28/5/24

Ελληνικό hip hop: από τη δεκαετία του '90 σ' αυτή του 2020


Το hip hop, όπως και το ροκ, η ηλεκτρονική μουσική και εν μέρει η τζαζ, αποτελεί ένα μουσικό είδος που αφορά σε ένα μεγάλο βαθμό τα νιάτα. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια το hip hop, έχει κερδίσει την παρτίδα, εκφράζοντας χιλιάδες νέες και νέους σε όλο τον κόσμο, τόσο ως ακροατές και και ως δημιουργούς.

Έτσι κι εγώ, ακούγοντας που και που hip hop, αισθάνομαι μικρότερος, κάπου ανάμεσα στην εφηβεία και την πρώτη νεοτητα κι ακόμα πιο βαθιά, αναστοχάζομαι αυτή τη φάση της ζωής, σχεδιάζοντας παράλληλα το αύριο. Το ίδιο μου συμβαίνει ακούγοντας metal και dance μουσική. Είμαι καλά γιατρέ μου; 

Anyway, τα παραπάνω λόγια γράφτηκαν εξαιτίας του παρακάτω YouTube playlist, με μια αρμαθιά από αγαπημένα ελληνόφωνα hip hop τραγούδια, από τα 90s ως και σήμερα. Η λίστα αυτή δεν διεκδικεί δάφνες αντικειμενικότητας, καθώς λείπουν κυκλοφορίες - σταθμοί στον χώρο. Άλλωστε, φανατικός του ελληνικού hip hop δεν είμαι, καθώς με κουράζει συχνά η προβλεπόμενη και συχνά ντεμέκ αλητεία, όσο και η εξίσου προβλεπόμενη κατάθλιψη, δύο χαρακτηριστικά που όχι σπάνια μαστίζουν το hip hop στη χώρα μας. Αλλά, και σε αυτό το είδος, έχουμε φτιάξει σπουδαία κομμάτια. 

Στη λίστα έχουν συμπεριληφθεί και αρκετά βίντεοκλιπ, ώστε η κουλτούρα του ελληνικού hip hop να παρουσιαστεί πιο σφαιρικά. Επίσης, η σειρά των βίντεο είναι, όχι μόνο στιλιστική, αλλά και ως επί το πλείστον χρονολογική. 

 

Η λίστα είναι αφιερωμένη στον ανθό της νεότητας, στις μαθήτριες/ φοιτήτριες και τους μαθητές/ φοιτητές μου, των οποίων τα όνειρα, τις προσδοκίες και τους αγώνες επιβίωσης, σχέσεων, κοινωνίας και ψυχολογίας περιγράφουν, θαρρώ, διαχρονικά τα τραγούδια αυτά.

22/5/24

Επιστρέφοντας στην Τριαρχία των Χαμένων Εραστών


Ένα long read αφιερωμένο στο κορυφαίο 

Triarchy of The Lost Lovers των Rotting Christ


Τελικά αυτό εδώ το blog (σε μια εποχή που έχει περάσει η μόδα της “μπλογκόσφαιρας”) παραμένει πεισματικά ένα ημερολόγιο των μουσικων μου ακροάσεων και ένα πεδίο διοχέτευσης της επιθυμίας να γράφω για μουσική, με έναν τρόπο που θεωρώ ωραίο και ενδιαφέροντα, ακόμα κι αν δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις για το κάθε είδος και ύφος που κατά καιρούς καταπιάνομαι. Αλλά, ακούμε, διαβάζουμε, γράφουμε και μαθαίνουμε. Σαφέστατο παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί το παρακάτω κείμενο, στο οποίο εξωτερικεύω την σχετικά πρόσφατη επιστροφή μου στον metal ήχο, μετά από πολλά χρόνια που ασχολούμουν μαζί του παροδικά και επιλεκτικά. Βέβαια, αυτή η επιλεκτική ενασχόληση συνεχίζεται, αλλά έχει γίνει πολύ πιο πυκνή το τελευταίο καιρό, εξαιτίας της εστίασής μου στο ιδίωμα του black metal. Αλλά, αυτά τα έχουμε πει ήδη

Κεντρικό θέμα αυτού του κειμένου αποτελεί το τρίτο κατά σειρά ολοκληρωμένο άλμπουμ των θρυλικών Ελλήνων black metallers Rotting Christ, το εξίσου περίφημο Triarchy of the Lost Lovers. Ένα άλμπουμ που άκουσα για πρώτη φορά πολύ πρόσφατα, στην ηλικία των 44 χρονών… Κάπως ετεροχρονισμένα, θα έλεγε κανείς, αφού το αναμενόμενο θα ήταν να το είχα ακούσει ήδη από τα 14-15. Αλλά, σε αυτή την ώριμη (;) και σίγουρα προχωρημένη για headbanging ηλικία, η τριαρχία των Rotting Christ μου έκλεψε τα ώτα, το νου και την καρδιά και μ’ έκανε να λατρέψω χωρίς περιστροφές ξανά τη metal μουσική. Έτσι, αποφάσισα να μοιραστώ τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου δημιούργησε αυτό το άλμπουμ.

Ας ξεκινήσουμε με τα γνωστά και μη εξαιρετέα: στο Triarchy of the Lost Lovers οι Rotting Christ, αποτελούμενοι τότε από τον Σάκη Τόλη (Necromayhem) στα φωνητικά και στις κιθάρες, τον Δημήτρη Πατσούρη (Mutilator) στο μπάσο και τον Θέμη Τόλη (Necrosauron) στα τύμπανα, παρουσιάζουν μια στροφή και συνάμα εξέλιξη στον ήχο τους, βαίνοντας σε έναν δρόμο που δίνει έμφαση στη μελωδία, στις midtempo ταχύτητες και σε μια επική μελαγχολία gothic κλίματος. Πράγματι, τα riff που ξεχύνονται στα εννιά τραγούδια του άλμπουμ είναι πρώτης γραμμής, μοιρασμένα ανάμεσα στη μελωδικότητα και την αγριότητα. Παράλληλα, οι αλλαγές των θεμάτων και των ρυθμών έχουν έναν κάπως πολύπλοκο χαρακτήρα, αλλά το σημαντικό είναι ότι πραγματοποιούνται με οργανικότητα. Προσέξτε, για παράδειγμα το πως στο τραγούδι "Shadows Follow", το μελωδικό και groovy μέρος, ξαφνικά μα και με μια φυσικότητα, δίνει τη θέση του σε ένα ταχύ και τραχύ “νορβηγικού” ύφους ξέσπασμα. Ο Σάκης Τόλης στην κιθάρα παίζει δυναμικά μα και αρκετά δεξιοτεχνικά, αλλά κυρίως λιτά, στοιχεία που χαρακτηρίζουν και το παίξιμο και του αδερφού του Θέμη στα ντραμς. Αυτή η κυρίαρχη αίσθηση λιτότητας φτάνει σε επίπεδα μιας έκφρασης απογυμνωμένης από περιττά στολίδια, ωμής, κάμποσο παρανοϊκής, μα και γεμάτης πάθος στο τραγούδισμα του Σάκη, το αναμφίβολα πιο black metal χαρακτηριστικό του άλμπουμ. Όλα αυτά τα συστατικά συγκεράζονται σε ένα αρμονικό σύνολο χάρη στην παραγωγή του Andy Classen, η οποία αναδεικνύει τόσο την ωμότητα - σκληρότητα, όσο και την ατμοσφαιρικότητα - μελωδικότητα του ήχου της μπάντας. 

Τα προαναφερθέντα πιο τεχνικά ή ξεκάθαρα μουσικά στοιχεία του Triarchy of the Lost Lovers πρωταρχικά υπηρετούν το μοναδικό κλίμα αυτού του άλμπουμ. Mέσα σε αυτή ακριβώς την ατμόσφαιρα ένιωσα να χάνομαι δίχως επιστροφή. 

Πρώτα απ’ όλα, ο τίτλος της όλης κυκλοφορίας ήταν, για τα δεδομένα της black metal σκηνής των 90s, παράδοξος: ενώ η κυρίαρχη νοοτροπία, ακόμα και των πιο πειραματικών κυκλοφοριών του ιδιώματος, θεμελιωνόταν πάνω στη μισανθρωπία, τη βία και τον σατανισμό, η ελληνική μπάντα με το προκλητικό όνομα κυκλοφορεί ένα άλμπουμ που στον τίτλο του φιγουράρει η φράση “χαμένοι εραστές”... Βεβαια, τόσο ο Jim Mutilator, σε μια συνέντευξη του ‘96, όσο και ο Σάκης Τόλης, στο guest που έκανε στο αφιέρωμα της τηλεοπτικής εκπομπής TV War για τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του άλμπουμ, επέμεναν ότι η “τριαρχία των χαμένων εραστών” είναι τα ίδια τα μέλη της μπάντας που κυνηγούσαν γενναία, όχι μόνο ένα καλλιτεχνικό όραμα, αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, ο οποίος αισθάνονταν ότι εκείνη την περίοδο ροκανιζόταν από το πέρασμα του metal ήχου στο mainstream. Ωστόσο, αυτός ο τίτλος εισβάλλει τόσο έντονα στο φαντασιακό μας, ειδικά αφού αναφέρεται και στους στίχους των τραγουδιών...

Οι στίχοι, λοιπόν, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο χτίσιμο αυτής της μοναδικής ατμόσφαιρας του Triarcy of the Lost Lovers και συντελούν πολύ στη λογοτεχνική και φιλοσοφική διάστασή του. Στιχουργός όλων των τραγουδιών είναι ο Jim Mutilator, ο οποίος στην προαναφερθείσα συνέντευξη λέει: “it is hard to give a description of our music: it is full of emotions, full of inner freedoms, full of mysticism and wise occultism.” Ακούγοντας αυτούς τους τόσο συναισθηματικούς και ελευθερόφρονες στίχους, μου δημιουργήθηκε η ιδέα πως το άλμπουμ είναι concept, καθώς χαρακτήρες -με τα τόσο αλλόκοτα τους ονόματα- επανεμφανίζονται στους στίχους διαφορετικών τραγουδιών, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν μικρές αφηγήσεις κάπου ανάμεσα στον αποκρυφισμό, το fantasy και την επιστημονική φαντασία. Οι επιρροές από συγγραφείς, όπως οι αγαπημένοι Tolkien και Lovecraft, αλλά και από την αρχαιοελληνική μυθολογία, αφομοιώνονται σε ένα ιδιαίτερο σύμπαν του Φανταστικού. 

Κάπως έτσι, βιώνοντας τα σκοτεινά παραμύθια του Triarchy of the Lost Lovers, φαντασιώθηκα πως μιλά για μια οικογένεια αλχημιστών ("Diastric Alchemy") και βασιλιάδων ("A Dynasty From Ice"). Ο Atheron, ο μάγος του οποίου το θνητό σώμα πεθαίνει και η αθάνατη ψυχή του ταξιδεύει, χωρίς όρια πια, στη θάλασσα ("The Opposite Bank") ίσως είναι ο πατέρας του άρχοντα (Archon) Emeron, του βασιλιά του αστρικού πολέμου ("King of A Stellar War").  Έπειτα, ο φτωχός και μαζί μαχητικός βασιλιάς Emeron αποχαιρέτησε, ως παιδί, τον νεκρό  αδερφό του, για να τον ξαναβρεί ένα πρωινό, όταν κι οι δυο θα μεταμορφωθούν σε “μάγους με ανθρώπινη λαλιά” ("Snowing Still"). Χρόνια μετά , θα ξεσηκώσει τους σκλάβους, ως ένας “αετός του κυνηγιού”, για να μπει στο πρώτο πεδίο της μάχης ("First Field of The Battle"). 

Οι στίχοι και η μουσική στο Triarchy διαπλέκονται σε ένα σύνολο ποίησης και στοχασμού, χωρίς όμως ποτέ να χάνεται η σκοτεινή black metal προοπτική. Φανταζόμαστε τις ιστορίες να εξελίσσονται σε τόπους γωνιώδεις και ασπρόμαυρους μα ποτισμένους ως τον πυρήνα τους με ανθρώπινες μνήμες και θνητά συναισθήματα. Οι  ήρωες των ιστοριών αυτών είναι λαμπροί ήρωες, “που ξεκινούν τη μοναρχία” ("King of A Stellar War"), αλλά ταυτόχρονα οδηγούν έναν στρατό από “τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους” ("The First Field of the Battle"), από “απόκοσμες ψυχές” (King of A Stellar War)  σε έναν “αβέβαιο πόλεμο” ("A Dynasty from the Ice"). Με λίγα λόγια, το μεγαλείο προκύπτει μέσα από τη στέρηση και τη δυσκολία. Οι Rotting Christ ακολουθούν μια διαφορετική πορεία τους από αυτή του παγωμένου και μισανθρωπικού νορβηγικού black metal, τραγουδώντας ιστορίες μιας δύσκολης και απέλπιδης αισιοδοξίας, μιας προσδοκίας ότι η δικαίωση θα έρθει στο τέλος, ότι μετά την πίκρα, τις σκιές και τον θάνατο υπάρχει φως και ζωή. 

Η δική τους εκδοχή του ιδιώματος, το λεγόμενο hellenic black metal κουβαλά ένα ισχυρό εντόπιο πολιτισμικό στοιχείο, μεσογειακό ή και, ειδικότερα, ελληνικό. Πρόκειται για μια νοοτροπία, η οποία, αν και κομβική ιστορικά και γεωγραφικά, συνήθως δεν είναι κοινωνικοπολιτικά κυρίαρχη στη χώρα μας, όπου “αξίες” όπως το φλεξάρισμα (ή η ποζεριά, όπως λέγαμε στα 90s), η ευκολία, ο νεοπλουτισμός και το πελατειακό σύστημα έχουν τον πρώτο λόγο. Για να το πούμε με μουσικούς όρους, αυτή η νοοτροπία σπανιότατα έχει γίνει mainstream, όμως εκφράζει ανθρώπους που αγωνίζονται, με δυσκολία κι ελπίδα. Άλλες φορές πετυχαίνουν, άλλες αποτυγχάνουν, έχουν όμως  διδαχθεί πολλά, τόσο από τις σταδιακές εναλλαγές των εποχών, όσο και από τα σκληρά τραύματα της ιστορίας. Αυτό το ανεπιτήδευτο πάντρεμα ανάμεσα στη βία και στη μελωδία, αλλά και η εμμονή σε αυτή τη μουντή επικότητα αναδεικνύουν αυτή την κοσμοαντίληψη. Ακόμα και η επιμονή του Σάκη και του Θέμη Τόλη, αλλά και του Δημήτρη Πατσούρη, να μην εμφανίζονται με corpsepaint, καρφιά και άλλα δαιμονικά στολίδια, πέρα από την προβολή μιας ευρύτερης metal άποψης, σχετίζεται και με μια τέτοια φιλοσοφία, μια φιλοσοφία που ως κυρίαρχο μότο έχει το "μηδένα προ του τέλους μακάριζε" ή, καλύτερα, “μηδένα προ του τέλους οίκτιρε”. Εύστοχα ο Σάκης, σε μια παλιά του συνέντευξη δήλωνε: “παίζουμε μεσογειακό black metal”. 

Κλείνοντας το αφιέρωμα σε αυτό το κορυφαίο άλμπουμ του black metal ιδιώματος (ένα μεγάλο “μπράβο” για όσ@ς αντέξατε ως εδώ), θα προσπαθήσω να απαντήσω στο πιο δύσκολο ερώτημα που μου προκλήθηκε, ακούγοντας το: ποιες μπάντες και ποιες κυκλοφορίες αποτέλεσαν τις βασικές επιρροές για τη σχηματοποίηση του ήχου στο Triarchy of Lost Lovers; Όπως έγινε κατανοητό, στο συγκεκριμένο άλμπουμ οι Rotting Christ έφτασαν σε ένα πολύ προσωπικό ύφος, ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανιχνευθούν οι επιρροές τους. Στο Triarchy, οι Rotting Christ έχουν εξελίξει τον ήχο τους, από το ακατέργαστο death - black των πρώτων EPs σε μια ολοένα πιο έντονη εκλέπτυνση σε επίπεδο σύνθεσης, ενορχήστρωσης και παραγωγής, χωρίς όμως να στρογγυλέψουν τις αιχμές τους, οδηγούμενοι, τελικά, σε μια εμβάθυνση στην ουσία του προσωπικού τους στιλ. Έτσι, διακρίνουμε στοιχεία ωμά και ακατέργαστα, τα οποία παραπέμπουν ακόμα και black metal των 80s, από  τους Hellhammer και τους Sarcófago ως και το δικό τους Satanas Tedeum (1989), αλλά και τόσο οικείες, παθιασμένες και πιασάρικες μελωδίες, που -δεν θα πω ψέματα- μου θύμισαν ακόμα και τους Iron Maiden. Τελικά,  αυτό το αλλόκοτο αμάλγαμα ανάμεσα στην αγριότητα, την ποίηση και τη γοητεία της παρακμής, που συναντάμε στο Triarchy, έχει κατορθωθεί πρωτύτερα στο αριστουργηματικό Into the Pandemonium των Celtic Frost, ένα άλμπουμ που οι Christ σίγουρα έχουν παντοτινό οδηγό. 

Παράλληλα, απαραίτητος παράγοντας για την κατανόηση του Triarchy αποτελεί η ένταξή του στο ευρύτερο πεδίο του "hellenic black metal", το οποίο έδινε ιδιαίτερο βάρος στη μελωδικότητα και στη μυστικιστική και ποιητική ατμόσφαιρα. Παράλληλα, θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ ουσιαστικά αποτελεί το τελικό κεφάλαιο της ακμής του ελληνικού black metal, λαμβάνοντας τη σκυτάλη της επικής και οργισμένης μελαγχολίας που αρθρώθηκε υπέροχα στο Walpurgisnacht των Varathron δύο χρόνια πριν. Επομένως, το τρίο των Ελλήνων metallers συγκροτεί μια πραγματική “τριαρχία χαμένων εραστών”, καθώς ορμώνται από τη δεκαετία του ‘80, για να φυτέψουν το ύστατο άνθος της πιο γνήσιας φάσης hellenic black metal, αλλά και να σημαδέψουν ανεξίτηλα την παγκόσμια extreme metal σκηνή του δεύτερου μισού των 90s. 

Η συμφωνία με τη γερμανική δισκογραφική Century Media και η ηχογράφηση του Triarchy of the Lost Lovers αποτέλεσε μια πραγματική περιπέτεια για το συγκρότημα, την οποία διηγείται γλαφυρά ο ίδιος ο Σάκης στην προαναφερθείσα εμφάνιση του στο TV War. Μετά από αυτό το άλμπουμ, οι  Rotting Christ προχωρήσανε δισκογραφικά και προόδευσαν περαιτέρω, διοχετεύοντας τη μεν gothic πλευρά τους στην αμέσως επόμενη δουλειά τους, A Dead Poem, ενώ το πιο επικό κλίμα αλλά και η επαφή με την ελληνική παράδοση, άνθισαν πλήρως στο Theogonia, δέκα χρόνια αργότερα. Ωστόσο, η τριαρχία των χαμένων εραστών θα μείνει στη μνήμη ακροατών σε όλο τον κόσμο ως ένα αριστούργημα του black metal και του metal ευρύτερα. Πλέον κι εγώ έγινα ένας από αυτούς τους ακροατές.

Το κείμενο αφιερώνεται στον γιο μου, τον αληθινό βασιλιά του αστρικού πολέμου. 

20/3/24

Μουσικό καύσιμο 2024: μέρος πρώτον


Ορίστε μία λίστα στο… αμαρτωλό αλλά χρήσιμο Spotify, αποτελούμενη από tracks που κυκλοφόρησαν το πρώτο τρίμηνο του 2024 ήτοι από τον Γενάρη ως τα τέλη Μαρτίου. Η λίστα καλύπτει τη λεγόμενη leftfield electronica, ειδικότερα τις κατευθύνσεις του downtempo και του chill out, του dark disco και του balearic, καθώς και του organic και deep house. Τα κομμάτια έχουν ιεραρχηθεί έτσι, ώστε να δημιουργείται μία αφήγηση από τη μειλιχιότητα σε έναν υποφωτισμενο χορό.


Όλα τα tracks που εμπεριέχονται στην Spotify playlist έχουν επιλεχθεί με προσοχή από τον σελέκτορα, αλλά ιδιαίτερης μνείας αξίζουν τα κάτωθι: 

Ο ή η Ciao Ciao Marigold έχει ντύσει την τέχνη του/ της με μια ξεχωριστή γοητεία: με μότο τη φράση “if Princess Mononoke took edibles” και ως εικόνα ένα νοσταλγικό ξέχρωμο anime, παρουσιάζει lofi instrumental hip hop, το οποίο δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, αλλά έχει μια τρομερά όμορφη παραγωγή, γεμάτη χαρμολυπη. Τελευταίο του/της EP το Fouquieria Splendens, τα tracks του οποίου έχουν πάρει τους τίτλους τους από τις επιστημονικές λατινικές ονομασίες φυτών. 

Άκουσα το νέο άλμπουμ του Four Tet, με τίτλο Three, μιάμιση φορά... Δεν με ενθουσίασε, επειδή ο κ. Kieran αφήνει τα ριψοκίνδυνα και αβέβαια, μα συχνά επιτυχημένα πειράματα του, για να επαναπαυτεί σε έναν γνώριμο ήχο, ήρεμο μα και γκρουβατο. Το αποτέλεσμα; Κάποια tracks αξιόλογα, κάποια πληκτικά. Το επιλεγόμενο "Three Drums" σίγουρα ανήκει στην πρώτη κατηγορία.

Ούτε το τρίτο κατά σειρά άλμπουμ, Chorus, των Αυστραλών Midlife με ενθουσίασε. Αναμφίβολα το ντεμπούτο τους είναι ένας δίσκος αναφορας, καθώς εκεί συνδυαζουν με έναν μοναδικό τρόπο το prog rock με τη disco. Αλλά, στο τρίτο τους ολοκληρωμένο δισκογραφικό πόνημα εμπιστεύονται υπέρ το δέον την jazz-funk αυτοσχεδιαστική τους δεινότητα, με συνέπεια να υστερούν σε συνθέσεις. Επίσης, το υπερβολικο βάρος που δίνεται στα ρετρό σύνθια προσωπικα με κούρασε. Θα ήθελα κάτι πιο φυσικό και οργανικό ηχητικά. Ωστόσο κάποια υπέροχα κομμάτια εντοπίζουμε, όπως το ομώνυμο "Chorus".

Ο Jon Kennedy, παλιά καραβάνα στον χώρο του trip hop, με το νέο του άλμπουμ My Technology, δείχνει ότι το αυτό το στιλ, που πολλές και πολλοί έχουν συνδέσει αποκλειστικά με τα 90s, ακόμα να παρουσιάζει ενδιαφέροντα δείγματα. Βέβαια η αλήθεια είναι πως έχουμε να κάνουμε με μια δισκογραφική δουλειά που δεν ενθουσιάζει σε όλη της τη διάρκεια… 

Αντιθέτως, το δεύτερο full length του Σικελού Galathea, Sacred Love, έχει κερδίσει την ανεπιφύλακτη εκτίμηση μου, μετά βέβαια από 4-5 ακροάσεις. Έχουμε να κανουμε με downtempo, nu jazz και deep house βαπτισμένα ως και τη φτέρνα στον πλούτο της αφρικανικής μουσικής. Ένα μαζί αιθέριο και ρυθμικό άλμπουμ, ιδιαίτερα προσεγμένο, με τη δομή ενός γεωγραφικού μα και εσωτερικού ταξιδιου.

Τον Luca Musto τον ανακάλυψα πρόσφατα μέσω του concept άλμπουμ του Good Place, Bad Intentions του 2021, όπου συνδύαζε με χιούμορ, έμπνευση, αλλά και στοχασμό midtempo house, trip hop και blues rock! Στη εν λόγω συνεργασία του με τον Child May συνεχίζει σε αυτή τη γραμμή και μας προθερμαίνει για το δεύτερο full length άλμπουμ του. 


Μια πολύ δυνατή ανακάλυψη που έκανα, ψάχνοντας για φετινά άλμπουμ στο Spotify ήταν το Ether Ghost του Γερμανού Block Barley. Διαβάζω πως πρόκειται για το δεύτερο ολοκληρωμένο άλμπουμ: ένα ενδιαφέρον πάντρεμα ανάμεσα σε trip hop, screw hip hop (σύμφωνα με τις διδαχές του μεγάλου DJ Screw) και darkwave. Το αποτέλεσμα ιδιαίτερα μελωδικό, μα και πολύ στοιχειωμένο… το λες και witchhouse νέας γενιάς!


Μόνο και μόνο που οι Ulver, που  πρωτοστάτησαν μέσα στα περίεργα χρόνια του νορβηγικού black metal και έχουν αλλάξει τόσες φορές και τόσο δραματικά τον ήχο τους, εμπεριέχονται εν έτει 2024 σε μια λίστα με leftfield electronica λέει πολλά. Στο εξώφυλλο του single μια φωτογραφία από την εμπόλεμη Παλαιστίνη, ενώ οι αυτοαναφορικοί στίχοι ξορκίζουν για ακόμη μια φορά την πολιτικοκοινωνική ανισορροπία -ουσιαστικά το εγκόσμιο κακό- και επικαλούνται τη βαθιά ανθρωπιά μας: 

Wolves wrote this, recorded this
And today is Monday, June 21

The days are numbered
And so are words
We repeat the same old words

Το τραγούδι "Ghost Entry" συνοδεύεται και από ένα αλλόκοτο κι ωραίο remix των Autechre. Αλλά, προτιμήθηκε το original. 

Έχω ξαναγράψει ότι η σχετικά νέα τάση του λεγόμενου organic ή ethnohouse συχνά οδηγεί σε μουσικές αμφίβολης καλλιτεχνικής ποιότητας. Ωστόσο ο Ρώσος Rapossa στο νέο του single, "Lakshmi", πλάθει ένα ήχο λιτό και- θα έλεγα- επικό και λυρικό μαζί, με ελαφριά πατήματα από την Ανατολή. Το κομμάτι ανήκει στη συλλογή Awaken Hearts Vol. 1, όπως και το εξίσου αξιόλογο "Warung Warrior" του Dr. Parnassus που επίσης εμπεριέχεται στη λίστα. 


Οι Σουηδοί Fontän στο παρελθόν μας έχουν συγκινήσει εντόνως και πολλάκις. Στο φετινό τους single "Serpentines" εμπνέονται από το ταξίδι τους στο Μπουτάν. Μινιμαλιστικό, αρχέγονο μα και εκλεπτυσμένο ηλεκτρονικό psych rock, όπως μόνο το ντουέτο των Jesper Harold και Johan Melin ξέρει εδώ και χρόνια να προσφέρει. 

Το περσινό ντεμπουτο του Αθηναϊκού πειραματικού τζαζ τρίο Mob έκανε μεν θραύση, αλλά κάπως με κούρασε η εγκεφαλικοτητα και η λίγο με το ζόρι προσπάθεια για μουσική αντισυμβατικότητα. Αλλά, είναι μεγάλη τιμή ότι ολοκληρος James Lavelle ήδη ρεμίξαρε ένα κομμάτι τους και μάλιστα ετοιμάζει ολόκληρο άλμπουμ με remixes τους. Λοιπόν, φαντασιώνομαι να παίζω το Unkle remix του  "5055" σε ένα underground κλαμπάκι με κόσμο που να γουστάρει τα αργά μα γεμάτα πάθος αστικά beats. Μάλλον ευσεβείς πόθοι, ειδικά στον Βόλο…

Όχι ότι η συνεργασία του Moby με το νέο αστέρι της techno Anfisa Letyago είναι κάτι το ιδιαίτερο, αλλά… γίνεται να μην αναφέρουμε τον φαλακρό Αμερικάνο φίλο μας με την τόσο σημαντική καλλιτεχνική παρακαταθήκη; Η εκδοχή των Girls of the Internet μας δίνει ένα ρομαντικό chill / deep house άσμα. 

Ο Καναδός lazy deejay στο ντεμπούτο ep του πατάει με το ένα πόδι στην πλούσια deep house σκια των 90s και με το άλλο στο λεγόμενο στιλ του lofi house, που κατά τ’ άλλα έχει σχεδόν σβήσει, όπως πολλά από τα ιντερνετικά κινήματα της ηλεκτρονικής μουσικής, βλ. witch house, που προαναφέραμε. 

Αγαπάμε τον Fort Romeau, εν μέρει επειδή φτιάχνει άλμπουμ όπως το Romantic Gestures, στο οποίο συλλέγει με ταπεινότητα, έμπνευση και κυρίως σωστή DJ αντίληψη κομμάτια προορισμένα για μεταμεσονύκτια και μισοφωτισμένα dancefloors: τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. 


Το άλμπουμ Motherless Father (Brownswood Recordings) του DJ, παραγωγού και μουσικού Lefto Early Bird μπορεί να μην έχει, κατά τη γνώμη μου, ούτε έναν τόσο ωραίο τίτλο, ούτε ένα όμορφο εξώφυλλο, αλλά προς το παρόν αποτελεί το αγαπημένο μου full-length για το 2024. Σκοτεινό και ατμοσφαιρικό tech house με ισχυρές δόσεις από την bass παράδοση αλλά και από τη νέα jazz της Μεγάλης Βρετανίας, καθώς και διαποτισμένο με υψηλή μελωδική αντίληψη και με μια κινηματογραφική ευαισθησία, χαρακτηριστικά που αφήνουν χαραμάδες φωτός. Με κάτι τέτοια άλμπουμ η εναλλακτική χορευτική ηλεκτρονική μουσική πάει μπροστά. Θα επανέλθουμε. 

Η λίστα μας κλείνει με το υπέροχο τραγούδι "Empty and Silent" των Mount Kimbie, με τα ανεπανάληπτα φωνητικά του King Krule. Ένας motorik ρυθμός συνοδεύει ambient ηχοτοπία και post-punk κιθάρες σε ένα πραγματικό ποίημα αφιερωμένο στη δύσκολη αισιοδοξία μας.


Πιστεύω πως θα βρω χρόνο να επανέλθω μετά από 3-4 μήνες με μια νέα λίστα με φρέσκες μουσικές κυκλοφορίες, συνοδευόμενες από το απαραίτητο αρθράκι. 

εικόνα: Pawel Kuczynski

5/3/24

Γιατί black metal; Για το "αγγελικό και μαύρο φως"...


Θυμάμαι, όταν ήμουν έφηβος στο β' μισό των 90s και είχα μπει με τα μπούνια στον χώρο του prog metal, με μπάντες όπως οι Dream Theater, οι Fates Warning, οι Conception κλπ., το black metal επίσης ήταν πολύ διάσημο στους “μεταλλάδικους” κύκλους του Βόλου, αλλά εμείς, που αυτοπροσδιοριζόμασταν ως “προγκρεσιβάδες”, το αντιμετωπίζαμε ως απλοϊκό και επιφανειακό. Παράλληλα, τα διαβάσματα μου τότε, ο H. P. Lovecraft και ο κύκλος των weirdos του, αντί να με ωθεί στα σατανικά μαύρα μέταλλα, με απομάκρυνε, επειδή σκεφτόμουν ότι η ελιτίστικη και υπαινιχτική αντίληψή του για τον τρόμο και το δαιμονικό δεν ταίριαζε με το corpsepaint και το κάψιμο των εκκλησιών. Ωστόσο, από τότε κάτι απροσδιόριστο με έλκυε στο black metal, αλλά και κάτι με φόβιζε σε αυτό - τώρα μπορώ να το ομολογήσω δίχως δισταγμό: η εισχώρηση σε έναν κόσμο γοητευτικό μα πολύ σκοτεινό και βίαιο. 

Οι άνεμοι του χρόνου πέρασαν πάνω από εκείνα τα αραχνιασμένα και δοξασμένα εφηβικά έτη, ορμητικό, γάργαρο και πολυποίκιλο νερό μπήκε στο αυλάκι του μουσικού μου γούστου και άκουσα πολλά είδη και ύφη, χωρίς να κατορθώσω να γίνω ειδικός σε κανένα! Και να τώρα που, αφού έχω καβαλήσει (εδώ και 3-4 χρόνια) τα 40, οδεύοντας στο οικείο και στο άγνωστο μαζί, ξανακούω -βασικά, ακούω για πρώτη φορά πιο οργανωμένα- black metal! Από τότε που το 2024 μας καλωσόρισε, πιάνω τον εαυτό μου να απολαμβάνει black metal άλμπουμ, τόσο τα κλασικά του λεγόμενου “second wave”, όσο και πιο ύστερα, το βράδυ πριν κοιμηθώ στα ακουστικά, αλλά και το πρωί, αφού έχω πάει τον γιο μου στον παιδικό σταθμό, και πίνω ήσυχα τον καφέ μου στο σπίτι. Καταπιάνομαι με σατανιστές, εγκληματίες, σχιζοφρενείς ή, απλά, κομπλεξικούς -αυτά μέσα μου τα συγχωρώ και τα αποδέχομαι- αλλά και υπερεθνικιστές, των οποίων η τέχνη με κάνει να μπω αλλόκοτα στην αντίληψη του οπωσδήποτε αρρωστημένου σωβινισμού τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους Drudkh. Καθαρά φασιστικό (national socialist) black metal, βέβαια, δεν αντέχω. Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον συρφετό βρίσκω και μπάντες με τις οποίες συμπλέω πολιτικά, και κυρίως συνομιλώ με ανθρώπους που έχουν σημαδέψει τη σύγχρονη τέχνη της μουσικής, ανεξαρτήτως ειδολογικής κατεύθυνσης, όπως ο κύριος Kristoffer Rygg.

Γιατί, λοιπόν, black metal; Συζητώντας με τον κολλητό μου φίλο, κουμπάρο και… παλαιό μύστη του είδους, που τελευταία επίσης το έχει ξαναθυμηθεί, έφτασα στο συμπέρασμα πως το black metal με κάνει να νοσταλγώ τα εφηβικά και τα πρώτα νεανικά μου χρόνια, με έναν τρόπο συγκινητικό, μα και ειρωνικό, κοντολογίς δημιουργικό, με μια “reflective nostalgia”, όπως γράφει η θεά Svetlana Boym. Η μελαγχολία, η απαισιοδοξία, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, μα και το θαύμα της ύπαρξης μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα στη Μεσόγειο, τα μοναδικά βιώματα της παρέας των μικρών κι αιώνιων φίλων μα και οι μοναχικές στιγμές της μυθολογίας Κθούλου, του Έπους της Γαιοθάλασσας και των θρίλερ του Alfred Hitchcock. Ακούγοντας black metal αναστοχάζομαι όλα αυτά, ανακαλύπτω ξανά ποιος είμαι και προσπαθώ να δω προς τα που οδεύω, καταφάσκω σε αυτή την μαζί σκοτεινή και φωτεινή ζωή, στο “αγγελικό και μαύρο φως”, όπως έχει γράψει και ένας άλλος παχουλός, διοπτροφόρος και ιδιοφυής κύριος που σφράγισε τη νεότητά μου.