά τα σύνορα.


Stuart Hall,  "The Local and the Global: Globalization and Ethnicity" 

(η μετάφραση πραγματοποιήθηκε από μένα)


Εικόνα: Παρίσι 2018

6/5/26

Μουσική: ένα καύσιμο αντίστασης στα simulacra του σήμερα

Οι μουσικές κυκλοφορίες του 2026, όπως άλλωστε και κάθε χρονιάς, τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και όσο μπορώ, ξεδιαλύνω όσες εκτιμώ ως αξιόλογες, ώστε να παρουσιαστούν με μια "αφηγηματική" σειρά στη λίστα Music is my fuel. 

To καλοκαίρι σιγά-σιγά κάνει την εμφάνισή του, ο καιρός φτιάχνει, συνεπώς το άλλωστε θερινό μας γούστο στη μουσική αναμειγνύεται πιο βαθιά με την περιρρέουσα κλιματική ατμόσφαιρα. Από την άλλη πλευρά, οι μουσικές επιλογές και αυτής της λίστας θεωρώ πως αντιτάσσονται αρκετά στην πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η οποία κατακλύζεται από τον πόλεμο και τη βία, τις φασίζουσες πολιτικές και την αδιαφορία του μέσου πολίτη, αλλά και από την κυριαρχία της AI και της κοινωνικής δικτύωσης σε επίπεδο προβληματικό. 

Kαλλιτέχνες που εμπεριέχονται σε αυτό το playlist, όπως ο Nightmares on Wax, o Larry Heard/ Mr. Fingers, ο Superpitcher, ο Anchorsong, οι Payfone, ο Prins Emanuel, εμπιστεύονται χωρίς ανασφάλειες το έργο τους και την καλλιτεχνική δύναμη της μουσικής εν γένει. Έτσι, δεν καταφεύγουν σε μέσα promotion, όπως αυτά που ανέδειξε πρόσφατο άρθρο του Guardian:  εταιρίες marketing δημιουργούσαν ψεύτικα διαδικτυακά προφίλ οπαδών indie συγκροτημάτων ώστε να τα προωθήσουν! Προφανώς, έχουμε να κάνουμε με μια τακτική, ένα μεταμοντέρνο simulacrum, που, όχι μόνο τραυματίζει την ανεξάρτητη σκηνή, αλλά και φανερώνει έλλειψη σεβασμού στο ίδιο το ακροατήριο. 

Βέβαια, το playlist για το οποίο μιλάμε εδώ ανήκει στο Spotify, που χαρακτηρίζεται από μία σωρεία προβληματικών και σκοτεινών ακόμα πλευρών, ωστόσο έχω την πίστη πως οι ακροάτριες και οι ακροατές που παιδεύονται -δηλαδή γουστάρουν τόσο την παιδεία όσο και το παίδεμα- έχουν την ικανότητα να αξιοποιούν τα media και όχι να χειραγωγούνται από αυτά. 

Ο Μάης είναι εδώ, το καλοκαίρι πλησιάζει: ακούμε μαγικές μουσικές και αντιστεκόμαστε σε κάθε αντιδημοκρατική τάση, άρα και σε αυτή την τεχνοκρατική λογοκρισία της ελεύθερης ανάσας μας. 


Στη φωτογραφία ένα mural του καλλιτέχνη Millo στη Βαρκελώνη. 

27/12/25

Η μουσική στο 2025: ένας άνεμος δημιουργίας κόντρα στη βία, στον ρατσισμό και στον αυταρχισμό

Τί να πούμε για αυτό το έτος, το 2025; Η μουσική, όπως και κάθε τέχνη, μπλέχτηκε μέσα στο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό του γίγνεσθαι, εμπλουτίζοντας την εποχή μας, αλλά και ευτυχώς κοντράροντας τις ηγεμονικές της κατευθύνσεις.

Και ποιες ήταν αυτές οι κατευθύνσεις; Διαβάζοντας το αξιόλογο μα και σίγουρα απαισιόδοξο άρθρο του Νικόλα Σεβαστάκη για τον απολογισμό της χρονιάς, τις βλέπεις να ξεδιπλώνονται μπροστά σου: πόλεμος και βία, αυταρχισμός και ρατσισμός, κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Παγκόσμιο ναδίρ η γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού στη Γάζα. Αλλά και στη χώρα μας, μια αίσθηση αλαζονείας που μένει ατιμώρητη κυριαρχεί: υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν εγκαταλείπω τη θεμελιώδη ιδέα ότι η ανθρωπότητα, όσο προχωρά, καλυτερεύει, αλλά τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει πέσει σε μια επικίνδυνη σπείρα.

Ο Χέρμπερτ Μαρκούζε σε ομιλία του στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 1967, έλεγε: 

Όλες οι υλικές και διανοητικές δυνάμεις, που μπορούν να δραστηριοποιηθούν για την πραγμάτωση μιας ελεύθερης κοινωνίας, είναι εδώ, παρούσες. Το γεγονός, ότι δεν δραστηριοποιούνται, οφείλεται στην ολοκληρωτική επιστράτευση της κατεστημένης κοινωνίας εναντίον των ίδιων της των απελευθερωτικών δυνατοτήτων. 

Κοντά 60 χρόνια μετά, οι σκέψεις του Γερμανού στοχαστή ισχύουν περισσότερο παρά ποτέ. Οι τεχνολογικές εξελίξεις, ακόμα και η τόσο αμφιλεγόμενη ΑΙ με την αλματώδη ανάπτυξη, ειδικά μέσα στο 2025, θα μπορούσαν να πάρουν έναν δρόμο προς την απελευθέρωση, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία. Ωστόσο, η “κατεστημένη κοινωνία”, η ηγεμονική ιδεολογία, η οποία συγκροτείται από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ, κατά βάση απομακρύνει, όχι μόνο την τεχνολογία, αλλά και το σύνολο της κοινωνίας από αυτόν τον δρόμο.

Βέβαια, σε ολόκληρο τον κόσμο κινούνται άτομα και συλλογικότητες που κοντράρουν τις παραπάνω κατεστημένες ιδεολογικές κατευθύνσεις. Έτσι και ένα μεγάλο μέρος της τέχνης και συνεπώς η μουσική, ειδικά στις πιο εναλλακτικές (alternative), ανεξάρτητες (indie) και υπόγειες (underground) εκφράσεις της, αξιοποιεί τη δύναμη της ώστε να αρθρώσει κριτική στον ηγεμονικό λόγο, αλλά και να προσφέρει, έστω σε ένα αισθητικό και δημιουργικό επίπεδο, διεξόδους συνεργασίας, διαπολιτισμικότητας, δράσης “από τα κάτω” και δημοκρατικότητας. Όπως τραγουδάνε και οι Arsenal στο "Barbara", από το άλμπουμ τους Okan Okunkun, που επέλεξα ως νο1 για το 2025: 

This man is pulling me down,

I wanna jump, I can hear the sounds

Clap you hands and give me love.

Η μουσική μας δίνει τη μαγιά για έναν καλύτερο κόσμο, είναι στο χέρι μας να την αξιοποιήσουμε για μια καλύτερη προσωπική και δημόσια ζωή. 

Θα κλείσω αυτό το κείμενο με ένα τραγούδι εκτός των 20 άλμπουμ που παρουσιάστηκαν σε αυτό το blog, ίσως το καλύτερο τραγούδι του έτους, ένα instant classic: Lady Blackbird vs. Crooked Man - Purify



Ακολουθούν τα 20 άλμπουμ του 2025 που μου άρεσαν σε μια, όσο είναι δυνατό, ιεραρχική σειρά. Η βαθύτερη και πιο διαχρονική αξία των άλμπουμ αυτών θα φανεί στο πέρασμα του χρόνου. Ο  Βαλάντης Τερζόπουλος στο άρθρο για το δικό του top-20 γράφει: "είναι, απλώς, το αποτύπωμα μιας χρονιάς όπως πραγματικά την βίωσα σε πραγματικό χρόνο." Φυσικά, συμφωνώ μαζί του. 

Τσεκάρετε, παράλληλα, και τις δύο λίστες Music is my fuel (η πρώτη και η δεύτερη), με tracks του έτους.

01. Arsenal - Okan Okunkun 

02. Ptaki Polski - Ptaki Polski 

03. Birdsnake - Biofilter 

04. The South Hill Experiment - Earthbreaks 

05. Zeitgeist Freedom Energy Exchange - Inspire /// Radicalise

06. Gates of Dawn - III 

07. Pig&Dan - Journey Within 

08. Floating Points - Lazarus Soundtrack

09. Humble B Flat - Blessings Of The Sun 

10. Sewell and the Gong - Patron Saint Of Elsewhere

11. Zangoma - Faka Mulilo

12. Chaos in the CBD - A Deeper Life

13. King Garcia - Hamelin 

14. Madrid De Los Austrias - Tercero 

15. Sunbörn Meets Clap! Clap! - Earth Is Begging 

16. ANAN - Room 

17. Liberato - III 

18. Sandwell District - End Beginnings

19. Eric Hilton - Midnight Ragas

20. Emancipator & Lapa - Stories Of The Melting Sun


28/12/24

Απολογισμός των ακροάσεων του 2024: 10 EPs & singles

Θα ξεκινήσω τον καθιερωμένο πλέον απολογισμό των μουσικών ακροάσεων της χρονιάς με μια εξίσου χρόνια διαπίστωση: όπως και στο τέλος του κάθε έτους, έτσι και στο φινάλε του 2024 ένιωσα πως, πρώτον, δεν άκουσα τόση μουσική όση θα ήθελα και δεύτερον δεν άκουσα αρκετά όσες από τις κυκλοφορίες αγάπησα περισσότερο. Παρόλα αυτά, η τέχνη της μουσικής στάθηκε για ακόμα μια φορά ένα σταθερός σύντροφος το ‘24. Συνεπώς, οι δύο λίστες των μουσικών κυκλοφοριών του έτους δεν διακατέχονται από καμία απαίτηση αντικειμενικότητας, αντιθέτως, χωρίς πλέον ψευδαισθήσεις, καταγράφουν ό,τι βλέπουν “τ’ άγρυπνα μάτια της ψυχής” που λέει κι ο ποιητής. Δηλαδή, τα 10 EPs/ singles (παρουσιάζονται σε αυτή την ανάρτηση) και 10 full-length άλμπουμ (θα παρουσιαστούν στην επόμενη) του 2024 έχουν επιλεχθεί βάσει των εξής σκέψεων:

α. Συμπεριλήφθηκαν δουλειές ή, καλύτερα, δημιουργίες που με συντρόφευσαν συναισθηματικά σε μία ομολογουμένως περίεργη χρονιά, με πολλά κι έντονα ups & downs, αλλά ακόμα περισσότερα μου έδωσαν τη δύναμη για καλύτερη σκέψη και πράξη.

β. Προσπάθησα να εντάξω και κυκλοφορίες που ανακάλυψα, περισσότερο ή λιγότερο μόνος μου, δηλαδή μέσω ψαξίματος στο Bandcamp π.χ. ή μετά από ξεψάχνισμα στις προτάσεις του Spotify και επομένως δεν εντοπίστηκαν σε άλλες λίστες του 2024, προς το παρόν τουλάχιστον.

γ. Έγινε μια απόπειρα για υπέρβαση του διπόλου mainstream vs. indie/ underground, ωστόσο η τάση προς τον πρώτο πόλο οπωσδήποτε παραμένει. 

δ. Φυσικά, εντός των λιστών θα βρείτε κυκλοφορίες που πετυχαίνουν, κατά τη γνώμη μου, δύο στόχους: i) να προτείνουν φρέσκα στιλ ή στιλιστικά υβρίδια και ii) να έχουν να πουν κάτι (οι περισσότερες από αυτές) για το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι που μας κλωθογυρίζει. 

Ας ξεκινήσουμε με τα EPs & singles 

(H εικόνα του κάθε εξωφύλλου αποτελεί link για το αντίστοιχο άλμπουμ)


10. Caral - Lo Oscuro

Το ντεμπούτο EP του Caral από το Μπουένος Άιρες εμπεριέχει ένα ορχηστρικό downtempo reggaeton προικισμένο με ονειρική ατμόσφαιρα, αλλά και το ηχόχρωμα της φιλόξενης μποέμικης λαϊκότητας του tango.







09. Michael Sebastian & Friends - Move

Ο κιθαρίστας M. Sebastian τζαμάρει με την παρέα των καλλιτεχνικών του συνοδοιπόρων, με το αισιόδοξο ψυχολογικώς αποτέλεσμα να κινείται κάπου ανάμεσα στην jazz-pop του Tom Misch, τον urban ήχο του US hip hop και soul και τις πάντα ζωτικές αφρικάνικες ρίζες. 





08. Evening News - New World

Νέα μπάντα από την Αυστραλία στην παρθενική της κυκλοφορία ακολουθεί τα βήματα των Mildlife, προσθέτοντας μια πινελιά dance -να πούμε house; να το πούμε IDM;- σπιρτάδας στο εντελώς ενδιαφέρον μοντέρνο funky-jazz-fusion υβρίδιο που έχει μαγειρέψει. 







07. The Clean Trip - The Clean Trip

Σε αυτό το project, o κιθαρίστας Max Essa συνεργάζεται με τον παραγωγό David Harks για να μας χαρίσουν ένα μπουκέτο μοντέρνων balearic tracks, με ρυθμούς ράθυμους, ονειρώδεις μελωδίες που νοσταλγούν τα 80s και μια υφέρπουσα ροκ αλητεία.




06. MF Tomlinson - We Are Still Wild Horses Remixed

Έμαθα τον τραγουδοποιό MF Tomlinson μέσα από αυτό το EP, στο οποίο νέοι παραγωγοί ρεμιξάρουν κάποια τραγούδια του περσινού του άλμπουμ. Αν έχετε λατρέψει το remix των Beyond the Wizards Sleeve στο Roscoe των Midlake, ακούστε αυτή τη δουλειά!




05. Infra Disco - Aqua Cheta

To Aqua Cheta αποτελεί μια λυρική αποτύπωση της μαγείας του νερού - μάλιστα στη βινυλιακή έκδοση το κάθε ορχηστρικό track συνοδεύεται και από ένα σύντομο ποίημα. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ το EP ξεκινά όμορφα αλλά σε ένα τυπικά balearic ήχο, όσο προχωρά εμπλουτίζεται με στοιχεία jazz, latin και αραβικής μουσικής. 



04. ddwy - Spinning Stones

Το ντουέτο των ddwy αποτελείται από την τραγουδίστρια nangi και τον παραγωγό Inner Totality. Πέρσι κυκλοφόρησαν το full-length ντεμπούτο τους , το οποίο είχα βρει ενδιαφέρον, αλλά κάπως αδύναμο. Φέτος όμως, με αυτό το EP έχουν σαφώς βελτιωθεί, στήνοντας ένα προσωπικό στιλ, το οποίο θα χαρακτήριζα ως midtempo minimal kraut tribal trance… 



03. Vakula & LG - Dipsync

Ο Ουκρανός Vakula μετα από μια σειρά μακρόσυρτων άλμπουμ με τελετουργικό new age, επιστρέφει δυναμικά, σε συνεργασία με τον νέο παραγωγό LG, με συγκλονιστικό techno, σφραγισμένο με βαθιές μνήμες της kosmische σκηνής. 





02. Birdsnake - Birdsnake Begins

Για το ντεμπούτο EP αυτής της τρελής μελβουρνέζικης παρέας -μέλος της παίζει και στους προαναφερθέντες Evening News- έχουμε ξαναγράψει εδώ. Οπότε, απλά να σημειώσω πως έχουμε να κάνουμε με krautrock επιρροής dubby trip hop, το οποίο ανοίγεται σε μια, αξιοσημείωτα δεμένη, περιπετειώδη εξέλιξη. 




01. Sidi Bou Said - Sidi Bou Said

Το ντουέτο των Sidi Bou Said αποτελείται από τους Μιλανέζους Paolo Russi (μέλος των Discojuice) και Marco Lanfranchi. Στη σαγηνευτική τους μουσική, επιστρατεύουν ένα ύφος που γνωρίζουν καλά, δηλαδή ένα μίγμα από balearic disco και deep house, για να αναπαραστήσουν την πολυπολιτισμικότητα της τυνησιακής πόλης Sidi Bou Said, όπου συναντιούνται μοναδικά η ευρωπαϊκή και η αραβική Μεσόγειος. Συνεπώς οι εντονότατες και αρχέγονες, θα έλεγα, νοτιοϊταλικές και βορειοαφρικανικές επιρροές απογειώνουν το σκηνικό με τρόπο ανεπανάληπτο.

29/11/24

Conifére - L'Impôt du Sang: επαναστατικό, παθιασμένο και νοσταλγικό black metal από το Μόντρεαλ του Καναδά

Δεν είμαι βέβαιoς αν το L'Impôt du Sang των Conifére είναι το καλύτερο άλμπουμ της χρονιάς... αυτός όμως που μπορώ να δηλώσω με βεβαιότητα είναι πως πρόκειται για το πιο απολαυστικό άλμπουμ της χρονιάς. Μια δισκογραφική κατάθεση που έχω ακούσει πολλές φορές ήδη, περισσότερο από κάθε άλλη κυκλοφορία του 2024- ανεξαρτήτως είδους και ύφους- και συνεχίζω να ακούω με μεγάλη ευχαρίστηση. Κι αυτό επειδή το black metal συγκρότημα από το Μόντρεαλ του Καναδά παντρεύει αλλόκοτα και γοητευτικά τη μελωδία και την αγριότητα, την οργή και το πανηγύρι. 

Βέβαια, το άρθρο που ακολουθεί δεν έχει μονάχα διθυραμβικό, αλλά και κριτικό χαρακτήρα, καθώς το μουσικό ύφος, το  πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο οι Conifére κινούνται, καθώς και οι ευρύτερες επιρροές τους σχηματίζουν ένα υλικό ταμάμ για αισθητικό, αλλά και πολιτικοκοινωνικό σχολιασμο. Ας μπούμε, λοιπόν -όπως θα έλεγαν και οι φίλοι μας οι Emperor- στο μαγικό emperium των Conifére.

Πρώτα απ’ όλα, ο ιδιοσυγκρασιακός ήχος της μπάντας αξίζει την προσοχή μας: από τη μια πλευρά έχουμε ένα ενεργητικό, μελωδικό και επικό black metal, με μικρά μα ουσιαστικά ακουστικά διαλείμματα, ένας ήχος που χρωστά πολλά στην νορβηγική σκηνή των 90s, ειδικότερα στα folk, ψυχεδελικά και επικολυρικά πειράματα των πρώτων άλμπουμ των Enslaved και των In The Woods. Παράλληλα, όμως, διακρίνουμε και σαφείς επιρροές από τον ευρύτερο χώρο του punk, ακόμα και του hardcore, θα έλεγα κυρίως από neocrust μπάντες, όπως οι προ δεκαπενταετίας - εικοσαετίας θεμελιωτές της crust αναβίωσης Fall Of Efrafa. Ωστόσο, οι Conifére διαφοροποιούνται, καθώς ξεφεύγουν αφενός από αυτόν τον κραυγαλέο ηχητικό όγκο που κυριαρχεί σε ένα μεγάλο μέρος του ακραίου metal σήμερα, ακόμα και στις πιο underground πλευρές του και αφετέρου από την κατήφεια που διακατέχει το crust από τα γεννοφάσκια του. 

Δηλαδή, από τη μία πλευρά ο ήχος τους είναι πιο messy και fuzz-αριστός, με την απαραίτητη και διακριτική προσθήκη των πλήκτρων, στοιχεία βέβαια που παραπέμπουν στο λεγόμενο atmospheric black metal, αλλά από την άλλη πλευρά στηρίζεται σε έξυπνα και τσαμπουκαλεμένα riffs, που βγάζουν μια οργισμένη χαρά. Συνεπώς στο L'Impôt du Sang θα βρείτε μουσική που προκαλεί νοσταλγία αλλά και διάθεση για ένα σούπερ δυνατό live. Η παραγωγή του Patrick McDowall των Spectral Wound αναδεικνύει όλη αυτή την ηχητική ιδιαιτερότητα. Θεωρώ πως το δεύτερο τραγούδι του άλμπουμ, "Le Grand Ηyver", εμπεριέχει ισόποσα όλα τα παραπάνω στοιχεία˙ ειδικά το γύρισμα στo 3'.29'' από μια μυστικιστική απαγγελία βυθισμένη στο crustened black metal σε ένα παιχνιδιάρικο classic metal solo του Nakkabre, πάνω σε ένα κεφάτο d-beat παιγμένο από τους Garoth (drums) και Martyr (μπάσο) φτιάχνει ένα πραγματικό αριστούργημα. 

Η θεματολογία των αποκλειστικά γαλλικών στίχων στο L'Impôt du Sang μπλέκει την ιστορία με τον τον μύθο και τον συμβολισμό. Το άλμπουμ ξεκινά εκπληκτικά με την απαγγελία του ποιήματος “Liberté” του Πωλ Ελυάρ, από τον ίδιο τον ποιητή. Πρόκειται για ένα ποίημα που γράφτηκε το 1942 κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής της Γαλλίας και έχει επομένως έντονη αντιφασιστική και Αριστερή χροιά, ειδικά αν αναλογιστούμε την πολιτική ταυτότητα του ίδιου του δημιουργού του. Στα καπάκια ο τραγουδιστής Cauchemar ξεκινά τα ωραία του ουρλιαχτά, συνοδεία του απαραίτητου οργανικού ορυμαγδού. Μας τραγουδά για τον ανελέητο πόλεμο, για “τα αρπακτικά πουλιά που γλεντούν σε μια μαύρη γιορτή σάρκας” (“Régalent les rapaces d’un noir festin de chair”). Το “Le Grand Hyver” παρουσιάζει μια τραγική κατάσταση ένδειας, ακόμα και πείνας που φέρνει ο χειμώνας στους χωρικούς του Μεσαίωνα ή της πρώιμης νεωτερικότητας, ενώ το  “Décombres Fumants” είναι αφιερωμένο στους χριστιανούς κατακτητές των παγανιστικών κοινοτήτων της Ευρώπης και της Αμερικής, ίσως και του Καναδά ακόμα… 

Last but not least, στο δωδεκάλεπτο “Rêve de Nos Ancêtres” ξεδιπλώνεται μια λυρική εξιστόρηση της πορείας του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος παρουσιάζεται αντιφατικά: από τη μια γνήσιο τέκνο της Γαλλικής Επανάστασης και του απελευθερωμένο γαλλικού λαού, αλλά από την άλλη ένας ιμπεριαλιστής κατακτητής, ζωσμένος από κόλακες και δολοπλόκους, ένα “πολίτης τύραννος”: “Citoyen Tyran”. Μετά από ένα ψάξιμο στο διαδίκτυο αυτός ο οπωσδήποτε μειωτικός χαρακτηρισμός, παραφθορά του τίτλου “Le Roi Citoyen” (πολίτης βασιλιάς) διατυπώθηκε από τον δημοσιογράφο Eugène Desmares σε σατιρικό του βιβλίο του 1830 εναντίον του βασιλιά της Γαλλίας, Louis Philippe I, ως κριτική της τάσης του για απολυταρχισμό. Ο Louis Philippe I ανατράπηκε το 1848, στο πλαίσιο μεγάλων αντιμοναρχικών και δημοκρατικών επαναστατικών κινήσεων στη Γαλλία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Δεν γνωρίζω αν ο στιχουργός του γκρουπ, Cauchemar, έχει υπόψη του το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά -όπως και να ‘χει- η διακειμενική αναφορά είναι πολύ ενδιαφέρουσα. 

Συνεπώς, βλέπουμε ότι τα κοινωνικοπολιτικά και τελικά ιδεολογικά αποτυπώματα των Conifére, τουλάχιστον στο L'Impôt du Sang, φανερώνουν μια προοδευτική πορεία, με μια -γνήσια γαλλική- επαναστατική εστίαση στον λαό ως φορέα της εθνικής και κοινωνικής ελευθερίας, από τη Γαλλική Επανάσταση ως και τον φλογερό ποιητικό λόγο του Πωλ Ελυάρ. Ωστόσο, μια πιο ενδελεχή έρευνα των κινήσεων του γκρουπ, από τότε που σχηματίστηκαν ως και σήμερα, αποκαλύπτει μια πιο αντιφατική πορεία, που έχει προφανώς μια θετική πολιτικά κατάληξη. 

Το πρώτο άλμπουμ των Conifére ονομάζεται Noblesse D'Épée και κυκλοφόρησε το 2020. Πρώτα απ’ όλα, ας ομολογήσουμε ότι είναι μια δουλειά πολύ κατώτερη του L'Impôt du Sang: ατμοσφαιρικότατο ambient black metal μεν, που τείνει έντονα προς το dungeon synth, αλλά υστερεί τόσο σε συνθέσεις, όσο και σε παραγωγή, η οποία είναι τόσο επιτηδευμένα lo-fi, που καταντά κάπως απρόσεκτη. Επίσης, το Noblesse D'Épée κυκλοφόρησε στην καναδική δισκογραφική Corde Raide, η οποία έχει φιλοξενήσει και κάποιους ξεκάθαρα εθνικοσοσιαλιστές black metal καλλιτέχνες. Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα αν το γκρουπ είχε υπόψη του το ποιόν της συγκεκριμένης δισκογραφικής, αλλά στο διαδικτυακό μας κόσμο δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο... Παράλληλα όμως, αυτό το ασφυκτικό περιτριγύρισμα της μπάντας από έναν ακραία συντηρητικό πολιτικό κλοιό είναι ακόμα πιο σύνθετο. 

Όσες και όσοι ασχολούμαστε με το black metal ξέρουμε πολύ καλά πως δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος των καλλιτεχνών του ιδιώματος ανήκει στον συντηρητικό πολιτικό χώρο, από μια ήπια δεξιά κατεύθυνση ως και πλήρως συνειδητοποιημένες νεοναζιστικές θέσεις. Έτσι και στην ευρύτερη περιοχή του Κεμπέκ του Καναδά όπου ζουν και δραστηριοποιούνται οι Conifére (συγκεκριμένα τα μέλη της μπάντας ζουν στο Μόντρεαλ),  έχει αναπτυχθεί ένα ολόκληρο κύμα black metal μπαντών που εκφράζουν το γαλλοθρεμμένο αυτονομιστικό εθνικιστικό κινημα της περιοχης, το οποίο έχει τις ρίζες  στον 19ο αι., ενώ εδώ και πολλά χρόνια έχει στραφεί προς μια καθαρά συντηρητική και επικίνδυνα φυλετική κατεύθυνση. Οι φίλοι μας οι Conifére είναι αναμφίβολα επηρεασμένοι από αυτή την τάση, καθώς στον ήχο τους συναντάμε πολλές επιρροές από την μπάντα - σήμα κατατεθέν της, δηλαδή τους Forteresse, οι οποίοι παίζουν ένα επικό, δυναμικό και αγέρωχο atmospheric black metal και αφετέρου είδαμε ήδη πως έχουν μια εμμονή με τη γαλλική ιστορία και κουλτούρα. 

Όμως, στο L'Impôt du Sang, το συγκρότημα από το Μόντρεαλ κάνει μια ανεπαίσθητη αλλά παράλληλα ανεξίτηλη ιδεολογική στροφή, ενισχύοντας τις δημοκρατικές και (πολιτικά) φιλελεύθερες του τάσεις, χωρίς να απαρνείται τη γαλλική επίδραση. Αυτή η αλλαγή αντικατοπτρίζεται και στον ανανεωμένο, πλουσιότερο και σαφώς βελτιωμένο ήχο του πιο πρόσφατου δισκογραφικού του πονήματος. Παράλληλα, η βινυλιακή έκδοση του άλμπουμ τους κυκλοφορεί από τη δισκογραφική Phantom Lure, στο roaster της οποίας συμπεριλαμβάνονται Αμερικάνοι καλλιτέχνες, όπως οι Old Nick  και οι Bloody Keep, οι οποίοι έχουν πάρει ξεκάθαρα αντιφασιστική στάση. Τέλος, ο κιθαρίστας των Conifére, Nakkabre, κατά κόσμον Mathias Fortier, φαίνεται ένας ωραίος τύπος, tattoo artist και γραφίστας, με ευρύ μουσικό γούστο και, κυρίως, με διασυνδέσεις στον χώρο του αντιφασιστικού πανκ της καναδικής μεγαλούπολης. Συνυπολογίζοντας όλα αυτά, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε πως οι Conifére πλέον βαδίζουν δημοκρατικά, ακόμα περισσότερο διαμορφώνουν μια πιο προοδευτική οπτική για το metal noir quebecois, όπως ονομάζεται αυτή η εντόπια εκδοχή του μαύρου μετάλλου. 

Κατά τη διάρκεια του 2024, άκουσα black metal περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της πορείας μου ως ακροατής. Σίγουρα οι εσωτερικές και οι εξωτερικές εμπειρίες δημιουργούν κάθε φορά τις συνθήκες για την έφεση προς ένα συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα. Στο L'Impôt du Sang των Conifére βρήκα έναν φίλο που με παρέσερνε σε ένα ενδογενές (ή και κανονικότατο) headbanging, αλλά παράλληλα μου προσέφερε στοχασμό, νοσταλγία και ψυχοθεραπεία! Πιστεύω πως στις επόμενες της κυκλοφορίες η μπάντα θα κινηθεί ακόμα πιο συναρπαστικά σε μουσικό επίπεδο και ακόμα πιο προοδευτικά σε πολιτικό. 

29/8/24

Music is my fuel 2024 III: Hasta La Vista Beyond Evil


Η τρίτη συνέχεια της σειράς Music is My Fuel 2024, με επιλεγμένα πρόσφατα tracks κατά βάση της λεγόμενης leftfield electronica ήρθε γρήγορα, καθώς ο αγαπημένος σας μουσικός επιλογεύς είναι on fire! Αρκετά τα ενδιαφέροντα κομμάτια, EPs και full-lenghts μέσα στο 2024, για τα οποία θα μιλήσουμε εν ευθέτω χρόνω, βέβαια πριν τελειώσει η χρονιά. Προς το παρόν απολαμβάνουμε μουσική και, όποια/ όποιος θέλει ψάχνει περαιτέρω.

Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί πως σε αυτή την έντονη καταφυγή στην τέχνη της μουσικής συντέλεσε κατά πολύ η τραγική αποκορύφωση της καταστροφικής παρακμής που βιώνει η πόλη μας, ο Βόλος. Έτσι, φτιάξαμε μια αφήγηση τραγουδιών και ορχηστρικών από το 2024 που κρατά δυόμιση ώρες και είναι αφιερωμένη σε όσες/ όσους κατοίκους του Βόλου και της Μαγνησίας αντιστέκονται στην οικολογική, πολιτική, κοινωνική, αισθητική και νοοτροπική, τελικά, σήψη της πόλης και της περιοχής μας: hasta la vista beyond evil. 


Η εικόνα προέρχεται από καρτ-ποστάλ του λιμανιού του Βόλου, από τις αρχές του 20ού αι. 

28/5/24

Ελληνικό hip hop: από τη δεκαετία του '90 σ' αυτή του 2020


Το hip hop, όπως και το ροκ, η ηλεκτρονική μουσική και εν μέρει η τζαζ, αποτελεί ένα μουσικό είδος που αφορά σε ένα μεγάλο βαθμό τα νιάτα. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια το hip hop, έχει κερδίσει την παρτίδα, εκφράζοντας χιλιάδες νέες και νέους σε όλο τον κόσμο, τόσο ως ακροατές και και ως δημιουργούς.

Έτσι κι εγώ, ακούγοντας που και που hip hop, αισθάνομαι μικρότερος, κάπου ανάμεσα στην εφηβεία και την πρώτη νεοτητα κι ακόμα πιο βαθιά, αναστοχάζομαι αυτή τη φάση της ζωής, σχεδιάζοντας παράλληλα το αύριο. Το ίδιο μου συμβαίνει ακούγοντας metal και dance μουσική. Είμαι καλά γιατρέ μου; 

Anyway, τα παραπάνω λόγια γράφτηκαν εξαιτίας του παρακάτω YouTube playlist, με μια αρμαθιά από αγαπημένα ελληνόφωνα hip hop τραγούδια, από τα 90s ως και σήμερα. Η λίστα αυτή δεν διεκδικεί δάφνες αντικειμενικότητας, καθώς λείπουν κυκλοφορίες - σταθμοί στον χώρο. Άλλωστε, φανατικός του ελληνικού hip hop δεν είμαι, καθώς με κουράζει συχνά η προβλεπόμενη και συχνά ντεμέκ αλητεία, όσο και η εξίσου προβλεπόμενη κατάθλιψη, δύο χαρακτηριστικά που όχι σπάνια μαστίζουν το hip hop στη χώρα μας. Αλλά, και σε αυτό το είδος, έχουμε φτιάξει σπουδαία κομμάτια. 

Στη λίστα έχουν συμπεριληφθεί και αρκετά βίντεοκλιπ, ώστε η κουλτούρα του ελληνικού hip hop να παρουσιαστεί πιο σφαιρικά. Επίσης, η σειρά των βίντεο είναι, όχι μόνο στιλιστική, αλλά και ως επί το πλείστον χρονολογική. 

 

Η λίστα είναι αφιερωμένη στον ανθό της νεότητας, στις μαθήτριες/ φοιτήτριες και τους μαθητές/ φοιτητές μου, των οποίων τα όνειρα, τις προσδοκίες και τους αγώνες επιβίωσης, σχέσεων, κοινωνίας και ψυχολογίας περιγράφουν, θαρρώ, διαχρονικά τα τραγούδια αυτά.

22/5/24

Επιστρέφοντας στην Τριαρχία των Χαμένων Εραστών


Ένα long read αφιερωμένο στο κορυφαίο 

Triarchy of The Lost Lovers των Rotting Christ


Τελικά αυτό εδώ το blog (σε μια εποχή που έχει περάσει η μόδα της “μπλογκόσφαιρας”) παραμένει πεισματικά ένα ημερολόγιο των μουσικων μου ακροάσεων και ένα πεδίο διοχέτευσης της επιθυμίας να γράφω για μουσική, με έναν τρόπο που θεωρώ ωραίο και ενδιαφέροντα, ακόμα κι αν δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις για το κάθε είδος και ύφος που κατά καιρούς καταπιάνομαι. Αλλά, ακούμε, διαβάζουμε, γράφουμε και μαθαίνουμε. Σαφέστατο παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί το παρακάτω κείμενο, στο οποίο εξωτερικεύω την σχετικά πρόσφατη επιστροφή μου στον metal ήχο, μετά από πολλά χρόνια που ασχολούμουν μαζί του παροδικά και επιλεκτικά. Βέβαια, αυτή η επιλεκτική ενασχόληση συνεχίζεται, αλλά έχει γίνει πολύ πιο πυκνή το τελευταίο καιρό, εξαιτίας της εστίασής μου στο ιδίωμα του black metal. Αλλά, αυτά τα έχουμε πει ήδη. 

Κεντρικό θέμα αυτού του κειμένου αποτελεί το τρίτο κατά σειρά ολοκληρωμένο άλμπουμ των θρυλικών Ελλήνων black metallers Rotting Christ, το εξίσου περίφημο Triarchy of the Lost Lovers. Ένα άλμπουμ που άκουσα για πρώτη φορά πολύ πρόσφατα, στην ηλικία των 44 χρονών… Κάπως ετεροχρονισμένα, θα έλεγε κανείς, αφού το αναμενόμενο θα ήταν να το είχα ακούσει ήδη από τα 14-15. Αλλά, σε αυτή την ώριμη (;) και σίγουρα προχωρημένη για headbanging ηλικία, η τριαρχία των Rotting Christ μου έκλεψε τα ώτα, το νου και την καρδιά και μ’ έκανε να λατρέψω χωρίς περιστροφές ξανά τη metal μουσική. Έτσι, αποφάσισα να μοιραστώ τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου δημιούργησε αυτό το άλμπουμ.

Ας ξεκινήσουμε με τα γνωστά και μη εξαιρετέα: στο Triarchy of the Lost Lovers οι Rotting Christ, αποτελούμενοι τότε από τον Σάκη Τόλη (Necromayhem) στα φωνητικά και στις κιθάρες, τον Δημήτρη Πατσούρη (Mutilator) στο μπάσο και τον Θέμη Τόλη (Necrosauron) στα τύμπανα, παρουσιάζουν μια στροφή και συνάμα εξέλιξη στον ήχο τους, βαίνοντας σε έναν δρόμο που δίνει έμφαση στη μελωδία, στις midtempo ταχύτητες και σε μια επική μελαγχολία gothic κλίματος. Πράγματι, τα riff που ξεχύνονται στα εννιά τραγούδια του άλμπουμ είναι πρώτης γραμμής, μοιρασμένα ανάμεσα στη μελωδικότητα και την αγριότητα. Παράλληλα, οι αλλαγές των θεμάτων και των ρυθμών έχουν έναν κάπως πολύπλοκο χαρακτήρα, αλλά το σημαντικό είναι ότι πραγματοποιούνται με οργανικότητα. Προσέξτε, για παράδειγμα το πως στο τραγούδι "Shadows Follow", το μελωδικό και groovy μέρος, ξαφνικά μα και με μια φυσικότητα, δίνει τη θέση του σε ένα ταχύ και τραχύ “νορβηγικού” ύφους ξέσπασμα. Ο Σάκης Τόλης στην κιθάρα παίζει δυναμικά μα και αρκετά δεξιοτεχνικά, αλλά κυρίως λιτά, στοιχεία που χαρακτηρίζουν και το παίξιμο και του αδερφού του Θέμη στα ντραμς. Αυτή η κυρίαρχη αίσθηση λιτότητας φτάνει σε επίπεδα μιας έκφρασης απογυμνωμένης από περιττά στολίδια, ωμής, κάμποσο παρανοϊκής, μα και γεμάτης πάθος στο τραγούδισμα του Σάκη, το αναμφίβολα πιο black metal χαρακτηριστικό του άλμπουμ. Όλα αυτά τα συστατικά συγκεράζονται σε ένα αρμονικό σύνολο χάρη στην παραγωγή του Andy Classen, η οποία αναδεικνύει τόσο την ωμότητα - σκληρότητα, όσο και την ατμοσφαιρικότητα - μελωδικότητα του ήχου της μπάντας. 

Τα προαναφερθέντα πιο τεχνικά ή ξεκάθαρα μουσικά στοιχεία του Triarchy of the Lost Lovers πρωταρχικά υπηρετούν το μοναδικό κλίμα αυτού του άλμπουμ. Mέσα σε αυτή ακριβώς την ατμόσφαιρα ένιωσα να χάνομαι δίχως επιστροφή. 

Πρώτα απ’ όλα, ο τίτλος της όλης κυκλοφορίας ήταν, για τα δεδομένα της black metal σκηνής των 90s, παράδοξος: ενώ η κυρίαρχη νοοτροπία, ακόμα και των πιο πειραματικών κυκλοφοριών του ιδιώματος, θεμελιωνόταν πάνω στη μισανθρωπία, τη βία και τον σατανισμό, η ελληνική μπάντα με το προκλητικό όνομα κυκλοφορεί ένα άλμπουμ που στον τίτλο του φιγουράρει η φράση “χαμένοι εραστές”... Βεβαια, τόσο ο Jim Mutilator, σε μια συνέντευξη του ‘96, όσο και ο Σάκης Τόλης, στο guest που έκανε στο αφιέρωμα της τηλεοπτικής εκπομπής TV War για τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του άλμπουμ, επέμεναν ότι η “τριαρχία των χαμένων εραστών” είναι τα ίδια τα μέλη της μπάντας που κυνηγούσαν γενναία, όχι μόνο ένα καλλιτεχνικό όραμα, αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, ο οποίος αισθάνονταν ότι εκείνη την περίοδο ροκανιζόταν από το πέρασμα του metal ήχου στο mainstream. Ωστόσο, αυτός ο τίτλος εισβάλλει τόσο έντονα στο φαντασιακό μας, ειδικά αφού αναφέρεται και στους στίχους των τραγουδιών...

Οι στίχοι, λοιπόν, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο χτίσιμο αυτής της μοναδικής ατμόσφαιρας του Triarcy of the Lost Lovers και συντελούν πολύ στη λογοτεχνική και φιλοσοφική διάστασή του. Στιχουργός όλων των τραγουδιών είναι ο Jim Mutilator, ο οποίος στην προαναφερθείσα συνέντευξη λέει: “it is hard to give a description of our music: it is full of emotions, full of inner freedoms, full of mysticism and wise occultism.” Ακούγοντας αυτούς τους τόσο συναισθηματικούς και ελευθερόφρονες στίχους, μου δημιουργήθηκε η ιδέα πως το άλμπουμ είναι concept, καθώς χαρακτήρες -με τα τόσο αλλόκοτα τους ονόματα- επανεμφανίζονται στους στίχους διαφορετικών τραγουδιών, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν μικρές αφηγήσεις κάπου ανάμεσα στον αποκρυφισμό, το fantasy και την επιστημονική φαντασία. Οι επιρροές από συγγραφείς, όπως οι αγαπημένοι Tolkien και Lovecraft, αλλά και από την αρχαιοελληνική μυθολογία, αφομοιώνονται σε ένα ιδιαίτερο σύμπαν του Φανταστικού. 

Κάπως έτσι, βιώνοντας τα σκοτεινά παραμύθια του Triarchy of the Lost Lovers, φαντασιώθηκα πως μιλά για μια οικογένεια αλχημιστών ("Diastric Alchemy") και βασιλιάδων ("A Dynasty From Ice"). Ο Atheron, ο μάγος του οποίου το θνητό σώμα πεθαίνει και η αθάνατη ψυχή του ταξιδεύει, χωρίς όρια πια, στη θάλασσα ("The Opposite Bank") ίσως είναι ο πατέρας του άρχοντα (Archon) Emeron, του βασιλιά του αστρικού πολέμου ("King of A Stellar War").  Έπειτα, ο φτωχός και μαζί μαχητικός βασιλιάς Emeron αποχαιρέτησε, ως παιδί, τον νεκρό  αδερφό του, για να τον ξαναβρεί ένα πρωινό, όταν κι οι δυο θα μεταμορφωθούν σε “μάγους με ανθρώπινη λαλιά” ("Snowing Still"). Χρόνια μετά , θα ξεσηκώσει τους σκλάβους, ως ένας “αετός του κυνηγιού”, για να μπει στο πρώτο πεδίο της μάχης ("First Field of The Battle"). 

Οι στίχοι και η μουσική στο Triarchy διαπλέκονται σε ένα σύνολο ποίησης και στοχασμού, χωρίς όμως ποτέ να χάνεται η σκοτεινή black metal προοπτική. Φανταζόμαστε τις ιστορίες να εξελίσσονται σε τόπους γωνιώδεις και ασπρόμαυρους μα ποτισμένους ως τον πυρήνα τους με ανθρώπινες μνήμες και θνητά συναισθήματα. Οι  ήρωες των ιστοριών αυτών είναι λαμπροί ήρωες, “που ξεκινούν τη μοναρχία” ("King of A Stellar War"), αλλά ταυτόχρονα οδηγούν έναν στρατό από “τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους” ("The First Field of the Battle"), από “απόκοσμες ψυχές” (King of A Stellar War)  σε έναν “αβέβαιο πόλεμο” ("A Dynasty from the Ice"). Με λίγα λόγια, το μεγαλείο προκύπτει μέσα από τη στέρηση και τη δυσκολία. Οι Rotting Christ ακολουθούν μια διαφορετική πορεία τους από αυτή του παγωμένου και μισανθρωπικού νορβηγικού black metal, τραγουδώντας ιστορίες μιας δύσκολης και απέλπιδης αισιοδοξίας, μιας προσδοκίας ότι η δικαίωση θα έρθει στο τέλος, ότι μετά την πίκρα, τις σκιές και τον θάνατο υπάρχει φως και ζωή. 

Η δική τους εκδοχή του ιδιώματος, το λεγόμενο hellenic black metal κουβαλά ένα ισχυρό εντόπιο πολιτισμικό στοιχείο, μεσογειακό ή και, ειδικότερα, ελληνικό. Πρόκειται για μια νοοτροπία, η οποία, αν και κομβική ιστορικά και γεωγραφικά, συνήθως δεν είναι κοινωνικοπολιτικά κυρίαρχη στη χώρα μας, όπου “αξίες” όπως το φλεξάρισμα (ή η ποζεριά, όπως λέγαμε στα 90s), η ευκολία, ο νεοπλουτισμός και το πελατειακό σύστημα έχουν τον πρώτο λόγο. Για να το πούμε με μουσικούς όρους, αυτή η νοοτροπία σπανιότατα έχει γίνει mainstream, όμως εκφράζει ανθρώπους που αγωνίζονται, με δυσκολία κι ελπίδα. Άλλες φορές πετυχαίνουν, άλλες αποτυγχάνουν, έχουν όμως  διδαχθεί πολλά, τόσο από τις σταδιακές εναλλαγές των εποχών, όσο και από τα σκληρά τραύματα της ιστορίας. Αυτό το ανεπιτήδευτο πάντρεμα ανάμεσα στη βία και στη μελωδία, αλλά και η εμμονή σε αυτή τη μουντή επικότητα αναδεικνύουν αυτή την κοσμοαντίληψη. Ακόμα και η επιμονή του Σάκη και του Θέμη Τόλη, αλλά και του Δημήτρη Πατσούρη, να μην εμφανίζονται με corpsepaint, καρφιά και άλλα δαιμονικά στολίδια, πέρα από την προβολή μιας ευρύτερης metal άποψης, σχετίζεται και με μια τέτοια φιλοσοφία, μια φιλοσοφία που ως κυρίαρχο μότο έχει το "μηδένα προ του τέλους μακάριζε" ή, καλύτερα, “μηδένα προ του τέλους οίκτιρε”. Εύστοχα ο Σάκης, σε μια παλιά του συνέντευξη δήλωνε: “παίζουμε μεσογειακό black metal”. 

Κλείνοντας το αφιέρωμα σε αυτό το κορυφαίο άλμπουμ του black metal ιδιώματος (ένα μεγάλο “μπράβο” για όσ@ς αντέξατε ως εδώ), θα προσπαθήσω να απαντήσω στο πιο δύσκολο ερώτημα που μου προκλήθηκε, ακούγοντας το: ποιες μπάντες και ποιες κυκλοφορίες αποτέλεσαν τις βασικές επιρροές για τη σχηματοποίηση του ήχου στο Triarchy of Lost Lovers; Όπως έγινε κατανοητό, στο συγκεκριμένο άλμπουμ οι Rotting Christ έφτασαν σε ένα πολύ προσωπικό ύφος, ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανιχνευθούν οι επιρροές τους. Στο Triarchy, οι Rotting Christ έχουν εξελίξει τον ήχο τους, από το ακατέργαστο death - black των πρώτων EPs σε μια ολοένα πιο έντονη εκλέπτυνση σε επίπεδο σύνθεσης, ενορχήστρωσης και παραγωγής, χωρίς όμως να στρογγυλέψουν τις αιχμές τους, οδηγούμενοι, τελικά, σε μια εμβάθυνση στην ουσία του προσωπικού τους στιλ. Έτσι, διακρίνουμε στοιχεία ωμά και ακατέργαστα, τα οποία παραπέμπουν ακόμα και black metal των 80s, από  τους Hellhammer και τους Sarcófago ως και το δικό τους Satanas Tedeum (1989), αλλά και τόσο οικείες, παθιασμένες και πιασάρικες μελωδίες, που -δεν θα πω ψέματα- μου θύμισαν ακόμα και τους Iron Maiden. Τελικά,  αυτό το αλλόκοτο αμάλγαμα ανάμεσα στην αγριότητα, την ποίηση και τη γοητεία της παρακμής, που συναντάμε στο Triarchy, έχει κατορθωθεί πρωτύτερα στο αριστουργηματικό Into the Pandemonium των Celtic Frost, ένα άλμπουμ που οι Christ σίγουρα έχουν παντοτινό οδηγό. 

Παράλληλα, απαραίτητος παράγοντας για την κατανόηση του Triarchy αποτελεί η ένταξή του στο ευρύτερο πεδίο του "hellenic black metal", το οποίο έδινε ιδιαίτερο βάρος στη μελωδικότητα και στη μυστικιστική και ποιητική ατμόσφαιρα. Παράλληλα, θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ ουσιαστικά αποτελεί το τελικό κεφάλαιο της ακμής του ελληνικού black metal, λαμβάνοντας τη σκυτάλη της επικής και οργισμένης μελαγχολίας που αρθρώθηκε υπέροχα στο Walpurgisnacht των Varathron δύο χρόνια πριν. Επομένως, το τρίο των Ελλήνων metallers συγκροτεί μια πραγματική “τριαρχία χαμένων εραστών”, καθώς ορμώνται από τη δεκαετία του ‘80, για να φυτέψουν το ύστατο άνθος της πιο γνήσιας φάσης hellenic black metal, αλλά και να σημαδέψουν ανεξίτηλα την παγκόσμια extreme metal σκηνή του δεύτερου μισού των 90s. 

Η συμφωνία με τη γερμανική δισκογραφική Century Media και η ηχογράφηση του Triarchy of the Lost Lovers αποτέλεσε μια πραγματική περιπέτεια για το συγκρότημα, την οποία διηγείται γλαφυρά ο ίδιος ο Σάκης στην προαναφερθείσα εμφάνιση του στο TV War. Μετά από αυτό το άλμπουμ, οι  Rotting Christ προχωρήσανε δισκογραφικά και προόδευσαν περαιτέρω, διοχετεύοντας τη μεν gothic πλευρά τους στην αμέσως επόμενη δουλειά τους, A Dead Poem, ενώ το πιο επικό κλίμα αλλά και η επαφή με την ελληνική παράδοση, άνθισαν πλήρως στο Theogonia, δέκα χρόνια αργότερα. Ωστόσο, η τριαρχία των χαμένων εραστών θα μείνει στη μνήμη ακροατών σε όλο τον κόσμο ως ένα αριστούργημα του black metal και του metal ευρύτερα. Πλέον κι εγώ έγινα ένας από αυτούς τους ακροατές.

Το κείμενο αφιερώνεται στον γιο μου, τον αληθινό βασιλιά του αστρικού πολέμου. 

5/3/24

Γιατί black metal; Για το "αγγελικό και μαύρο φως"...


Θυμάμαι, όταν ήμουν έφηβος στο β' μισό των 90s και είχα μπει με τα μπούνια στον χώρο του prog metal, με μπάντες όπως οι Dream Theater, οι Fates Warning, οι Conception κλπ., το black metal επίσης ήταν πολύ διάσημο στους “μεταλλάδικους” κύκλους του Βόλου, αλλά εμείς, που αυτοπροσδιοριζόμασταν ως “προγκρεσιβάδες”, το αντιμετωπίζαμε ως απλοϊκό και επιφανειακό. Παράλληλα, τα διαβάσματα μου τότε, ο H. P. Lovecraft και ο κύκλος των weirdos του, αντί να με ωθεί στα σατανικά μαύρα μέταλλα, με απομάκρυνε, επειδή σκεφτόμουν ότι η ελιτίστικη και υπαινιχτική αντίληψή του για τον τρόμο και το δαιμονικό δεν ταίριαζε με το corpsepaint και το κάψιμο των εκκλησιών. Ωστόσο, από τότε κάτι απροσδιόριστο με έλκυε στο black metal, αλλά και κάτι με φόβιζε σε αυτό - τώρα μπορώ να το ομολογήσω δίχως δισταγμό: η εισχώρηση σε έναν κόσμο γοητευτικό μα πολύ σκοτεινό και βίαιο. 

Οι άνεμοι του χρόνου πέρασαν πάνω από εκείνα τα αραχνιασμένα και δοξασμένα εφηβικά έτη, ορμητικό, γάργαρο και πολυποίκιλο νερό μπήκε στο αυλάκι του μουσικού μου γούστου και άκουσα πολλά είδη και ύφη, χωρίς να κατορθώσω να γίνω ειδικός σε κανένα! Και να τώρα που, αφού έχω καβαλήσει (εδώ και 3-4 χρόνια) τα 40, οδεύοντας στο οικείο και στο άγνωστο μαζί, ξανακούω -βασικά, ακούω για πρώτη φορά πιο οργανωμένα- black metal! Από τότε που το 2024 μας καλωσόρισε, πιάνω τον εαυτό μου να απολαμβάνει black metal άλμπουμ, τόσο τα κλασικά του λεγόμενου “second wave”, όσο και πιο ύστερα, το βράδυ πριν κοιμηθώ στα ακουστικά, αλλά και το πρωί, αφού έχω πάει τον γιο μου στον παιδικό σταθμό, και πίνω ήσυχα τον καφέ μου στο σπίτι. Καταπιάνομαι με σατανιστές, εγκληματίες, σχιζοφρενείς ή, απλά, κομπλεξικούς -αυτά μέσα μου τα συγχωρώ και τα αποδέχομαι- αλλά και υπερεθνικιστές, των οποίων η τέχνη με κάνει να μπω αλλόκοτα στην αντίληψη του οπωσδήποτε αρρωστημένου σωβινισμού τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους Drudkh. Καθαρά φασιστικό (national socialist) black metal, βέβαια, δεν αντέχω. Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον συρφετό βρίσκω και μπάντες με τις οποίες συμπλέω πολιτικά, και κυρίως συνομιλώ με ανθρώπους που έχουν σημαδέψει τη σύγχρονη τέχνη της μουσικής, ανεξαρτήτως ειδολογικής κατεύθυνσης, όπως ο κύριος Kristoffer Rygg.

Γιατί, λοιπόν, black metal; Συζητώντας με τον κολλητό μου φίλο, κουμπάρο και… παλαιό μύστη του είδους, που τελευταία επίσης το έχει ξαναθυμηθεί, έφτασα στο συμπέρασμα πως το black metal με κάνει να νοσταλγώ τα εφηβικά και τα πρώτα νεανικά μου χρόνια, με έναν τρόπο συγκινητικό, μα και ειρωνικό, κοντολογίς δημιουργικό, με μια “reflective nostalgia”, όπως γράφει η θεά Svetlana Boym. Η μελαγχολία, η απαισιοδοξία, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, μα και το θαύμα της ύπαρξης μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα στη Μεσόγειο, τα μοναδικά βιώματα της παρέας των μικρών κι αιώνιων φίλων μα και οι μοναχικές στιγμές της μυθολογίας Κθούλου, του Έπους της Γαιοθάλασσας και των θρίλερ του Alfred Hitchcock. Ακούγοντας black metal αναστοχάζομαι όλα αυτά, ανακαλύπτω ξανά ποιος είμαι και προσπαθώ να δω προς τα που οδεύω, καταφάσκω σε αυτή την μαζί σκοτεινή και φωτεινή ζωή, στο “αγγελικό και μαύρο φως”, όπως έχει γράψει και ένας άλλος παχουλός, διοπτροφόρος και ιδιοφυής κύριος που σφράγισε τη νεότητά μου. 

4/10/23

Ενα παράξενο φως από την Ανατολή, σε 7 κεφάλαια


 7 tracks της ηλεκτρονικής μουσικής με επιρροές από την παράδοση της Ανατολής

Εδώ και περίπου δέκα χρόνια, η ηλεκτρονική μουσική, ειδικά η πιο χορευτική της πλευρά, έχει κατακλυστεί από επιρροές παρμένες από την παράδοση της Ανατολής, πότε με αποτελέσματα αξιόλογα, άλλοτε φλερτάροντας με το κιτς. Ακολουθούν, λοιπόν, επτά tracks από το 2010 ως και φέτος, που συντονίζονται με αυτή την τάση, αλλά έχουν να μας πουν κάτι περισσότερο από το να σταθούν ως soundtrack σε beach bar με tribal κουρτίνες και ξαπλώστρες - καναπέδες. Επτά tracks που εκφράζουν έναν σύγχρονο καλλιτεχνικό υβριδισμό, ανάμεσα σε εντόπιες λαϊκές παραδόσεις και σε παγκοσμιοποιημένες μουσικές τάσεις, ανάμεσα σε μνήμες του χθες και σε λύπες και χαρές του σήμερα. 


1. Mudd & Ahmed Fakroun - Drago (Ahmed Fakroun remix) (2010, Claremont 36)

Ο Mudd, Βρετανός παραγωγός και ιδιοκτήτης της δισκογραφικής Claremont 36, η οποία στηρίζει την downtempo και τη σύγχρονη disco σκηνή, συνεργάζεται με τον ήρωα της Λιβανέζικης ποπ Ahmed Fakroun και μάζι πλάθουν έναν μυθικό δράκοντα ανατολίτη, θελκτικό, νοσταλγικό και γκρουβάτο. 


2. Oceanvs Orientalis feat. Fairouz - Al Bint El Chalabiya (2013, self released)

Ένα τραγούδι από το μακρινό 1957, το οποίο τραγούδησε η θρυλική Fairuz, επαναπροσεγγίστηκε υπέροχα το 2013 από τον Τούρκο παραγωγό Oceanus Orientalis (Safak Ozkutle), σε ένα ρυθμικό μα και νωχελικό remix, ταμάμ για το ξεκίνημα της νύχτας ή και για το τέλος της. 


3. Simple Symmetry - Incredible Adventures in Khazar Khaganate (2013, Glenview Records Inc. )

Το Khazar Khaganate ήταν ένα πολυπολιτισμικό βασίλειο της περιόδου 650-850 μ.Χ., γύρω από την Κασπία Θάλασσα, στο οποίο  οι παγανιστικές παραδόσεις της προχριστιανικής Ρωσίας συναντούσαν τον Χριστιανισμό, τον Μουσουλμανισμό και τον Ιουδαϊσμό. Σε αυτόν τον χαμένο στην αχλύ της ιστορίας τόπο, το ρωσικό ντουέτο των Simple Symmetry περνάει μια σειρά απίστευτων περιπετειών, τρελού χορού μα και μυστικιστικών εμπειριών. 


4. Anatolian Weapons - A Strange Light From The East (2015, Lurid Music)

Το 2015 ο Έλληνας συνθέτης και παραγωγός Άγγελος Μπαλτάς (Fantastikoi Hxoi), υιοθετώντας το ψευδώνυμο Anatolian Weapons, στράφηκε σε ένα υποχθόνιο και ψυχεδελικό στιλ χορευτικής μουσικής, με τα στοιχεία της βαλκανικής και μεσογειακής παράδοσης κυρίαρχα. Πρώτη του κυκλοφορία, αυτό το παράξενο φως από την Ανατολή…


5. Khidja - Drums of Taksim (2016, Malka Tuti)

Τα πρώτα 5 λεπτά του δωδεκαλεπτου έπους των Ρουμάνων Khidja είναι αφιερωμένα στο ποίημα To Istanbul του σκηνοθέτη Alan Berliner, το οποίο απαγγέλει ο ίδιος. Στο ποίημα, μέσα σε μια ατμόσφαιρα στοχασμού αλλά και επαναστατικότητας, παρουσιάζονται οι εντυπώσεις του σκηνοθέτη από τις διαδηλώσεις στην πλατεία Ταξίμ, λόγω της απαγόρευσης των εκδηλώσεων της Πρωτομαγιάς του 2015 από την κυβέρνηση του Ερντογάν. Όταν η απαγγελία τελειώνει, απλώνεται ένα ορχηστρικό που μου θύμισε τους πειραματισμούς τόσο krautrock όσο και post-punk καλλιτεχνών με την παράδοση της Ανατολής. Τελικά, απολαμβάνουμε το "Drums of Taksim" ως το ώριμο φρούτο μιας τέχνης πολιτικής, μα παράλληλα ανεξάρτητης και σαγηνευτικής. 


6. Shkoon - Ya Galbi (2019, Shkoon Music)

Με το “Ya Galbi" ξεκινά το εκπληκτικό άλμπουμ Rima (2019) των Shkoon, ενός γκρουπ που αποτελείται από τον Γερμανό παραγωγό Thorben και τον Σύριο τραγουδιστή Ameen. Το “Ya Galbi” είναι ένα παραδοσιακό ερωτικό τραγούδι από τη Συρία, αλλά στην εκδοχή των Shkoon, η παθιασμένη φωνή και το δεξιοτεχνικό βιολί συναντούν ένα midtempo house beat και πλούσια synths, ενώ η ερωτική μελαγχολία εμπλουτίζεται με έναν ουσιώδη αντιπολεμικό συνειρμό. 


7. Kissing Strangers - Midnight Caravan (2014/ 2023, Just Gazing)

Η ηλεκτρονική χορευτική μουσική και το έντεχνο ελληνικό τραγούδι αποτελούν δύο σχεδόν αγεφύρωτα μουσικά σύμπαντα. Κι όμως, ο Έλληνας παραγωγός Kissing Strangers δημιούργησε το αργόμπιτο “Midnight Caravan”, το οποίο περιστρέφεται μαγικά, ως άλλος δερβίσης, γύρω από ένα sample αντλημένο από την αριστουργηματική “Κίρκη”, που τραγουδά ο Νίκος Παπάζογλου, συμμετέχοντας στον δεύτερο δίσκο του Σωκράτη Μάλαμα, Παραμύθια (1991). 


Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στην Fb σελίδα "Στις Γειτονιές του Βόλου".

Εικόνα: μια ελεύθερη εικαστική απόδοση από το "Χέρι της Φατιμά", ένα σύμβολο του Αραβικού κόσμου για την προστασία από το κακό. 

14/9/23

"Με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια": ένα εκπαιδευτικό μουσικό project (2022-2023)


Από τότε που ξεκίνησα να δουλεύω στην ιδιωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή στον χώρο των ιδιαίτερων και των φροντιστηρίων, παίδευα το νου μου για το πώς θα συνδυάσω τα φιλολογικά μαθήματα με τη μεγάλη μου αδυναμία, τη μουσική. Αυτός ο συγκερασμός δουλευόταν στο μυαλό μου για χρόνια και που και που εκδηλωνόταν, ωστόσο ανοργάνωτα και χωρίς συνέχεια. Εκείνα τα ταραγμένα βήματα οφειλόταν τόσο στη δική μου αβεβαιότητα, όσο και στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας, το οποίο, ως γνωστόν, ευνοεί πολύ λίγο τη δημιουργική σκέψη και την καλλιτεχνική ενασχόληση. 

Μέχρι που, κατά την προηγούμενη σχολική σεζόν (2022-2023), το πήρα απόφαση κι έστησα ένα άτυπο project σε ένα φροντιστηριακό τμήμα της Γ' Λυκείου, στο οποίο δίδασκα το μάθημα της λογοτεχνίας. Στα πέντε παιδιά που αποτελούσαν το τμήμα πρότεινα κάθε εβδομάδα από ένα τραγούδι προς ακρόαση. Οι επιλογές ήταν εντελώς διευρυμένες: ελληνική και ξένη μουσική, rock, jazz, electronica, disco, metal, λαϊκά και ρεμπέτικα. Ο Μάλαμας συνάντησε τους Joy Division, ο Τσιτσάνης τους Thievery Corporation και ο Σαββόπουλος τους Savatage. 

Η αλήθεια είναι ότι, από τα πέντε παιδιά, ενδιαφέρον έδειξαν δύο μαθήτριες, αλλά ενδιαφέρον ζωηρό και ιδιαίτερα συναισθηματικό. Στο περιθώριο του μαθήματος, συζητούσαμε για τα προτεινόμενα tracks και το feedback ήταν πολυποίκιλο: με το She's Lost Control ενθουσιάστηκαν αμφότερες, απόρησαν με την απαισιοδοξία που διακατέχει τους στίχους του Time των Pink Floyd, λιγάκι παραξενεύτηκαν με το avant-garde στοιχείο στη Μαύρη Θάλασσα του Σαββόπουλου, ενώ μπορώ να πω ότι φρίκαραν πολύ με το Dunkelheit των Burzum. 

Φυσικά, για το προαναφερθέν μισανθρωπικό άσμα δόθηκε το απαραίτητο trivia, όπως άλλωστε και για όλες τις μουσικές επιλογές. Λίγα σχόλια, αλλά ελπίζω ουσιώδη. Άλλωστε, τα κορίτσια έδειξαν προσοχή μα και έμπνευση, αφού, ως ένα βαθμό, ταίριαζαν στην προσωπικότητα μιας νεαρής κοπέλας του σήμερα, όπως σκιαγραφείται, εύστοχα και ευαίσθητα, από τον ΛΕΞ στο Ευτυχισμένες Μέρες: κορίτσια που πιστεύουν στη μαγεία, αποζητάν την κριτική σκέψη, θέλουν να γυρίσουν τον κόσμο, αγαπάνε την τέχνη, μα κάποιες φορές αισθάνονται ξένα, σαν εξωγήινες. Σίγουρα το τελευταίο τους χαρακτηριστικό προσπαθήσαμε να το δουλέψουμε μέσω της μουσικής. 

Ακολουθούν τα περισσότερα από τα κομμάτια που συγκρότησαν το project, με τη σειρά που προτάθηκαν, σε μια Spotify λίστα. Κάποια τραγούδια, όπως ο Ηλεκτρικός Θησέας του Μαρκόπουλου, δεν υπάρχουν στο Spotify… 

Το τελευταίο track που προτάθηκε ήταν το περίφημο Born Slippy των Underworld: μ' αυτό το τραγούδι αποχαιρετιστήκαμε και ταυτόχρονα καλωσορίσαμε ένα καλοκαίρι που αποδείχτηκε μεν δύσκολο, αλλά δεν έχασε τη μαγεία του, ειδικά για ανθρώπους που βγαίνουν απ΄την εφηβεία και μπαίνουν στη νεότητα.

Προσωπικά απόλαυσα κάθε στιγμή αυτής της φάσης και θεωρώ πως, "με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια", έβαλα ένα λιθαράκι στην αληθινή παιδεία αυτών των κοριτσιών.