Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28/12/24

Απολογισμός των ακροάσεων του 2024: 10 EPs & singles

Θα ξεκινήσω τον καθιερωμένο πλέον απολογισμό των μουσικών ακροάσεων της χρονιάς με μια εξίσου χρόνια διαπίστωση: όπως και στο τέλος του κάθε έτους, έτσι και στο φινάλε του 2024 ένιωσα πως, πρώτον, δεν άκουσα τόση μουσική όση θα ήθελα και δεύτερον δεν άκουσα αρκετά όσες από τις κυκλοφορίες αγάπησα περισσότερο. Παρόλα αυτά, η τέχνη της μουσικής στάθηκε για ακόμα μια φορά ένα σταθερός σύντροφος το ‘24. Συνεπώς, οι δύο λίστες των μουσικών κυκλοφοριών του έτους δεν διακατέχονται από καμία απαίτηση αντικειμενικότητας, αντιθέτως, χωρίς πλέον ψευδαισθήσεις, καταγράφουν ό,τι βλέπουν “τ’ άγρυπνα μάτια της ψυχής” που λέει κι ο ποιητής. Δηλαδή, τα 10 EPs/ singles (παρουσιάζονται σε αυτή την ανάρτηση) και 10 full-length άλμπουμ (θα παρουσιαστούν στην επόμενη) του 2024 έχουν επιλεχθεί βάσει των εξής σκέψεων:

α. Συμπεριλήφθηκαν δουλειές ή, καλύτερα, δημιουργίες που με συντρόφευσαν συναισθηματικά σε μία ομολογουμένως περίεργη χρονιά, με πολλά κι έντονα ups & downs, αλλά ακόμα περισσότερα μου έδωσαν τη δύναμη για καλύτερη σκέψη και πράξη.

β. Προσπάθησα να εντάξω και κυκλοφορίες που ανακάλυψα, περισσότερο ή λιγότερο μόνος μου, δηλαδή μέσω ψαξίματος στο Bandcamp π.χ. ή μετά από ξεψάχνισμα στις προτάσεις του Spotify και επομένως δεν εντοπίστηκαν σε άλλες λίστες του 2024, προς το παρόν τουλάχιστον.

γ. Έγινε μια απόπειρα για υπέρβαση του διπόλου mainstream vs. indie/ underground, ωστόσο η τάση προς τον πρώτο πόλο οπωσδήποτε παραμένει. 

δ. Φυσικά, εντός των λιστών θα βρείτε κυκλοφορίες που πετυχαίνουν, κατά τη γνώμη μου, δύο στόχους: i) να προτείνουν φρέσκα στιλ ή στιλιστικά υβρίδια και ii) να έχουν να πουν κάτι (οι περισσότερες από αυτές) για το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι που μας κλωθογυρίζει. 

Ας ξεκινήσουμε με τα EPs & singles 

(H εικόνα του κάθε εξωφύλλου αποτελεί link για το αντίστοιχο άλμπουμ)


10. Caral - Lo Oscuro

Το ντεμπούτο EP του Caral από το Μπουένος Άιρες εμπεριέχει ένα ορχηστρικό downtempo reggaeton προικισμένο με ονειρική ατμόσφαιρα, αλλά και το ηχόχρωμα της φιλόξενης μποέμικης λαϊκότητας του tango.







09. Michael Sebastian & Friends - Move

Ο κιθαρίστας M. Sebastian τζαμάρει με την παρέα των καλλιτεχνικών του συνοδοιπόρων, με το αισιόδοξο ψυχολογικώς αποτέλεσμα να κινείται κάπου ανάμεσα στην jazz-pop του Tom Misch, τον urban ήχο του US hip hop και soul και τις πάντα ζωτικές αφρικάνικες ρίζες. 





08. Evening News - New World

Νέα μπάντα από την Αυστραλία στην παρθενική της κυκλοφορία ακολουθεί τα βήματα των Mildlife, προσθέτοντας μια πινελιά dance -να πούμε house; να το πούμε IDM;- σπιρτάδας στο εντελώς ενδιαφέρον μοντέρνο funky-jazz-fusion υβρίδιο που έχει μαγειρέψει. 







07. The Clean Trip - The Clean Trip

Σε αυτό το project, o κιθαρίστας Max Essa συνεργάζεται με τον παραγωγό David Harks για να μας χαρίσουν ένα μπουκέτο μοντέρνων balearic tracks, με ρυθμούς ράθυμους, ονειρώδεις μελωδίες που νοσταλγούν τα 80s και μια υφέρπουσα ροκ αλητεία.




06. MF Tomlinson - We Are Still Wild Horses Remixed

Έμαθα τον τραγουδοποιό MF Tomlinson μέσα από αυτό το EP, στο οποίο νέοι παραγωγοί ρεμιξάρουν κάποια τραγούδια του περσινού του άλμπουμ. Αν έχετε λατρέψει το remix των Beyond the Wizards Sleeve στο Roscoe των Midlake, ακούστε αυτή τη δουλειά!




05. Infra Disco - Aqua Cheta

To Aqua Cheta αποτελεί μια λυρική αποτύπωση της μαγείας του νερού - μάλιστα στη βινυλιακή έκδοση το κάθε ορχηστρικό track συνοδεύεται και από ένα σύντομο ποίημα. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ το EP ξεκινά όμορφα αλλά σε ένα τυπικά balearic ήχο, όσο προχωρά εμπλουτίζεται με στοιχεία jazz, latin και αραβικής μουσικής. 



04. ddwy - Spinning Stones

Το ντουέτο των ddwy αποτελείται από την τραγουδίστρια nangi και τον παραγωγό Inner Totality. Πέρσι κυκλοφόρησαν το full-length ντεμπούτο τους , το οποίο είχα βρει ενδιαφέρον, αλλά κάπως αδύναμο. Φέτος όμως, με αυτό το EP έχουν σαφώς βελτιωθεί, στήνοντας ένα προσωπικό στιλ, το οποίο θα χαρακτήριζα ως midtempo minimal kraut tribal trance… 



03. Vakula & LG - Dipsync

Ο Ουκρανός Vakula μετα από μια σειρά μακρόσυρτων άλμπουμ με τελετουργικό new age, επιστρέφει δυναμικά, σε συνεργασία με τον νέο παραγωγό LG, με συγκλονιστικό techno, σφραγισμένο με βαθιές μνήμες της kosmische σκηνής. 





02. Birdsnake - Birdsnake Begins

Για το ντεμπούτο EP αυτής της τρελής μελβουρνέζικης παρέας -μέλος της παίζει και στους προαναφερθέντες Evening News- έχουμε ξαναγράψει εδώ. Οπότε, απλά να σημειώσω πως έχουμε να κάνουμε με krautrock επιρροής dubby trip hop, το οποίο ανοίγεται σε μια, αξιοσημείωτα δεμένη, περιπετειώδη εξέλιξη. 




01. Sidi Bou Said - Sidi Bou Said

Το ντουέτο των Sidi Bou Said αποτελείται από τους Μιλανέζους Paolo Russi (μέλος των Discojuice) και Marco Lanfranchi. Στη σαγηνευτική τους μουσική, επιστρατεύουν ένα ύφος που γνωρίζουν καλά, δηλαδή ένα μίγμα από balearic disco και deep house, για να αναπαραστήσουν την πολυπολιτισμικότητα της τυνησιακής πόλης Sidi Bou Said, όπου συναντιούνται μοναδικά η ευρωπαϊκή και η αραβική Μεσόγειος. Συνεπώς οι εντονότατες και αρχέγονες, θα έλεγα, νοτιοϊταλικές και βορειοαφρικανικές επιρροές απογειώνουν το σκηνικό με τρόπο ανεπανάληπτο.

29/11/24

Conifére - L'Impôt du Sang: επαναστατικό, παθιασμένο και νοσταλγικό black metal από το Μόντρεαλ του Καναδά

Δεν είμαι βέβαιoς αν το L'Impôt du Sang των Conifére είναι το καλύτερο άλμπουμ της χρονιάς... αυτός όμως που μπορώ να δηλώσω με βεβαιότητα είναι πως πρόκειται για το πιο απολαυστικό άλμπουμ της χρονιάς. Μια δισκογραφική κατάθεση που έχω ακούσει πολλές φορές ήδη, περισσότερο από κάθε άλλη κυκλοφορία του 2024- ανεξαρτήτως είδους και ύφους- και συνεχίζω να ακούω με μεγάλη ευχαρίστηση. Κι αυτό επειδή το black metal συγκρότημα από το Μόντρεαλ του Καναδά παντρεύει αλλόκοτα και γοητευτικά τη μελωδία και την αγριότητα, την οργή και το πανηγύρι. 

Βέβαια, το άρθρο που ακολουθεί δεν έχει μονάχα διθυραμβικό, αλλά και κριτικό χαρακτήρα, καθώς το μουσικό ύφος, το  πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο οι Conifére κινούνται, καθώς και οι ευρύτερες επιρροές τους σχηματίζουν ένα υλικό ταμάμ για αισθητικό, αλλά και πολιτικοκοινωνικό σχολιασμο. Ας μπούμε, λοιπόν -όπως θα έλεγαν και οι φίλοι μας οι Emperor- στο μαγικό emperium των Conifére.

Πρώτα απ’ όλα, ο ιδιοσυγκρασιακός ήχος της μπάντας αξίζει την προσοχή μας: από τη μια πλευρά έχουμε ένα ενεργητικό, μελωδικό και επικό black metal, με μικρά μα ουσιαστικά ακουστικά διαλείμματα, ένας ήχος που χρωστά πολλά στην νορβηγική σκηνή των 90s, ειδικότερα στα folk, ψυχεδελικά και επικολυρικά πειράματα των πρώτων άλμπουμ των Enslaved και των In The Woods. Παράλληλα, όμως, διακρίνουμε και σαφείς επιρροές από τον ευρύτερο χώρο του punk, ακόμα και του hardcore, θα έλεγα κυρίως από neocrust μπάντες, όπως οι προ δεκαπενταετίας - εικοσαετίας θεμελιωτές της crust αναβίωσης Fall Of Efrafa. Ωστόσο, οι Conifére διαφοροποιούνται, καθώς ξεφεύγουν αφενός από αυτόν τον κραυγαλέο ηχητικό όγκο που κυριαρχεί σε ένα μεγάλο μέρος του ακραίου metal σήμερα, ακόμα και στις πιο underground πλευρές του και αφετέρου από την κατήφεια που διακατέχει το crust από τα γεννοφάσκια του. 

Δηλαδή, από τη μία πλευρά ο ήχος τους είναι πιο messy και fuzz-αριστός, με την απαραίτητη και διακριτική προσθήκη των πλήκτρων, στοιχεία βέβαια που παραπέμπουν στο λεγόμενο atmospheric black metal, αλλά από την άλλη πλευρά στηρίζεται σε έξυπνα και τσαμπουκαλεμένα riffs, που βγάζουν μια οργισμένη χαρά. Συνεπώς στο L'Impôt du Sang θα βρείτε μουσική που προκαλεί νοσταλγία αλλά και διάθεση για ένα σούπερ δυνατό live. Η παραγωγή του Patrick McDowall των Spectral Wound αναδεικνύει όλη αυτή την ηχητική ιδιαιτερότητα. Θεωρώ πως το δεύτερο τραγούδι του άλμπουμ, "Le Grand Ηyver", εμπεριέχει ισόποσα όλα τα παραπάνω στοιχεία˙ ειδικά το γύρισμα στo 3'.29'' από μια μυστικιστική απαγγελία βυθισμένη στο crustened black metal σε ένα παιχνιδιάρικο classic metal solo του Nakkabre, πάνω σε ένα κεφάτο d-beat παιγμένο από τους Garoth (drums) και Martyr (μπάσο) φτιάχνει ένα πραγματικό αριστούργημα. 

Η θεματολογία των αποκλειστικά γαλλικών στίχων στο L'Impôt du Sang μπλέκει την ιστορία με τον τον μύθο και τον συμβολισμό. Το άλμπουμ ξεκινά εκπληκτικά με την απαγγελία του ποιήματος “Liberté” του Πωλ Ελυάρ, από τον ίδιο τον ποιητή. Πρόκειται για ένα ποίημα που γράφτηκε το 1942 κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής της Γαλλίας και έχει επομένως έντονη αντιφασιστική και Αριστερή χροιά, ειδικά αν αναλογιστούμε την πολιτική ταυτότητα του ίδιου του δημιουργού του. Στα καπάκια ο τραγουδιστής Cauchemar ξεκινά τα ωραία του ουρλιαχτά, συνοδεία του απαραίτητου οργανικού ορυμαγδού. Μας τραγουδά για τον ανελέητο πόλεμο, για “τα αρπακτικά πουλιά που γλεντούν σε μια μαύρη γιορτή σάρκας” (“Régalent les rapaces d’un noir festin de chair”). Το “Le Grand Hyver” παρουσιάζει μια τραγική κατάσταση ένδειας, ακόμα και πείνας που φέρνει ο χειμώνας στους χωρικούς του Μεσαίωνα ή της πρώιμης νεωτερικότητας, ενώ το  “Décombres Fumants” είναι αφιερωμένο στους χριστιανούς κατακτητές των παγανιστικών κοινοτήτων της Ευρώπης και της Αμερικής, ίσως και του Καναδά ακόμα… 

Last but not least, στο δωδεκάλεπτο “Rêve de Nos Ancêtres” ξεδιπλώνεται μια λυρική εξιστόρηση της πορείας του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος παρουσιάζεται αντιφατικά: από τη μια γνήσιο τέκνο της Γαλλικής Επανάστασης και του απελευθερωμένο γαλλικού λαού, αλλά από την άλλη ένας ιμπεριαλιστής κατακτητής, ζωσμένος από κόλακες και δολοπλόκους, ένα “πολίτης τύραννος”: “Citoyen Tyran”. Μετά από ένα ψάξιμο στο διαδίκτυο αυτός ο οπωσδήποτε μειωτικός χαρακτηρισμός, παραφθορά του τίτλου “Le Roi Citoyen” (πολίτης βασιλιάς) διατυπώθηκε από τον δημοσιογράφο Eugène Desmares σε σατιρικό του βιβλίο του 1830 εναντίον του βασιλιά της Γαλλίας, Louis Philippe I, ως κριτική της τάσης του για απολυταρχισμό. Ο Louis Philippe I ανατράπηκε το 1848, στο πλαίσιο μεγάλων αντιμοναρχικών και δημοκρατικών επαναστατικών κινήσεων στη Γαλλία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Δεν γνωρίζω αν ο στιχουργός του γκρουπ, Cauchemar, έχει υπόψη του το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά -όπως και να ‘χει- η διακειμενική αναφορά είναι πολύ ενδιαφέρουσα. 

Συνεπώς, βλέπουμε ότι τα κοινωνικοπολιτικά και τελικά ιδεολογικά αποτυπώματα των Conifére, τουλάχιστον στο L'Impôt du Sang, φανερώνουν μια προοδευτική πορεία, με μια -γνήσια γαλλική- επαναστατική εστίαση στον λαό ως φορέα της εθνικής και κοινωνικής ελευθερίας, από τη Γαλλική Επανάσταση ως και τον φλογερό ποιητικό λόγο του Πωλ Ελυάρ. Ωστόσο, μια πιο ενδελεχή έρευνα των κινήσεων του γκρουπ, από τότε που σχηματίστηκαν ως και σήμερα, αποκαλύπτει μια πιο αντιφατική πορεία, που έχει προφανώς μια θετική πολιτικά κατάληξη. 

Το πρώτο άλμπουμ των Conifére ονομάζεται Noblesse D'Épée και κυκλοφόρησε το 2020. Πρώτα απ’ όλα, ας ομολογήσουμε ότι είναι μια δουλειά πολύ κατώτερη του L'Impôt du Sang: ατμοσφαιρικότατο ambient black metal μεν, που τείνει έντονα προς το dungeon synth, αλλά υστερεί τόσο σε συνθέσεις, όσο και σε παραγωγή, η οποία είναι τόσο επιτηδευμένα lo-fi, που καταντά κάπως απρόσεκτη. Επίσης, το Noblesse D'Épée κυκλοφόρησε στην καναδική δισκογραφική Corde Raide, η οποία έχει φιλοξενήσει και κάποιους ξεκάθαρα εθνικοσοσιαλιστές black metal καλλιτέχνες. Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα αν το γκρουπ είχε υπόψη του το ποιόν της συγκεκριμένης δισκογραφικής, αλλά στο διαδικτυακό μας κόσμο δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο... Παράλληλα όμως, αυτό το ασφυκτικό περιτριγύρισμα της μπάντας από έναν ακραία συντηρητικό πολιτικό κλοιό είναι ακόμα πιο σύνθετο. 

Όσες και όσοι ασχολούμαστε με το black metal ξέρουμε πολύ καλά πως δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος των καλλιτεχνών του ιδιώματος ανήκει στον συντηρητικό πολιτικό χώρο, από μια ήπια δεξιά κατεύθυνση ως και πλήρως συνειδητοποιημένες νεοναζιστικές θέσεις. Έτσι και στην ευρύτερη περιοχή του Κεμπέκ του Καναδά όπου ζουν και δραστηριοποιούνται οι Conifére (συγκεκριμένα τα μέλη της μπάντας ζουν στο Μόντρεαλ),  έχει αναπτυχθεί ένα ολόκληρο κύμα black metal μπαντών που εκφράζουν το γαλλοθρεμμένο αυτονομιστικό εθνικιστικό κινημα της περιοχης, το οποίο έχει τις ρίζες  στον 19ο αι., ενώ εδώ και πολλά χρόνια έχει στραφεί προς μια καθαρά συντηρητική και επικίνδυνα φυλετική κατεύθυνση. Οι φίλοι μας οι Conifére είναι αναμφίβολα επηρεασμένοι από αυτή την τάση, καθώς στον ήχο τους συναντάμε πολλές επιρροές από την μπάντα - σήμα κατατεθέν της, δηλαδή τους Forteresse, οι οποίοι παίζουν ένα επικό, δυναμικό και αγέρωχο atmospheric black metal και αφετέρου είδαμε ήδη πως έχουν μια εμμονή με τη γαλλική ιστορία και κουλτούρα. 

Όμως, στο L'Impôt du Sang, το συγκρότημα από το Μόντρεαλ κάνει μια ανεπαίσθητη αλλά παράλληλα ανεξίτηλη ιδεολογική στροφή, ενισχύοντας τις δημοκρατικές και (πολιτικά) φιλελεύθερες του τάσεις, χωρίς να απαρνείται τη γαλλική επίδραση. Αυτή η αλλαγή αντικατοπτρίζεται και στον ανανεωμένο, πλουσιότερο και σαφώς βελτιωμένο ήχο του πιο πρόσφατου δισκογραφικού του πονήματος. Παράλληλα, η βινυλιακή έκδοση του άλμπουμ τους κυκλοφορεί από τη δισκογραφική Phantom Lure, στο roaster της οποίας συμπεριλαμβάνονται Αμερικάνοι καλλιτέχνες, όπως οι Old Nick  και οι Bloody Keep, οι οποίοι έχουν πάρει ξεκάθαρα αντιφασιστική στάση. Τέλος, ο κιθαρίστας των Conifére, Nakkabre, κατά κόσμον Mathias Fortier, φαίνεται ένας ωραίος τύπος, tattoo artist και γραφίστας, με ευρύ μουσικό γούστο και, κυρίως, με διασυνδέσεις στον χώρο του αντιφασιστικού πανκ της καναδικής μεγαλούπολης. Συνυπολογίζοντας όλα αυτά, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε πως οι Conifére πλέον βαδίζουν δημοκρατικά, ακόμα περισσότερο διαμορφώνουν μια πιο προοδευτική οπτική για το metal noir quebecois, όπως ονομάζεται αυτή η εντόπια εκδοχή του μαύρου μετάλλου. 

Κατά τη διάρκεια του 2024, άκουσα black metal περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της πορείας μου ως ακροατής. Σίγουρα οι εσωτερικές και οι εξωτερικές εμπειρίες δημιουργούν κάθε φορά τις συνθήκες για την έφεση προς ένα συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα. Στο L'Impôt du Sang των Conifére βρήκα έναν φίλο που με παρέσερνε σε ένα ενδογενές (ή και κανονικότατο) headbanging, αλλά παράλληλα μου προσέφερε στοχασμό, νοσταλγία και ψυχοθεραπεία! Πιστεύω πως στις επόμενες της κυκλοφορίες η μπάντα θα κινηθεί ακόμα πιο συναρπαστικά σε μουσικό επίπεδο και ακόμα πιο προοδευτικά σε πολιτικό. 

29/8/24

Music is my fuel 2024 III: Hasta La Vista Beyond Evil


Η τρίτη συνέχεια της σειράς Music is My Fuel 2024, με επιλεγμένα πρόσφατα tracks κατά βάση της λεγόμενης leftfield electronica ήρθε γρήγορα, καθώς ο αγαπημένος σας μουσικός επιλογεύς είναι on fire! Αρκετά τα ενδιαφέροντα κομμάτια, EPs και full-lenghts μέσα στο 2024, για τα οποία θα μιλήσουμε εν ευθέτω χρόνω, βέβαια πριν τελειώσει η χρονιά. Προς το παρόν απολαμβάνουμε μουσική και, όποια/ όποιος θέλει ψάχνει περαιτέρω.

Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί πως σε αυτή την έντονη καταφυγή στην τέχνη της μουσικής συντέλεσε κατά πολύ η τραγική αποκορύφωση της καταστροφικής παρακμής που βιώνει η πόλη μας, ο Βόλος. Έτσι, φτιάξαμε μια αφήγηση τραγουδιών και ορχηστρικών από το 2024 που κρατά δυόμιση ώρες και είναι αφιερωμένη σε όσες/ όσους κατοίκους του Βόλου και της Μαγνησίας αντιστέκονται στην οικολογική, πολιτική, κοινωνική, αισθητική και νοοτροπική, τελικά, σήψη της πόλης και της περιοχής μας: hasta la vista beyond evil


Η εικόνα προέρχεται από καρτ-ποστάλ του λιμανιού του Βόλου, από τις αρχές του 20ού αι. 

28/5/24

Ελληνικό hip hop: από τη δεκαετία του '90 σ' αυτή του 2020


Το hip hop, όπως και το ροκ, η ηλεκτρονική μουσική και εν μέρει η τζαζ, αποτελεί ένα μουσικό είδος που αφορά σε ένα μεγάλο βαθμό τα νιάτα. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια το hip hop, έχει κερδίσει την παρτίδα, εκφράζοντας χιλιάδες νέες και νέους σε όλο τον κόσμο, τόσο ως ακροατές και και ως δημιουργούς.

Έτσι κι εγώ, ακούγοντας που και που hip hop, αισθάνομαι μικρότερος, κάπου ανάμεσα στην εφηβεία και την πρώτη νεοτητα κι ακόμα πιο βαθιά, αναστοχάζομαι αυτή τη φάση της ζωής, σχεδιάζοντας παράλληλα το αύριο. Το ίδιο μου συμβαίνει ακούγοντας metal και dance μουσική. Είμαι καλά γιατρέ μου; 

Anyway, τα παραπάνω λόγια γράφτηκαν εξαιτίας του παρακάτω YouTube playlist, με μια αρμαθιά από αγαπημένα ελληνόφωνα hip hop τραγούδια, από τα 90s ως και σήμερα. Η λίστα αυτή δεν διεκδικεί δάφνες αντικειμενικότητας, καθώς λείπουν κυκλοφορίες - σταθμοί στον χώρο. Άλλωστε, φανατικός του ελληνικού hip hop δεν είμαι, καθώς με κουράζει συχνά η προβλεπόμενη και συχνά ντεμέκ αλητεία, όσο και η εξίσου προβλεπόμενη κατάθλιψη, δύο χαρακτηριστικά που όχι σπάνια μαστίζουν το hip hop στη χώρα μας. Αλλά, και σε αυτό το είδος, έχουμε φτιάξει σπουδαία κομμάτια. 

Στη λίστα έχουν συμπεριληφθεί και αρκετά βίντεοκλιπ, ώστε η κουλτούρα του ελληνικού hip hop να παρουσιαστεί πιο σφαιρικά. Επίσης, η σειρά των βίντεο είναι, όχι μόνο στιλιστική, αλλά και ως επί το πλείστον χρονολογική. 

 

Η λίστα είναι αφιερωμένη στον ανθό της νεότητας, στις μαθήτριες/ φοιτήτριες και τους μαθητές/ φοιτητές μου, των οποίων τα όνειρα, τις προσδοκίες και τους αγώνες επιβίωσης, σχέσεων, κοινωνίας και ψυχολογίας περιγράφουν, θαρρώ, διαχρονικά τα τραγούδια αυτά.

22/5/24

Επιστρέφοντας στην Τριαρχία των Χαμένων Εραστών


Ένα long read αφιερωμένο στο κορυφαίο 

Triarchy of The Lost Lovers των Rotting Christ


Τελικά αυτό εδώ το blog (σε μια εποχή που έχει περάσει η μόδα της “μπλογκόσφαιρας”) παραμένει πεισματικά ένα ημερολόγιο των μουσικων μου ακροάσεων και ένα πεδίο διοχέτευσης της επιθυμίας να γράφω για μουσική, με έναν τρόπο που θεωρώ ωραίο και ενδιαφέροντα, ακόμα κι αν δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις για το κάθε είδος και ύφος που κατά καιρούς καταπιάνομαι. Αλλά, ακούμε, διαβάζουμε, γράφουμε και μαθαίνουμε. Σαφέστατο παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί το παρακάτω κείμενο, στο οποίο εξωτερικεύω την σχετικά πρόσφατη επιστροφή μου στον metal ήχο, μετά από πολλά χρόνια που ασχολούμουν μαζί του παροδικά και επιλεκτικά. Βέβαια, αυτή η επιλεκτική ενασχόληση συνεχίζεται, αλλά έχει γίνει πολύ πιο πυκνή το τελευταίο καιρό, εξαιτίας της εστίασής μου στο ιδίωμα του black metal. Αλλά, αυτά τα έχουμε πει ήδη

Κεντρικό θέμα αυτού του κειμένου αποτελεί το τρίτο κατά σειρά ολοκληρωμένο άλμπουμ των θρυλικών Ελλήνων black metallers Rotting Christ, το εξίσου περίφημο Triarchy of the Lost Lovers. Ένα άλμπουμ που άκουσα για πρώτη φορά πολύ πρόσφατα, στην ηλικία των 44 χρονών… Κάπως ετεροχρονισμένα, θα έλεγε κανείς, αφού το αναμενόμενο θα ήταν να το είχα ακούσει ήδη από τα 14-15. Αλλά, σε αυτή την ώριμη (;) και σίγουρα προχωρημένη για headbanging ηλικία, η τριαρχία των Rotting Christ μου έκλεψε τα ώτα, το νου και την καρδιά και μ’ έκανε να λατρέψω χωρίς περιστροφές ξανά τη metal μουσική. Έτσι, αποφάσισα να μοιραστώ τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου δημιούργησε αυτό το άλμπουμ.

Ας ξεκινήσουμε με τα γνωστά και μη εξαιρετέα: στο Triarchy of the Lost Lovers οι Rotting Christ, αποτελούμενοι τότε από τον Σάκη Τόλη (Necromayhem) στα φωνητικά και στις κιθάρες, τον Δημήτρη Πατσούρη (Mutilator) στο μπάσο και τον Θέμη Τόλη (Necrosauron) στα τύμπανα, παρουσιάζουν μια στροφή και συνάμα εξέλιξη στον ήχο τους, βαίνοντας σε έναν δρόμο που δίνει έμφαση στη μελωδία, στις midtempo ταχύτητες και σε μια επική μελαγχολία gothic κλίματος. Πράγματι, τα riff που ξεχύνονται στα εννιά τραγούδια του άλμπουμ είναι πρώτης γραμμής, μοιρασμένα ανάμεσα στη μελωδικότητα και την αγριότητα. Παράλληλα, οι αλλαγές των θεμάτων και των ρυθμών έχουν έναν κάπως πολύπλοκο χαρακτήρα, αλλά το σημαντικό είναι ότι πραγματοποιούνται με οργανικότητα. Προσέξτε, για παράδειγμα το πως στο τραγούδι "Shadows Follow", το μελωδικό και groovy μέρος, ξαφνικά μα και με μια φυσικότητα, δίνει τη θέση του σε ένα ταχύ και τραχύ “νορβηγικού” ύφους ξέσπασμα. Ο Σάκης Τόλης στην κιθάρα παίζει δυναμικά μα και αρκετά δεξιοτεχνικά, αλλά κυρίως λιτά, στοιχεία που χαρακτηρίζουν και το παίξιμο και του αδερφού του Θέμη στα ντραμς. Αυτή η κυρίαρχη αίσθηση λιτότητας φτάνει σε επίπεδα μιας έκφρασης απογυμνωμένης από περιττά στολίδια, ωμής, κάμποσο παρανοϊκής, μα και γεμάτης πάθος στο τραγούδισμα του Σάκη, το αναμφίβολα πιο black metal χαρακτηριστικό του άλμπουμ. Όλα αυτά τα συστατικά συγκεράζονται σε ένα αρμονικό σύνολο χάρη στην παραγωγή του Andy Classen, η οποία αναδεικνύει τόσο την ωμότητα - σκληρότητα, όσο και την ατμοσφαιρικότητα - μελωδικότητα του ήχου της μπάντας. 

Τα προαναφερθέντα πιο τεχνικά ή ξεκάθαρα μουσικά στοιχεία του Triarchy of the Lost Lovers πρωταρχικά υπηρετούν το μοναδικό κλίμα αυτού του άλμπουμ. Mέσα σε αυτή ακριβώς την ατμόσφαιρα ένιωσα να χάνομαι δίχως επιστροφή. 

Πρώτα απ’ όλα, ο τίτλος της όλης κυκλοφορίας ήταν, για τα δεδομένα της black metal σκηνής των 90s, παράδοξος: ενώ η κυρίαρχη νοοτροπία, ακόμα και των πιο πειραματικών κυκλοφοριών του ιδιώματος, θεμελιωνόταν πάνω στη μισανθρωπία, τη βία και τον σατανισμό, η ελληνική μπάντα με το προκλητικό όνομα κυκλοφορεί ένα άλμπουμ που στον τίτλο του φιγουράρει η φράση “χαμένοι εραστές”... Βεβαια, τόσο ο Jim Mutilator, σε μια συνέντευξη του ‘96, όσο και ο Σάκης Τόλης, στο guest που έκανε στο αφιέρωμα της τηλεοπτικής εκπομπής TV War για τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του άλμπουμ, επέμεναν ότι η “τριαρχία των χαμένων εραστών” είναι τα ίδια τα μέλη της μπάντας που κυνηγούσαν γενναία, όχι μόνο ένα καλλιτεχνικό όραμα, αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, ο οποίος αισθάνονταν ότι εκείνη την περίοδο ροκανιζόταν από το πέρασμα του metal ήχου στο mainstream. Ωστόσο, αυτός ο τίτλος εισβάλλει τόσο έντονα στο φαντασιακό μας, ειδικά αφού αναφέρεται και στους στίχους των τραγουδιών...

Οι στίχοι, λοιπόν, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο χτίσιμο αυτής της μοναδικής ατμόσφαιρας του Triarcy of the Lost Lovers και συντελούν πολύ στη λογοτεχνική και φιλοσοφική διάστασή του. Στιχουργός όλων των τραγουδιών είναι ο Jim Mutilator, ο οποίος στην προαναφερθείσα συνέντευξη λέει: “it is hard to give a description of our music: it is full of emotions, full of inner freedoms, full of mysticism and wise occultism.” Ακούγοντας αυτούς τους τόσο συναισθηματικούς και ελευθερόφρονες στίχους, μου δημιουργήθηκε η ιδέα πως το άλμπουμ είναι concept, καθώς χαρακτήρες -με τα τόσο αλλόκοτα τους ονόματα- επανεμφανίζονται στους στίχους διαφορετικών τραγουδιών, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν μικρές αφηγήσεις κάπου ανάμεσα στον αποκρυφισμό, το fantasy και την επιστημονική φαντασία. Οι επιρροές από συγγραφείς, όπως οι αγαπημένοι Tolkien και Lovecraft, αλλά και από την αρχαιοελληνική μυθολογία, αφομοιώνονται σε ένα ιδιαίτερο σύμπαν του Φανταστικού. 

Κάπως έτσι, βιώνοντας τα σκοτεινά παραμύθια του Triarchy of the Lost Lovers, φαντασιώθηκα πως μιλά για μια οικογένεια αλχημιστών ("Diastric Alchemy") και βασιλιάδων ("A Dynasty From Ice"). Ο Atheron, ο μάγος του οποίου το θνητό σώμα πεθαίνει και η αθάνατη ψυχή του ταξιδεύει, χωρίς όρια πια, στη θάλασσα ("The Opposite Bank") ίσως είναι ο πατέρας του άρχοντα (Archon) Emeron, του βασιλιά του αστρικού πολέμου ("King of A Stellar War").  Έπειτα, ο φτωχός και μαζί μαχητικός βασιλιάς Emeron αποχαιρέτησε, ως παιδί, τον νεκρό  αδερφό του, για να τον ξαναβρεί ένα πρωινό, όταν κι οι δυο θα μεταμορφωθούν σε “μάγους με ανθρώπινη λαλιά” ("Snowing Still"). Χρόνια μετά , θα ξεσηκώσει τους σκλάβους, ως ένας “αετός του κυνηγιού”, για να μπει στο πρώτο πεδίο της μάχης ("First Field of The Battle"). 

Οι στίχοι και η μουσική στο Triarchy διαπλέκονται σε ένα σύνολο ποίησης και στοχασμού, χωρίς όμως ποτέ να χάνεται η σκοτεινή black metal προοπτική. Φανταζόμαστε τις ιστορίες να εξελίσσονται σε τόπους γωνιώδεις και ασπρόμαυρους μα ποτισμένους ως τον πυρήνα τους με ανθρώπινες μνήμες και θνητά συναισθήματα. Οι  ήρωες των ιστοριών αυτών είναι λαμπροί ήρωες, “που ξεκινούν τη μοναρχία” ("King of A Stellar War"), αλλά ταυτόχρονα οδηγούν έναν στρατό από “τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους” ("The First Field of the Battle"), από “απόκοσμες ψυχές” (King of A Stellar War)  σε έναν “αβέβαιο πόλεμο” ("A Dynasty from the Ice"). Με λίγα λόγια, το μεγαλείο προκύπτει μέσα από τη στέρηση και τη δυσκολία. Οι Rotting Christ ακολουθούν μια διαφορετική πορεία τους από αυτή του παγωμένου και μισανθρωπικού νορβηγικού black metal, τραγουδώντας ιστορίες μιας δύσκολης και απέλπιδης αισιοδοξίας, μιας προσδοκίας ότι η δικαίωση θα έρθει στο τέλος, ότι μετά την πίκρα, τις σκιές και τον θάνατο υπάρχει φως και ζωή. 

Η δική τους εκδοχή του ιδιώματος, το λεγόμενο hellenic black metal κουβαλά ένα ισχυρό εντόπιο πολιτισμικό στοιχείο, μεσογειακό ή και, ειδικότερα, ελληνικό. Πρόκειται για μια νοοτροπία, η οποία, αν και κομβική ιστορικά και γεωγραφικά, συνήθως δεν είναι κοινωνικοπολιτικά κυρίαρχη στη χώρα μας, όπου “αξίες” όπως το φλεξάρισμα (ή η ποζεριά, όπως λέγαμε στα 90s), η ευκολία, ο νεοπλουτισμός και το πελατειακό σύστημα έχουν τον πρώτο λόγο. Για να το πούμε με μουσικούς όρους, αυτή η νοοτροπία σπανιότατα έχει γίνει mainstream, όμως εκφράζει ανθρώπους που αγωνίζονται, με δυσκολία κι ελπίδα. Άλλες φορές πετυχαίνουν, άλλες αποτυγχάνουν, έχουν όμως  διδαχθεί πολλά, τόσο από τις σταδιακές εναλλαγές των εποχών, όσο και από τα σκληρά τραύματα της ιστορίας. Αυτό το ανεπιτήδευτο πάντρεμα ανάμεσα στη βία και στη μελωδία, αλλά και η εμμονή σε αυτή τη μουντή επικότητα αναδεικνύουν αυτή την κοσμοαντίληψη. Ακόμα και η επιμονή του Σάκη και του Θέμη Τόλη, αλλά και του Δημήτρη Πατσούρη, να μην εμφανίζονται με corpsepaint, καρφιά και άλλα δαιμονικά στολίδια, πέρα από την προβολή μιας ευρύτερης metal άποψης, σχετίζεται και με μια τέτοια φιλοσοφία, μια φιλοσοφία που ως κυρίαρχο μότο έχει το "μηδένα προ του τέλους μακάριζε" ή, καλύτερα, “μηδένα προ του τέλους οίκτιρε”. Εύστοχα ο Σάκης, σε μια παλιά του συνέντευξη δήλωνε: “παίζουμε μεσογειακό black metal”. 

Κλείνοντας το αφιέρωμα σε αυτό το κορυφαίο άλμπουμ του black metal ιδιώματος (ένα μεγάλο “μπράβο” για όσ@ς αντέξατε ως εδώ), θα προσπαθήσω να απαντήσω στο πιο δύσκολο ερώτημα που μου προκλήθηκε, ακούγοντας το: ποιες μπάντες και ποιες κυκλοφορίες αποτέλεσαν τις βασικές επιρροές για τη σχηματοποίηση του ήχου στο Triarchy of Lost Lovers; Όπως έγινε κατανοητό, στο συγκεκριμένο άλμπουμ οι Rotting Christ έφτασαν σε ένα πολύ προσωπικό ύφος, ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανιχνευθούν οι επιρροές τους. Στο Triarchy, οι Rotting Christ έχουν εξελίξει τον ήχο τους, από το ακατέργαστο death - black των πρώτων EPs σε μια ολοένα πιο έντονη εκλέπτυνση σε επίπεδο σύνθεσης, ενορχήστρωσης και παραγωγής, χωρίς όμως να στρογγυλέψουν τις αιχμές τους, οδηγούμενοι, τελικά, σε μια εμβάθυνση στην ουσία του προσωπικού τους στιλ. Έτσι, διακρίνουμε στοιχεία ωμά και ακατέργαστα, τα οποία παραπέμπουν ακόμα και black metal των 80s, από  τους Hellhammer και τους Sarcófago ως και το δικό τους Satanas Tedeum (1989), αλλά και τόσο οικείες, παθιασμένες και πιασάρικες μελωδίες, που -δεν θα πω ψέματα- μου θύμισαν ακόμα και τους Iron Maiden. Τελικά,  αυτό το αλλόκοτο αμάλγαμα ανάμεσα στην αγριότητα, την ποίηση και τη γοητεία της παρακμής, που συναντάμε στο Triarchy, έχει κατορθωθεί πρωτύτερα στο αριστουργηματικό Into the Pandemonium των Celtic Frost, ένα άλμπουμ που οι Christ σίγουρα έχουν παντοτινό οδηγό. 

Παράλληλα, απαραίτητος παράγοντας για την κατανόηση του Triarchy αποτελεί η ένταξή του στο ευρύτερο πεδίο του "hellenic black metal", το οποίο έδινε ιδιαίτερο βάρος στη μελωδικότητα και στη μυστικιστική και ποιητική ατμόσφαιρα. Παράλληλα, θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ ουσιαστικά αποτελεί το τελικό κεφάλαιο της ακμής του ελληνικού black metal, λαμβάνοντας τη σκυτάλη της επικής και οργισμένης μελαγχολίας που αρθρώθηκε υπέροχα στο Walpurgisnacht των Varathron δύο χρόνια πριν. Επομένως, το τρίο των Ελλήνων metallers συγκροτεί μια πραγματική “τριαρχία χαμένων εραστών”, καθώς ορμώνται από τη δεκαετία του ‘80, για να φυτέψουν το ύστατο άνθος της πιο γνήσιας φάσης hellenic black metal, αλλά και να σημαδέψουν ανεξίτηλα την παγκόσμια extreme metal σκηνή του δεύτερου μισού των 90s. 

Η συμφωνία με τη γερμανική δισκογραφική Century Media και η ηχογράφηση του Triarchy of the Lost Lovers αποτέλεσε μια πραγματική περιπέτεια για το συγκρότημα, την οποία διηγείται γλαφυρά ο ίδιος ο Σάκης στην προαναφερθείσα εμφάνιση του στο TV War. Μετά από αυτό το άλμπουμ, οι  Rotting Christ προχωρήσανε δισκογραφικά και προόδευσαν περαιτέρω, διοχετεύοντας τη μεν gothic πλευρά τους στην αμέσως επόμενη δουλειά τους, A Dead Poem, ενώ το πιο επικό κλίμα αλλά και η επαφή με την ελληνική παράδοση, άνθισαν πλήρως στο Theogonia, δέκα χρόνια αργότερα. Ωστόσο, η τριαρχία των χαμένων εραστών θα μείνει στη μνήμη ακροατών σε όλο τον κόσμο ως ένα αριστούργημα του black metal και του metal ευρύτερα. Πλέον κι εγώ έγινα ένας από αυτούς τους ακροατές.

Το κείμενο αφιερώνεται στον γιο μου, τον αληθινό βασιλιά του αστρικού πολέμου. 

5/3/24

Γιατί black metal; Για το "αγγελικό και μαύρο φως"...


Θυμάμαι, όταν ήμουν έφηβος στο β' μισό των 90s και είχα μπει με τα μπούνια στον χώρο του prog metal, με μπάντες όπως οι Dream Theater, οι Fates Warning, οι Conception κλπ., το black metal επίσης ήταν πολύ διάσημο στους “μεταλλάδικους” κύκλους του Βόλου, αλλά εμείς, που αυτοπροσδιοριζόμασταν ως “προγκρεσιβάδες”, το αντιμετωπίζαμε ως απλοϊκό και επιφανειακό. Παράλληλα, τα διαβάσματα μου τότε, ο H. P. Lovecraft και ο κύκλος των weirdos του, αντί να με ωθεί στα σατανικά μαύρα μέταλλα, με απομάκρυνε, επειδή σκεφτόμουν ότι η ελιτίστικη και υπαινιχτική αντίληψή του για τον τρόμο και το δαιμονικό δεν ταίριαζε με το corpsepaint και το κάψιμο των εκκλησιών. Ωστόσο, από τότε κάτι απροσδιόριστο με έλκυε στο black metal, αλλά και κάτι με φόβιζε σε αυτό - τώρα μπορώ να το ομολογήσω δίχως δισταγμό: η εισχώρηση σε έναν κόσμο γοητευτικό μα πολύ σκοτεινό και βίαιο. 

Οι άνεμοι του χρόνου πέρασαν πάνω από εκείνα τα αραχνιασμένα και δοξασμένα εφηβικά έτη, ορμητικό, γάργαρο και πολυποίκιλο νερό μπήκε στο αυλάκι του μουσικού μου γούστου και άκουσα πολλά είδη και ύφη, χωρίς να κατορθώσω να γίνω ειδικός σε κανένα! Και να τώρα που, αφού έχω καβαλήσει (εδώ και 3-4 χρόνια) τα 40, οδεύοντας στο οικείο και στο άγνωστο μαζί, ξανακούω -βασικά, ακούω για πρώτη φορά πιο οργανωμένα- black metal! Από τότε που το 2024 μας καλωσόρισε, πιάνω τον εαυτό μου να απολαμβάνει black metal άλμπουμ, τόσο τα κλασικά του λεγόμενου “second wave”, όσο και πιο ύστερα, το βράδυ πριν κοιμηθώ στα ακουστικά, αλλά και το πρωί, αφού έχω πάει τον γιο μου στον παιδικό σταθμό, και πίνω ήσυχα τον καφέ μου στο σπίτι. Καταπιάνομαι με σατανιστές, εγκληματίες, σχιζοφρενείς ή, απλά, κομπλεξικούς -αυτά μέσα μου τα συγχωρώ και τα αποδέχομαι- αλλά και υπερεθνικιστές, των οποίων η τέχνη με κάνει να μπω αλλόκοτα στην αντίληψη του οπωσδήποτε αρρωστημένου σωβινισμού τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους Drudkh. Καθαρά φασιστικό (national socialist) black metal, βέβαια, δεν αντέχω. Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον συρφετό βρίσκω και μπάντες με τις οποίες συμπλέω πολιτικά, και κυρίως συνομιλώ με ανθρώπους που έχουν σημαδέψει τη σύγχρονη τέχνη της μουσικής, ανεξαρτήτως ειδολογικής κατεύθυνσης, όπως ο κύριος Kristoffer Rygg.

Γιατί, λοιπόν, black metal; Συζητώντας με τον κολλητό μου φίλο, κουμπάρο και… παλαιό μύστη του είδους, που τελευταία επίσης το έχει ξαναθυμηθεί, έφτασα στο συμπέρασμα πως το black metal με κάνει να νοσταλγώ τα εφηβικά και τα πρώτα νεανικά μου χρόνια, με έναν τρόπο συγκινητικό, μα και ειρωνικό, κοντολογίς δημιουργικό, με μια “reflective nostalgia”, όπως γράφει η θεά Svetlana Boym. Η μελαγχολία, η απαισιοδοξία, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, μα και το θαύμα της ύπαρξης μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα στη Μεσόγειο, τα μοναδικά βιώματα της παρέας των μικρών κι αιώνιων φίλων μα και οι μοναχικές στιγμές της μυθολογίας Κθούλου, του Έπους της Γαιοθάλασσας και των θρίλερ του Alfred Hitchcock. Ακούγοντας black metal αναστοχάζομαι όλα αυτά, ανακαλύπτω ξανά ποιος είμαι και προσπαθώ να δω προς τα που οδεύω, καταφάσκω σε αυτή την μαζί σκοτεινή και φωτεινή ζωή, στο “αγγελικό και μαύρο φως”, όπως έχει γράψει και ένας άλλος παχουλός, διοπτροφόρος και ιδιοφυής κύριος που σφράγισε τη νεότητά μου. 

4/10/23

Ενα παράξενο φως από την Ανατολή, σε 7 κεφάλαια


 7 tracks της ηλεκτρονικής μουσικής με επιρροές από την παράδοση της Ανατολής

Εδώ και περίπου δέκα χρόνια, η ηλεκτρονική μουσική, ειδικά η πιο χορευτική της πλευρά, έχει κατακλυστεί από επιρροές παρμένες από την παράδοση της Ανατολής, πότε με αποτελέσματα αξιόλογα, άλλοτε φλερτάροντας με το κιτς. Ακολουθούν, λοιπόν, επτά tracks από το 2010 ως και φέτος, που συντονίζονται με αυτή την τάση, αλλά έχουν να μας πουν κάτι περισσότερο από το να σταθούν ως soundtrack σε beach bar με tribal κουρτίνες και ξαπλώστρες - καναπέδες. Επτά tracks που εκφράζουν έναν σύγχρονο καλλιτεχνικό υβριδισμό, ανάμεσα σε εντόπιες λαϊκές παραδόσεις και σε παγκοσμιοποιημένες μουσικές τάσεις, ανάμεσα σε μνήμες του χθες και σε λύπες και χαρές του σήμερα. 


1. Mudd & Ahmed Fakroun - Drago (Ahmed Fakroun remix) (2010, Claremont 36)

Ο Mudd, Βρετανός παραγωγός και ιδιοκτήτης της δισκογραφικής Claremont 36, η οποία στηρίζει την downtempo και τη σύγχρονη disco σκηνή, συνεργάζεται με τον ήρωα της Λιβανέζικης ποπ Ahmed Fakroun και μάζι πλάθουν έναν μυθικό δράκοντα ανατολίτη, θελκτικό, νοσταλγικό και γκρουβάτο. 


2. Oceanvs Orientalis feat. Fairouz - Al Bint El Chalabiya (2013, self released)

Ένα τραγούδι από το μακρινό 1957, το οποίο τραγούδησε η θρυλική Fairuz, επαναπροσεγγίστηκε υπέροχα το 2013 από τον Τούρκο παραγωγό Oceanus Orientalis (Safak Ozkutle), σε ένα ρυθμικό μα και νωχελικό remix, ταμάμ για το ξεκίνημα της νύχτας ή και για το τέλος της. 


3. Simple Symmetry - Incredible Adventures in Khazar Khaganate (2013, Glenview Records Inc. )

Το Khazar Khaganate ήταν ένα πολυπολιτισμικό βασίλειο της περιόδου 650-850 μ.Χ., γύρω από την Κασπία Θάλασσα, στο οποίο  οι παγανιστικές παραδόσεις της προχριστιανικής Ρωσίας συναντούσαν τον Χριστιανισμό, τον Μουσουλμανισμό και τον Ιουδαϊσμό. Σε αυτόν τον χαμένο στην αχλύ της ιστορίας τόπο, το ρωσικό ντουέτο των Simple Symmetry περνάει μια σειρά απίστευτων περιπετειών, τρελού χορού μα και μυστικιστικών εμπειριών. 


4. Anatolian Weapons - A Strange Light From The East (2015, Lurid Music)

Το 2015 ο Έλληνας συνθέτης και παραγωγός Άγγελος Μπαλτάς (Fantastikoi Hxoi), υιοθετώντας το ψευδώνυμο Anatolian Weapons, στράφηκε σε ένα υποχθόνιο και ψυχεδελικό στιλ χορευτικής μουσικής, με τα στοιχεία της βαλκανικής και μεσογειακής παράδοσης κυρίαρχα. Πρώτη του κυκλοφορία, αυτό το παράξενο φως από την Ανατολή…


5. Khidja - Drums of Taksim (2016, Malka Tuti)

Τα πρώτα 5 λεπτά του δωδεκαλεπτου έπους των Ρουμάνων Khidja είναι αφιερωμένα στο ποίημα To Istanbul του σκηνοθέτη Alan Berliner, το οποίο απαγγέλει ο ίδιος. Στο ποίημα, μέσα σε μια ατμόσφαιρα στοχασμού αλλά και επαναστατικότητας, παρουσιάζονται οι εντυπώσεις του σκηνοθέτη από τις διαδηλώσεις στην πλατεία Ταξίμ, λόγω της απαγόρευσης των εκδηλώσεων της Πρωτομαγιάς του 2015 από την κυβέρνηση του Ερντογάν. Όταν η απαγγελία τελειώνει, απλώνεται ένα ορχηστρικό που μου θύμισε τους πειραματισμούς τόσο krautrock όσο και post-punk καλλιτεχνών με την παράδοση της Ανατολής. Τελικά, απολαμβάνουμε το "Drums of Taksim" ως το ώριμο φρούτο μιας τέχνης πολιτικής, μα παράλληλα ανεξάρτητης και σαγηνευτικής. 


6. Shkoon - Ya Galbi (2019, Shkoon Music)

Με το “Ya Galbi" ξεκινά το εκπληκτικό άλμπουμ Rima (2019) των Shkoon, ενός γκρουπ που αποτελείται από τον Γερμανό παραγωγό Thorben και τον Σύριο τραγουδιστή Ameen. Το “Ya Galbi” είναι ένα παραδοσιακό ερωτικό τραγούδι από τη Συρία, αλλά στην εκδοχή των Shkoon, η παθιασμένη φωνή και το δεξιοτεχνικό βιολί συναντούν ένα midtempo house beat και πλούσια synths, ενώ η ερωτική μελαγχολία εμπλουτίζεται με έναν ουσιώδη αντιπολεμικό συνειρμό. 


7. Kissing Strangers - Midnight Caravan (2014/ 2023, Just Gazing)

Η ηλεκτρονική χορευτική μουσική και το έντεχνο ελληνικό τραγούδι αποτελούν δύο σχεδόν αγεφύρωτα μουσικά σύμπαντα. Κι όμως, ο Έλληνας παραγωγός Kissing Strangers δημιούργησε το αργόμπιτο “Midnight Caravan”, το οποίο περιστρέφεται μαγικά, ως άλλος δερβίσης, γύρω από ένα sample αντλημένο από την αριστουργηματική “Κίρκη”, που τραγουδά ο Νίκος Παπάζογλου, συμμετέχοντας στον δεύτερο δίσκο του Σωκράτη Μάλαμα, Παραμύθια (1991). 


Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στην Fb σελίδα "Στις Γειτονιές του Βόλου".

Εικόνα: μια ελεύθερη εικαστική απόδοση από το "Χέρι της Φατιμά", ένα σύμβολο του Αραβικού κόσμου για την προστασία από το κακό. 

14/9/23

"Με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια": ένα εκπαιδευτικό μουσικό project (2022-2023)


Από τότε που ξεκίνησα να δουλεύω στην ιδιωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή στον χώρο των ιδιαίτερων και των φροντιστηρίων, παίδευα το νου μου για το πώς θα συνδυάσω τα φιλολογικά μαθήματα με τη μεγάλη μου αδυναμία, τη μουσική. Αυτός ο συγκερασμός δουλευόταν στο μυαλό μου για χρόνια και που και που εκδηλωνόταν, ωστόσο ανοργάνωτα και χωρίς συνέχεια. Εκείνα τα ταραγμένα βήματα οφειλόταν τόσο στη δική μου αβεβαιότητα, όσο και στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας, το οποίο, ως γνωστόν, ευνοεί πολύ λίγο τη δημιουργική σκέψη και την καλλιτεχνική ενασχόληση. 

Μέχρι που, κατά την προηγούμενη σχολική σεζόν (2022-2023), το πήρα απόφαση κι έστησα ένα άτυπο project σε ένα φροντιστηριακό τμήμα της Γ' Λυκείου, στο οποίο δίδασκα το μάθημα της λογοτεχνίας. Στα πέντε παιδιά που αποτελούσαν το τμήμα πρότεινα κάθε εβδομάδα από ένα τραγούδι προς ακρόαση. Οι επιλογές ήταν εντελώς διευρυμένες: ελληνική και ξένη μουσική, rock, jazz, electronica, disco, metal, λαϊκά και ρεμπέτικα. Ο Μάλαμας συνάντησε τους Joy Division, ο Τσιτσάνης τους Thievery Corporation και ο Σαββόπουλος τους Savatage. 

Η αλήθεια είναι ότι, από τα πέντε παιδιά, ενδιαφέρον έδειξαν δύο μαθήτριες, αλλά ενδιαφέρον ζωηρό και ιδιαίτερα συναισθηματικό. Στο περιθώριο του μαθήματος, συζητούσαμε για τα προτεινόμενα tracks και το feedback ήταν πολυποίκιλο: με το She's Lost Control ενθουσιάστηκαν αμφότερες, απόρησαν με την απαισιοδοξία που διακατέχει τους στίχους του Time των Pink Floyd, λιγάκι παραξενεύτηκαν με το avant-garde στοιχείο στη Μαύρη Θάλασσα του Σαββόπουλου, ενώ μπορώ να πω ότι φρίκαραν πολύ με το Dunkelheit των Burzum. 

Φυσικά, για το προαναφερθέν μισανθρωπικό άσμα δόθηκε το απαραίτητο trivia, όπως άλλωστε και για όλες τις μουσικές επιλογές. Λίγα σχόλια, αλλά ελπίζω ουσιώδη. Άλλωστε, τα κορίτσια έδειξαν προσοχή μα και έμπνευση, αφού, ως ένα βαθμό, ταίριαζαν στην προσωπικότητα μιας νεαρής κοπέλας του σήμερα, όπως σκιαγραφείται, εύστοχα και ευαίσθητα, από τον ΛΕΞ στο Ευτυχισμένες Μέρες: κορίτσια που πιστεύουν στη μαγεία, αποζητάν την κριτική σκέψη, θέλουν να γυρίσουν τον κόσμο, αγαπάνε την τέχνη, μα κάποιες φορές αισθάνονται ξένα, σαν εξωγήινες. Σίγουρα το τελευταίο τους χαρακτηριστικό προσπαθήσαμε να το δουλέψουμε μέσω της μουσικής. 

Ακολουθούν τα περισσότερα από τα κομμάτια που συγκρότησαν το project, με τη σειρά που προτάθηκαν, σε μια Spotify λίστα. Κάποια τραγούδια, όπως ο Ηλεκτρικός Θησέας του Μαρκόπουλου, δεν υπάρχουν στο Spotify… 

Το τελευταίο track που προτάθηκε ήταν το περίφημο Born Slippy των Underworld: μ' αυτό το τραγούδι αποχαιρετιστήκαμε και ταυτόχρονα καλωσορίσαμε ένα καλοκαίρι που αποδείχτηκε μεν δύσκολο, αλλά δεν έχασε τη μαγεία του, ειδικά για ανθρώπους που βγαίνουν απ΄την εφηβεία και μπαίνουν στη νεότητα.

Προσωπικά απόλαυσα κάθε στιγμή αυτής της φάσης και θεωρώ πως, "με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια", έβαλα ένα λιθαράκι στην αληθινή παιδεία αυτών των κοριτσιών. 


31/12/22

Οι καλύτερες κυκλοφορίες του 2022 / B' μέρος: στους τόπους της electronica κι ακόμα πιο μακριά

Το πρώτο μέρος της αποτίμησής μας για τα καλύτερα LPs και EPs του 2022 αφιερώθηκε σε κυκλοφορίες που φλέρταραν με τις ποικίλες μουσικές παραδόσεις του κόσμου, από την Κεντρική Αμερική ως την Αραβία και από τη Μεσόγειο ως τον Αμαζόνιο. Έτσι, προκειμένου να προσγειωθούμε πιο ομαλά στο δεύτερο μέρος, θα ξεκινήσουμε με μια σειρά από κυκλοφορίες που, με έναν πιο αφηρημένο και αναπόφευκτα υποκειμενικό τρόπο, αναδεικνύουν τη πολιτισμική, αισθητική, τελικά συναισθηματική ατμόσφαιρα, δηλαδή το local color που αποπνέει ένας τόπος.

Το ξεκίνημα γίνεται με το track San Tango που κυκλοφόρησε στις αρχές του 2022 ο μουσικός, τραγουδιστής και επιστήθιος φίλος Θοδωρής Προύσαλης. Προσπαθώντας να είμαι όσο πιο αντικειμενικός μπορώ, μιλάμε για ένα instrumental με μια μεστή μελωδία η οποία ξεδιπλώνεται σε έναν ρυθμό μπολερό, φέρνοντας πλούσιες μνήμες από Μανώλη Χιώτη ως Calexico (οι οποίοι παρεμπιπτόντως έβγαλαν ένα εξαιρετικό άλμπουμ το ‘22). Το San Tango αποπνέει τη γοητεία και την αλητεία μιας μεσογειακής κοσμοπολίτικης πόλης με βαθιά ιστορία, η οποία στην περίπτωση μας είναι η Μητέρα Θεσσαλονίκη. 

Αυτό το συναισθηματικό κλίμα του μεσογειακού ρεμβασμού, που πάντα ξεγλιστράει από τον πεσιμισμό, αναδεικνύει και το ντεμπούτο του Roberto Agosta από τη Κατάνια της Σικελίας, με τίτλο το επίθετό του. Ο ήχος του άλμπουμ μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί ως trip hop, αλλά με έντονα στοιχεία από το ψυχεδελικό και προοδευτικό ροκ των late 60s - late 70s. Ονειρώδης τέχνη που ενώνει τον εσωτερικό κόσμο με το εξωτερικό περιβάλλον κι έτσι αναδεικνύει τα σημαντικότερα της ζωής: τον έρωτα, του φίλους, τη φύση,  τον τόπο που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε. Οπότε, στο Agosta προβάλλεται μια αγάπη για την ιδιαίτερη πατρίδα, απαλλαγμένη από κάθε τοπικισμό. 

Μια τέτοια εμπειρία θερμών συναισθημάτων, αλλά και ευχάριστης ραθυμίας προσφέρει και η ακρόαση του άλμπουμ με τον αυτοσαρκαστικά απλοϊκό τίτλο Solo Un Album του Tuccinelli, ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί ο Ιταλός house παραγωγός Giuseppe Tuccillo, ο οποίος ζει στην Ibiza, για τις πιο chill out και balearic δουλειές του. Στο Solo Un Album, o Tuccinelli αναδεικνύει μια πλευρά του “λευκού νησιού” απομακρυσμένη από τη μαζική διασκέδαση: υπνωτιστικό κοσμικό groove, λιτές μα σαγηνευτικές μελωδίες και μια σκονισμένη ψυχεδελική άποψη. Κοντολογίς, ο ήχος των balearic freaks. Μια ανάλογη προσήλωση στο μοντέρνο balearic ήχο δείχνουν και οι Residentes Balearicos (Ale Doretto και Luca Averna) στο EP τους Mediterráneo, από το οποίο ξεχωρίζει το track "Pitiusas First". 

 

Πριν αναχωρήσουμε από τα χώματα της Eivissa, ας μην λησμονήσουμε το Piano Piano του Danilo Braca, ο οποίος χρησιμοποιώντας ως βάση το deep house δημιουργεί ένα γλυκό και αδάμαστο έπος δωδεκάμισι λεπτών, με αναφορές στο fusion, στο ambient, και στο θερινό ροκ των υστέρων Fleetwood Mac. Σε μια παρόμοια μεσογειακή σαγήνη μας υποβάλλει και ο εκ Μαδρίτης ορμώμενος Be.Lanuit στο EP του Nebulosa. Το EP αποτελείται από τρία tracks: το "Namibian Scents" είναι ένα ευαίσθητο deep house τραγούδι επηρεασμένο από τη μουσική της Ναμίμπια, στο "Hixa Mia" η nu jazz ενώνεται με την σεφαραδίτικη παράδοση, ενώ το εντεκάλεπτο chill out άσμα "Nebulosa" εμπλουτίζεται με latin επιρροές. Δεν χρειάζεται, θεωρώ, περαιτέρω σχολιασμός…

Στη συνέχεια, θα περάσουμε σε μία ομάδα Ιταλών καλλιτεχνών, οι οποίοι, όχι μόνο συνεχίζουν επάξια, αλλά και εξελίσσουν συναρπαστικά την παράδοση της ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής στην πατρίδα τους. Αυτή, λοιπόν, την εντελώς ιταλική σφραγίδα στην electronica για την οποία φρόντισαν καλλιτέχνες όπως o Daniele Baldelli, o DJ Moz-art και το διάσημο σχήμα του Jestofunk, αλλά και οι πιο πιονέροι του Italo disco, οπως το ντουέτο των Franco Rago και Gigi Farina, συνεχίζεται εν έτει 2022 από τους εξής ορεξάτους και ταλαντούχους ανθρώπους: ο Mystic Jungle (Dario di Pace) κυκλοφόρησε το παιχνιδιάρικο EP Deviant Disco, ενώ ο L.U.C.A. (Francesco De Bellis) το ambient house EP Venus: Un breve viaggio tra le stelle. Last but not least, ο Feel Fly (Daniele Tomassini) μας χάρισε το full-length Cosmo Cosmo, στο οποίο πολύ απλά δείχνει τον δρόμο για την τρέχουσα ποιοτική dance μουσική, αποφεύγοντας κιτς κακοτοπιές και στοχεύοντας στην εκστατική εμπειρία του χορού. 

Την ίδια κατεύθυνση προς την καλή ηλεκτρονική μουσική ακολουθεί και μια σειρά καλλιτεχνών οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για αρκετά από τα EPs που ξεχώρισα το 2022. Στο ντεμπούτο, Hazey Tunes του Καλιφορνέζου Hazey J, ένα κλασικό 90s dubby downtempo λοξοδρομεί για ψυχεδελικά ροκ ακόμα και kraut trips, συνοδεία αρχέγονων tribal beats και κρουστών. Στο Blooming των Γάλλων Archil & Leon πράγματι ανθίζει επίσης μια downtempo electronica, με έντονα soul και funk στοιχεία: τα μεν προβάλλουν τη μελωδικότητα, τα δε το groove. Και οι Purelink από το Σικάγο κινούνται στον χώρο της χαμηλόφωνης ηλεκτρονικής μουσικής, η οποία βυθίζεται σε έναν dream pop ρομαντισμό, με πιο αφαιρετικές “χαμένες” στιγμές. 

Ο γνωστός μας Superpitcher στο EP Lush Life παρουσιάζει, σε συνεργασία με τους Beautiful Twins, δύο tracks υποδειγματικής dance, το μεν ομώνυμο "Lush Life" προσεγγίζει πρωτότυπα το garage house, ενώ το "Diario" αποτελεί ένα εσωστρεφές deep house κομψοτέχνημα. Ο βετεράνος Eric Hilton, ο ένας εκ των Thievery Corporation, στο Present, Past and Future κάνει αυτό που ξέρει καλά, δηλαδή επιμελείται ενός μπασάτου downtempo με ωραία δάνεια από την τζαζ και κυρίως το drum n bass. Τέλος, ο X-Coast στο Xstacy (The Lost Scrolls) επανέρχεται με έμπνευση, νοσταλγία αλλά και μια δόση ειρωνείας στον trance ήχο των αρχών της δεκαετίας του '90, ανεβάζοντας ταχύτητα στα BPM και το grande στοιχείο στα synths. Ωστόσο το καλύτερο track του EP είναι το αργόμπιτο, επικό και ταξιδιάρικο "Horizon". 

Όπως μάλλον έχει γίνει ήδη ευνόητο, στη λίστα μου με τα καλύτερα άλμπουμ του ‘22 το ροκ έχει ελάχιστη παρουσία. Όχι ότι δεν άκουσα κάποιες ενδιαφέρουσες αμιγώς ροκ κυκλοφορίες, αλλά ξεχώρισα δύο, ένα EP και ένα LP. 

Το ΕP κυκλοφόρησε από τους World Gym και πρόκειται για το ντεμπούτο τους. Το τρίο από τη Σουηδία δίνει ένα ρεσιτάλ σαρκαστικού, βρώμικου, lo-fi αλλά και μελωδικότατου indie rock, που ανακαλεί τις πρώτες ένδοξες μέρες του ιδιώματος στις ΗΠΑ των late 80s - early 90s. Το LP είναι το Stars Planets Dust Me, το τρίτο κατά σειρά ολοκληρωμένο άλμπουμ των A Mountain Of One, που στις καλύτερες του στιγμές, δηλαδή στα τραγούδια "Custards Last Stand", "Black Apple Pink Apple", "Surrender", "Dealer" και στο ομώνυμο "Stars Planet Dust Me" ένα blend επιδράσεων από Bowie, Talking Heads, Roxy Music και Pink Floyd αξιοποιούνται σε ένα εμπνευσμένο disco - electronic rock υβρίδιο. Βέβαια, τα υπόλοιπα τραγούδια του άλμπουμ, κατά τη γνώμη μου κάπως υστερούν, απομακρύνοντας το σύνολο της κυκλοφορίας από την πρώτη δεκάδα. 

Στο δεύτερο άλμπουμ του project The Hologram People με τίτλο Village Of The Snake God, ο Dom Keen, με προϋπηρεσία κυρίως στους Death In Vegas και στους Quantic Soul Orchestra, παντρεύει το ροκ με την electronica με έναν αλλόκοτο και γοητευτικό τρόπο. Το άλμπουμ έχει μια αινιγματική concept θεματολογία, παρουσιάζεται ως soundtrack σε ένα φανταστικό giallo φιλμ. Στο “χωριό του θεού φιδιού” η μουσική είναι βαριά και απόκοσμη, με έντονες psych folk rock επιδράσεις, μα και γεμάτη από δυνατές γκρούβες που πατάνε τόσο στο trip hop, όσο και στο funk - acid jazz. Λες και πράγματι οι Death In Vegas συναντούν τους Quantic Soul Orchestra με μια γερή δόση από χίπικο αποκρυφισμό.

Αυτό το άνοιγμα των Hologram People στην τζαζ μας δίνει την αφορμή για την παρουσίαση ενός ακόμα από τα κορυφαία άλμπουμ του 2022: το (Loin De) Rivages των Bon Voyage Organization, την κατά τη γνώμη μου καλύτερη τζαζ κυκλοφορία του έτους. Δύο χρόνια μετά το άψογο La Course, το γκρουπ του Adrien Durand επιστρέφει στο ίδιο μήκος κύματος, δηλαδή με ένα “nu jazz-rock” υβρίδιο, όπου πίσω από μια λιτότητα κρύβεται τεχνική αρτιότητα, πολυεπίπεδη ενορχήστρωση και αξιομνημόνευτες μελωδίες. Παράλληλα, στο συγκεκριμένο άλμπουμ τα πιο εξωστρεφή και ρυθμικά σημεία εναλλάσσονται με μια μορφή μειλίχιας και μαζί πληθωρικής μουσικής δωματίου.

Η τζαζ μουσική ρίχνει την σκιά της και στο άλμπουμ What Do the Stars Say to You του Ron Trent. Με αυτήν την κυκλοφορία, ένας από τους στυλοβάτες της δεύτερης γενιάς της house σκηνής του Chicago στρέφεται σε ένα εμπνευσμένο και μελετημένο οργανικό και ημιαυτοσχεδιαστικό jazzy ambient ύφος, με deep house απόηχους. Συμμετέχουν σημαντικοί καλλιτέχνες όπως οι Azymuth, οι Khruangbin, ο Jean-Luc Ponty και ο Gigi Masin, ενώ στα ηνία της παραγωγής βρίσκεται ο François Kevorkian. 

Επιστρέφοντας στο κεντρικό μέλημα αυτού εδώ του άρθρου, δηλαδή στην καλή ηλεκτρονική μουσική, πρέπει οπωσδήποτε να αναφερθούμε στο άλμπουμ του Romare, Fantasy, το οποίο κυκλοφόρησε προς το τέλος του 2022. Ο Βρετανός παραγωγός παρουσιάζει μια εκδοχή της χορευτικής μουσικής με έντονες αναφορές στις ρίζες, αξιοποιώντας samples από μπλουζ, τζαζ και soul, η οποία είναι αρκετά σκληρή, χωρίς να παραδίδεται στην ευκολία και στην κακογουστιά ούτε για ένα δευτερόλεπτα. Ωστόσο, αυτή η σαφής στόχευση στο dancefloor, λοξοδρομεί σε φουλ συγκινητικά downtempo tracks. 

Απαραίτητη προσθήκη στις dance κυκλοφορίες της χρονιάς, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί η συλλογή από remixes στο άλμπουμ Drømmen Drømmerne Drømme (2018) των Νορβηγών Hubbabubbaklubb. Τα remixes έχουν επιμεληθεί οι κάποιοι από του σπουδαιότερους Ευρωπαίους παραγωγούς κατά τα τελευταία 5-10 χρόνια, όπως ο Bjørn Torske, ο Mystic Jungle, ο Domenique Dumont, ο Eddie C και ο Axel Boman. Χωρίς αμφιβολία τα ύφη που απλώνονται στο Drømmen Drømmerne Drømme Remixed συγκροτούν τον κορυφαίο ήχο της leftfield electronica στην Γηραιά Ήπειρο σήμερα. 

Το άλμπουμ με το οποίο θα ολοκληρώσουμε  την ανάδρομη στις μουσικές εξελίξεις του 2022 βρίσκεται στη 2η θέση της λίστας των 15 full-length κυκλοφοριών του έτους, μετά τον Liberato και το ΙΙ. Το Textile Fantasies των Σουηδών Anton Kolbe και Jesper Jarold, οι οποίοι δρουν υπό το όνομα Kanot, είναι πραγματικά ένα κατόρθωμα, κατά βάση επειδή χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία, όταν θεωρούμε ότι μάλλον στη μουσική έχουν πλέον ειπωθεί τα πάντα και η συνθήκη των αναβιώσεων κυριαρχεί. Επηρεασμένοι τόσο από τον dub ήχο, όσο και από τα περιπετειώδη σουηδικά γκρουπ των 70s, όπως οι Arbete och Fritid και οι Archimedes Badkar, οι Kanot πλάθουν ένα στιλ όπου ένας buggy ρυθμός μπλέκεται με βαθιά και αιθέρια synths, καθώς και world - folk μνήμες, ώστε να χτιστεί το ιδανικό background για κιθαριστικά riffs που σου κολλάνε στο νου για καιρό. Στο Textile Fantasies συνδυάζεται ιδιοσυγκρασιακά ο ώριμος πειραματισμός με τη συνθετική έμπνευση και δεινότητα. Ενθαρρυντική μουσική για μια δύσκολη εποχή. 

Συγκεφαλαιώνοντας αυτή την ανασκόπηση, που τράβηξε κάπως σε μάκρος, να σημειώσω ότι οι επιλογές και των δύο άρθρων είναι προφανώς υποκειμενικές, ωστόσο διέπονται από την προσπάθεια να βρεθούν τα πιο διαχρονικά μουσικά αποτυπώματα του 2022, μακριά από μέτρια ή και κακά mainstream άλμπουμ, που προβάλλονται ως σημαντικά. Ας πούμε ότι έγινε μια απόπειρα να χαραχτεί μια άξια λόγου διαδρομή στην αχανή μουσική πλευρά της ποπ κουλτούρας σήμερα.  Όπως γράφει και ο μεγάλος Stuart Hall, παρέα με τον Paddy Whannel: “Αντί να ανησυχούμε για τις συνέπειες της ποπ κουλτούρας (popular culture), θα έπρεπε να προσπαθούμε να εκπαιδεύσουμε ένα περισσότερο απαιτητικό κοινό (...)  Όταν γίνει η διάκριση μεταξύ λαϊκής (popular) και μαζικής (mass) τέχνης, βρίσκουμε ότι έχουμε ξεπεράσει τις χονδροειδείς γενικεύσεις σχετικά με τη ‘μαζική κουλτούρα’, και αντικρίζουμε το πλήρες εύρος του υλικού που προσφέρεται από τα μίντια”.

(Τα αποσπάσματα της μελέτης του S. Hall και P. Whannel εμπεριέχονται στις σελίδες 35 και 78 του βιβλίου Πολιτισμική Θεωρία και Λαϊκή Κουλτούρα του John Storey, σε μετάφραση Βασίλη Ντζούνη, που εκδόθηκε εκδόσεις Πλέθρον το 2015.)


Οι ολοκληρωμένες λίστες:


Top-15 LPs

01. Liberato - II (self-released)

02. Kanot - Textile Fantasies (Höga Nord Rekords)

03. Nu Genea - Bar Mediterraneo (NG Records)

04. Agosta - Agosta (Space Echo Records)

05. Marina Satti - YENNA (Walnut Entertainment)

06. Ak’ Chamel - A Mournful Kingdom of Sand (Akuphone)

07. Bon Voyage Organization - (Loin De) Rivages (L'invitation Musicale)

08. The Bongo Hop - La Ñapa (Underdog Records)

09. The Hologram People - Village Of The Snake God (Library Of The Occult)

10. Ron Trent - What Do the Stars Say to You (Night Time Stories)

11. Tuccinelli - Solo Un Album (Modern Manners Label)

12. Erlend Viken, Jo Berger Myhre, Thomas Politz Strønen – Djupet (OK World)

13. A Mountain Of One - Stars Planets Dust Me (Amore)

14. Romare - Fantasy (You See Records)

15. Feel Fly - Cosmo Cosmo (Internasjonal)


Top-15 EPs

01. United Freedom Collective - Am Ta EP (Ninja Tune)

02. Nyamekye Junction - Dasein (Kitto Records)

03. Be.Lanuit - Nebulosa (DSPPR Recordings)

04. Hazey J - Hazey Tunes (self-released)

05. Cheb Runner - Raï Beat System (Oddball Fantasies)

06. Archil & Leon - Blooming (Kompakt)

07. Superpitcher - Lush Life (Live At Robert Johnson)

08. Mystic Jungle - Deviant Disco (Periodica Records)

09. L.U.C.A. - Venus: Un breve viaggio tra le stelle (Edizioni Mondo)

10. World Gym - World Gym (Public Possession)

11. Marc Mac - Br-azil-ah (Omniverse)

12. Eric Hilton - Present, Past and Future (Montserrat House)

13. Purelink - Purelink (UwU dust bath)

14. Residentes Balearicos - Mediterraneo (Balearic Ensemble)

15. X-Coast - Xstacy (The Lost Scrolls) (Riviera Records)


Και μία Spotify μουσική αφήγηση υφασμένη από 40 φοβερά tracks της χρονιάς:

30/12/21

Η ακρόαση μουσικής ως δημιουργική πράξη: τα αγαπημένα άλμπουμ του 2021

Σίγουρα δεν θα πρωτοτυπήσω, αν ξεκινήσω αυτό το άρθρο σημειώνοντας πως η σκιά της πανδημίας σκέπασε κάθε πτυχή της ζωής μας, άρα και της μουσικής. Δυστυχώς (και ευτυχώς, από μία άποψη) τελείωσε και το δεύτερο συναπτό έτος με τη δυσοίωνη παρέα του κορονοϊού και οι επιπτώσεις του στη μουσική έχουν ήδη παρουσιαστεί: η καθυστέρηση ή και η αναβολή κυκλοφοριών, η διστακτικότητα όλων των ανθρώπων που εμπλέκονται στο αλισβερίσι της μουσικής -δημιουργών, παραγωγών, διακινητών και καταναλωτών- και βέβαια η τραγική μείωση των συναυλιών και λοιπών εκδηλώσεων. Όπως πολλοί άλλοι φίλοι της μουσικής, έτσι κι εγώ χώθηκα μεν ως τα μπούνια στην αναζήτηση νέων ενδιαφερόντων καλλιτεχνών, τραγουδιών και άλμπουμ μέσα στο 2021, αλλά συχνά με μια γεύση πικράδας και ματαιότητας…

Δεν είμαι σίγουρος, βέβαια, αν φταίει μονάχα η συνθήκη του κορονοϊού για αυτή τη γενικευμένη κριτική που έκανα κατά τη διάρκεια αυτής της χρονιάς. Όσοι διαβάζετε τα κείμενά μου και, ακόμα περισσότερο, όσοι έχετε κουβεντιάσει μαζί μου, γνωρίζετε την αμφισβήτηση που τρέφω για τη mainstream σκηνή. Αλλά, φέτος αυτή η αμφισβήτηση επεκτάθηκε και σε εκείνες τις φωνές που αντιστέκονται στο mainstream: κάπως κουράστηκα με την τάση των εναλλακτικών μουσικόφιλων όχι μόνο να προβάλλουν, αλλά και να αποθεώνουν ελάχιστα γνωστές μουσικές, μια τάση που συχνά μου φαίνεται προϊόν ψυχαναγκασμού και ανασφάλειας. Βέβαια, κι εγώ ο ίδιος σε αυτή την κάστα ως ένα βαθμό ανήκω. Οπότε αναπόδραστα, η μάστιγα της κριτικής στράφηκε κι εναντίον του ίδιου μου του εαυτού: μήπως ακούω μουσική βιαστικά ή -ακόμα χειρότερο- με έναν κίβδηλο ελιτισμό;

Παρόλο που ο κύριος Κόβιντας αλλά και η δεσποινίδα Αυτοκριτική δοκίμασαν την αντοχή μου, μπορώ να πω ότι είχα μια υπέροχη χρονιά, η ζωή μου εξελίχθηκε από πολλές απόψεις και η ευτυχία με επισκέφτηκε συχνά, σε επίπεδο προσωπικό και μαζί μουσικό. Άλλωστε, η ζωή μας είναι δεμένη γερά με τη μουσική, ειδικά όταν σμιλεύουμε συνειδητά μια καθημερινή και βαθιά σχέση μαζί της. Έτσι δέθηκα νοητικά και συναισθηματικά με κάποια άλμπουμ που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2021, έργα που θεωρώ ότι προχωρούν την υπόθεση της μουσικής προς το μέλλον, χωρίς να παραμερίζουν την ανεξάντλητη πηγή του παρελθόντος. 

Ξεκινώντας με τα jazz influenced κυκλοφορίες, θα αναφερθώ στη δισκογραφική επιστροφή των Embryo, με το άλμπουμ Auf Auf. Η θρυλική μπάντα βρίσκεται πλέον υπό την ηγεσία, όχι του Christian Burchard, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2018, αλλά της κόρης του Marcia. Σε συνεργασία με μερικούς από τους κορυφαίους μουσικούς της τζαζ και ροκ γερμανικής σκηνής, η Marcia προσφέρει μια σειρά δαιδαλωδών και σαγηνευτικών συνθέσεων που φέρνουν κοντά τη βαθιά παράδοση της Ανατολής με φιδογυριστές jazz-rock, modal και free jazz ατραπούς.

Βέβαια, ισχυρή τζαζ επιρροή εμφανίζει και το project A Divorce From New York του Ισπανού Álvaro Granda, μέλος του ντουέτου Reykjavik606. Στο άλμπουμ This Ain’t Jazz No More πράγματι αναδομεί τη μητέρα της μαύρης μουσικής, παντρεύοντάς την ευφάνταστα με την dance electronica, δηλαδή τα breaks, το house και το drum n bass. Οι δημιουργίες του Álvaro θεμελιώνονται στη χρυσή για τέτοια ειδολογικά αμαλγάματα δεκαετία του ‘90, προτείνοντας όμως μια συναρπαστική εξέλιξη. 

Επίσης, στα αγαπημένα μου άλμπουμ του έτους συμπεριλήφθηκαν και κάποιες κυκλοφορίες που φλερτάρουν μεν με τη τζαζ, αλλά περισσότερο ανοίγονται σε ένα πάντα ανοιχτών οριζόντων ροκ. Οι Σουηδοί Time Is A Mountain επέστρεψαν με το τρίτο τους άλμπουμ III, όπου εκσυγχρονίζουν τον ήχο των συμπατριωτών τους Arbete Och Fritid και Archimedes Badkar, δηλαδή αυτό το τρελό folk και ψυχεδελικό jazz-rock, στρεφόμενοι προς ένα ηχόχρωμα διακριτικό και χαμηλόφωνο, ειλικρινές και ζεστό, που όμως δεν χάνει τον περιπετειώδη του χαρακτήρα. 

(Δυστυχώς το άλμπουμ ΙΙΙ των Time Is A Mountain δεν διατίθεται προς ακρόαση στη χώρα μας.)

Στο άλμπουμ We're OK. But We're Lost Anyway των Ελβετών Orchestre Tout Puissant Marcel Duchamp, οι αφρικάνικοι υπνωτιστικοί και μαζί ξεσηκωτικοί ρυθμοί, δείγματα μια πλούσιας λαϊκής μουσικής, συναντιούνται με μοτίβα του λόγιου μινιμαλισμού, υπό την σκέπη του “μεικτού αλλά νόμιμου” ροκ ήχου που έχτισαν μπάντες όπως οι Talking Heads και οι Slits. 

Οι επίσης Ελβετοί L’ Eclair, στο τέταρτο full-length τους Confusions μοιάζουν λιγότερο μπερδεμένοι από κάθε άλλη φορά: έχοντας αποφύγει τις catchy και τελικά εύκολες και απλοϊκές μελωδίες των προηγούμενων άλμπουμ τους, παρουσιάζουν ένα jazz-rock δεξιοτεχνικό άλλα όχι φλύαρο, ατμοσφαιρικό αλλά όχι πληκτικό, στοχαστικό και ταυτόχρονα παιγνιώδες. 

Ας περάσουμε από το κεφάλαιο της τζαζ σε αυτό της electronica. Τελικά, μετά από μπόλικη σκέψη, θεωρώ ότι το καλύτερο άλμπουμ ηλεκτρονικής μουσικής που άκουσα φέτος - αν εξαιρέσεις το This Ain't Jazz No More, που αναφέρθηκε παραπάνω- είναι το  I'm An Arpeggiator του Φινλανδού Stiletti-Ana, κατά κόσμον Ilari Larjosto. Στο I’m An Appreciator δομείται ένα balearic στιλ πάνω στα επαναληπτικά μοτίβα του techno, τα αναλογικά beats του deep house και τις trippy μελωδίες και ενορχηστρώσεις του κλασικού ψυχεδελικού και προοδευτικού ροκ. 

Τα βαλεαρικά κύματα έχουν καβαλήσει και οι Κωνσταντινουπολίτες Islandman, στο τρίτο τους άλμπουμ Godless Ceremony. Ο ήχος του πλέον για όσους τους ακολουθούν είναι γνωστός, ένα πάντρεμα της πολυστρωματικής μουσικής παράδοσης της Πόλης με downtempo, ethno-house και organic house. To ηχητικό χαρμάνι των Islandman αποπνέει μια πιο έντεχνη μεν, αλλά γνήσια λαϊκότητα, που σπάνια συναντάς στην ηλεκτρονική μουσική ανεξαρτήτως εποχής. 

Τώρα, το πιο ακραία ηλεκτρονικό άλμπουμ του 2021 που άκουσα περισσότερο, δηλαδή βασισμένο όχι τόσο στη σύνθεση, αλλά στην τεχνική και την αισθητική της παραγωγής ήταν το basement, etc​.​​, ντεμπούτο του downstairs J, ψευδώνυμο του Josh Abramovici. Ο νέοπας από τις ΗΠΑ έχει ως αφετηρία το trip hop - downtempo των Κruder & Dorfmeister και των δύο πρώτων άλμπουμ των Thievery Corporation, το οποίο εν συνεχεία μπολιάζει με στοιχεία από το future bass του Burial, για να καταλήξει σε ένα ομιχλώδες και παραισθητικό ταξίδι.

Στις δύο τελευταίες θέσεις της δεκάδας των πιο αγαπημένων full-length κυκλοφοριών του 2021 θα βρείτε αντίστοιχα δύο άλμπουμ βετεράνων καλλιτεχνών που φέτος επέστρεψαν δυναμικά και απολαυστικά. Το ντουέτο των Dzihan & Kamien στο άλμπουμ IV παρουσιάζει ποικιλόμορφες συνθέσεις, τόσο ορχηστρικές όσο και τραγουδιστικές, σε ποικίλα tempi και δυναμικές, με το nu jazz, το downtempo και το deep house στοιχεία κυρίαρχα. 

Από την άλλη οι Lanterna του Henry Frayne στο άλμπουμ Hidden Drives επαναλαμβάνουν, με μια ιδανική ισορροπία ανάμεσα στην εσωστρέφεια και την εξωστρέφεια, το ιδιαίτερο ορχηστρικό -ας το πούμε, post- rock τους, με έντονες τις μνήμες από τη folk παράδοση των ΗΠΑ. 

Αφήνουμε όμως για λίγο τα full-length άλμπουμ, για να περάσουμε σε μια συλλογή και σε μερικά EPs. Οι διάσημοι στο indie ακροατήριο Khruangbin συγκέντρωσαν σε μία συλλογή τα remixes στο περσινό τους άλμπουμ Mordechai, τα οποία έχουν επιμεληθεί σημαντικοί και αγαπημένοι παραγωγοί. Μερικά από αυτά είναι αριστουργηματικά: συνοπτικά θα ξεχωρίσω το disco έπος Time (You And I) (Put A Smile On DJ's Face Mix) από τον Felix Dickinson και την “όμορφη σουίτα” που κατορθώνει ο Ron Trent στο Shida (Bella Suite). Σε έναν ανάλογο δρόμο χαλαρής και αισιόδοξης χορευτικης ηλεκτρονικής έκφρασης με υψηλή αισθητική κινηθηκαν και τα φετινά EPs των Residentes Balearicos, δηλαδή των Βενετών παραγωγών Ale Doretto και Luca Averna που πλέον ζουν στην Ibiza. 

Ας ολοκληρώσουμε τον απολογισμό της μουσικής του 2021 με μία σύντομη παρουσίαση ελληνικών άλμπουμ που ξεχώρισαν. Πραγματικά φέτος η ελληνική σκηνή έδωσε εξαιρετικά δείγματα σε μια ευρεία γκάμα ειδών και στυλ, άλμπουμ που ανταγωνίζονται στα ίσια την ποιότητα της διεθνούς παραγωγής. 

Μάλλον το καλύτερο ελληνικό άλμπουμ που άκουσα φέτος ήταν το Τρία των Λάμδα. Το Αθηναϊκό κουιντέτο προτείνει τη δική του λύση στη φαινομενικά εύκολη, αλλά επί της ουσίας δύσκολη εξίσωση του συνδυασμού ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και το ροκ. Έτσι, μια μινιμαλιστική και αρκετά ηλεκτρονική προσέγγιση στο progressive και στο post-rock αλληλεπιδρά γόνιμα με παραδοσιακά μελωδικά, ρυθμικά αλλά και στιχουργικά μοτίβα. Τα τελευταία, βέβαια, μπλέκονται με έναν εντελώς σημερινό σουρεαλιστικό λυρισμό. Η επίδραση του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι παρούσα, αλλά η ατμόσφαιρα είναι πιο αιθέρια, σε σχέση με την πιο γήινη προσέγγιση του Λαρισαίου τραγουδοποιού. 

Αξιόλογες δουλειές κυκλοφόρησαν στο χώρο της εντόπιας electronica. Ο Βασίλης Κυρίτσης, κιθαρίστας και βασικός συνθέτης της alt-rock μπάντας Circus Caravan, με το εκκεντρικό μα και λυρικό ψευδώνυμο Occupations Of Uninhabited Space, στο μίνι άλμπουμ του External Monologue συλλέγει ορχηστρικές συνθέσεις, συνοδευόμενες από σύντομα πεζά. Μια, λοιπόν, πολυμεσική προσπάθεια, που φέρνει κοντά τη μουσική και τη λογοτεχνία. Ο εσωστρεφής Συμβολισμός των κειμένων αντιστοιχεί σε ambient και post-rock, που παραμένει ήρεμο, χωρίς όμως να χάνει την σκοτεινιά του, ουσιαστικά μια χαρμολύπη, που εντείνουν τα υπαινικτικά ανοίγματα προς την ελληνική λαϊκή παράδοση.

Δύο μοναχικοί συνθέτες και παραγωγοί ηλεκτρονικής μουσικής μας έδωσαν αντίστοιχα δύο full-length που θα χαρακτήριζα εμπνευσμένα και βαθυστόχαστα. Ο αινιγματικός δημιουργός με το ψευδώνυμο Satori Minayia στο δεύτερο άλμπουμ του Icaro φέρνει ξανά στο προσκήνιο την πιο ονειρική και μελωδική πλευρά του breakbeat, εμπλουτίζοντάς το με στοιχεία από τον πρώιμο Ulrich Schnauss, καθώς και από τη σχετικά νέα τάση του vaporwave. Σκοπός του Satori είναι η έκφραση ψυχολογικών και υπαρξιακών προβληματισμών.

Ενώ, ο Βασίλης Βρακάς, στο τελευταίο μέρος του project του Kamala, δηλαδή στο άλμπουμ Modern Lovers, στοχάζεται γύρω από τον ρόλο και την αξία ενός άπιαστου και ιδανικού ερωτικού αισθήματος στον μεταμοντέρνο κόσμο. Ο Βασίλης υφαίνει προσεκτικά και ευαίσθητα μια downtempo electronica με στοιχεία από τις αχανείς παραδόσεις της Μεσογείου και της Ανατολής.

Κλείνουμε την αναφορα στα ελληνικά άλμπουμ του 2021, με τη μοναδική κυκλοφορία της δισκογραφικής Teranga Beat για τη συγκεκριμένη χρονιά, το Streams του Jan Van Engel, δηλαδή του βετεράνου ντράμερ και περκασιονίστα Γιάννη Αγγελόπουλου. Ο Αγγελόπουλος συμπράττει με τους Παρασκευά Κίτσο στο μπάσο, Βαγγέλη Στεφανόπουλο στο πιάνο και Φώτη Σιώτα στο βιολί, για να παραδώσει μαθήματα κορυφαίας world jazz, στα χνάρια των Mode Plagal και των Greek Fusion Orchestra του Κυριάκου Σφέτσα. Αλλά, υπόψη ότι στο Streams κυριαρχεί η λογική του “ουκ εν τω πολλώ το ευ”, οπότε η αφαίρεση και η ουσιώδης λιτότητα παίζουν κεντρικό ρόλο.

Τα άλμπουμ του 2021 που ξεχώρισα και άκουσα περισσότερο δεν περιορίζονται στα προαναφερθέντα, αλλά θεωρώ πως το συγκεκριμένο άρθρο ήδη επεκτάθηκε με το παραπάνω. Άλλωστε, στη συνέχεια θα βρείτε δύο λίστες, η πρώτη με τα 30 διεθνή άλμπουμ της χρονιάς και η δεύτερη με τα 10 ελληνικά. 

Μάλλον το πιο ισχυρό δίδαγμα που πήρα αυτή τη χρονιά, μια σκέψη που συνειδητοποιώ σταδιακά, αλλά μέσα στο 2021 έγινε ξεκάθαρη, είναι ότι η ανθρώπινη πράξη και δράση μετράει περισσότερο. Εκεί διαφαίνεται και κρίνεται η σκέψη και το συναίσθημα. Έτσι, σε μια γεμάτη και αγχωτική καθημερινότητα, πλέον προσπαθώ, μην πω αγωνίζομαι, ώστε η ακρόαση μουσικής να μη είναι μια παθητική, αλλά μια δυναμική και δημιουργική πράξη. Γιατί η ποιοτική μουσική με ειλικρινή και ανθρώπινα εφαλτήρια επηρεάζει τη συνείδηση των ανθρώπων και τελικά τους στρέφει προς το όραμα της εξέλιξης του εαυτού τους και του κόσμου.

30 διεθνή άλμπουμ

Embryo - Auf Auf  
Divorce From New York - This Ain’t Jazz No More
Time Is a Mountain - lll
Stiletti-Ana -  I'm An Arpeggiator
Orchestre Tout Puissant Marcel Duchamp - We're OK. But We're Lost Anyway
Islandman - Godless Ceremony
L’ Eclair - Confusions
downstairs J - basement, etc​.​​
Dzihan & Kamien - IV
Lanterna - Hidden Drives

Blod – Missväxt
Emanative, Liz Elensky - The Volume Of The Light 
Sans Musique - Sansibar
International Music - Ententraum
Cass., Niklas Wandt - Esculturas Rupestres
Mount Liberation Unlimited – Welcome To The Jungle
Nala Sinephro - Space 1.8
Dave - We Are All Alone In This Together
Thomas Blondet & Steven Rubin - Sea Sons
Fama87 - Day, Night

The Invisible Session - Echoes Of Africa
Nicolas Wandt - Solar Musli
Dina ögon - Dina ögon
Whatitdo Archive Group - The Black Stone Affair
The New Age Orchestra - Let’s Dream Together
Cyber Surfer 3D - Ultima
The Vendetta Suite - The Kempe Stone Portal
Al Lover - Soundtrack to the Eavesdropper Cafe
Ross From Friends - Tread

10 ελληνικά άλμπουμ

Λάμδα - Τρία
Occupations Of Uninhabited Space - External Monologue
Satori Minayia - Icaro
Jan Van Angelopoulos – Streams
Kamala - Modern Lovers
Veslemes - Apolithoma
Glacial - Hardcore Lounge
Anopolis  - Άνω Πόλης
Stereo Utopia - La Terra Madre
Cheapedits - Nuit Électrique


εικόνα: Lin Quiajun - Listening to music

Υ.Γ.: Αυτό είναι το δωδέκατο συνεχόμενο έτος για τις μουσικές κυκλοφορίες του οποίου γράφω άρθρο (2010-2021). Βέβαια, το 2021 γιορτάσαμε και τα 10 χρόνια δραστηριότητας του Music On Air blog. Καλή χρονιά!