Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14/9/23

"Με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια": ένα εκπαιδευτικό μουσικό project (2022-2023)


Από τότε που ξεκίνησα να δουλεύω στην ιδιωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή στον χώρο των ιδιαίτερων και των φροντιστηρίων, παίδευα το νου μου για το πώς θα συνδυάσω τα φιλολογικά μαθήματα με τη μεγάλη μου αδυναμία, τη μουσική. Αυτός ο συγκερασμός δουλευόταν στο μυαλό μου για χρόνια και που και που εκδηλωνόταν, ωστόσο ανοργάνωτα και χωρίς συνέχεια. Εκείνα τα ταραγμένα βήματα οφειλόταν τόσο στη δική μου αβεβαιότητα, όσο και στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας, το οποίο, ως γνωστόν, ευνοεί πολύ λίγο τη δημιουργική σκέψη και την καλλιτεχνική ενασχόληση. 

Μέχρι που, κατά την προηγούμενη σχολική σεζόν (2022-2023), το πήρα απόφαση κι έστησα ένα άτυπο project σε ένα φροντιστηριακό τμήμα της Γ' Λυκείου, στο οποίο δίδασκα το μάθημα της λογοτεχνίας. Στα πέντε παιδιά που αποτελούσαν το τμήμα πρότεινα κάθε εβδομάδα από ένα τραγούδι προς ακρόαση. Οι επιλογές ήταν εντελώς διευρυμένες: ελληνική και ξένη μουσική, rock, jazz, electronica, disco, metal, λαϊκά και ρεμπέτικα. Ο Μάλαμας συνάντησε τους Joy Division, ο Τσιτσάνης τους Thievery Corporation και ο Σαββόπουλος τους Savatage. 

Η αλήθεια είναι ότι, από τα πέντε παιδιά, ενδιαφέρον έδειξαν δύο μαθήτριες, αλλά ενδιαφέρον ζωηρό και ιδιαίτερα συναισθηματικό. Στο περιθώριο του μαθήματος, συζητούσαμε για τα προτεινόμενα tracks και το feedback ήταν πολυποίκιλο: με το She's Lost Control ενθουσιάστηκαν αμφότερες, απόρησαν με την απαισιοδοξία που διακατέχει τους στίχους του Time των Pink Floyd, λιγάκι παραξενεύτηκαν με το avant-garde στοιχείο στη Μαύρη Θάλασσα του Σαββόπουλου, ενώ μπορώ να πω ότι φρίκαραν πολύ με το Dunkelheit των Burzum. 

Φυσικά, για το προαναφερθέν μισανθρωπικό άσμα δόθηκε το απαραίτητο trivia, όπως άλλωστε και για όλες τις μουσικές επιλογές. Λίγα σχόλια, αλλά ελπίζω ουσιώδη. Άλλωστε, τα κορίτσια έδειξαν προσοχή μα και έμπνευση, αφού, ως ένα βαθμό, ταίριαζαν στην προσωπικότητα μιας νεαρής κοπέλας του σήμερα, όπως σκιαγραφείται, εύστοχα και ευαίσθητα, από τον ΛΕΞ στο Ευτυχισμένες Μέρες: κορίτσια που πιστεύουν στη μαγεία, αποζητάν την κριτική σκέψη, θέλουν να γυρίσουν τον κόσμο, αγαπάνε την τέχνη, μα κάποιες φορές αισθάνονται ξένα, σαν εξωγήινες. Σίγουρα το τελευταίο τους χαρακτηριστικό προσπαθήσαμε να το δουλέψουμε μέσω της μουσικής. 

Ακολουθούν τα περισσότερα από τα κομμάτια που συγκρότησαν το project, με τη σειρά που προτάθηκαν, σε μια Spotify λίστα. Κάποια τραγούδια, όπως ο Ηλεκτρικός Θησέας του Μαρκόπουλου, δεν υπάρχουν στο Spotify… 

Το τελευταίο track που προτάθηκε ήταν το περίφημο Born Slippy των Underworld: μ' αυτό το τραγούδι αποχαιρετιστήκαμε και ταυτόχρονα καλωσορίσαμε ένα καλοκαίρι που αποδείχτηκε μεν δύσκολο, αλλά δεν έχασε τη μαγεία του, ειδικά για ανθρώπους που βγαίνουν απ΄την εφηβεία και μπαίνουν στη νεότητα.

Προσωπικά απόλαυσα κάθε στιγμή αυτής της φάσης και θεωρώ πως, "με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια", έβαλα ένα λιθαράκι στην αληθινή παιδεία αυτών των κοριτσιών. 


26/5/22

In memory of... Vangelis: ένα ραδιοφωνικό αφιέρωμα

Ο κύκλος ακροάσεων, σκέψεων και συναισθημάτων που άνοιξε η αναχώρηση του Βαγγέλη Παπαθανασίου για τα άστρα δεν έχει ακόμα κλείσει και δεν γνωρίζω πότε πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο... 

Ένα μέρος αυτού του ταξιδιού αποτυπώθηκε στο αφιέρωμα στο έργο του από την ραδιοφωνική εκπομπή And Now For Something Completely Different, η οποία προβάλλεται κάθε Δευτέρα, 22.00-00.00, στον Nova Fm 106 της Μαγνησίας, σε επιμέλεια και παρουσίαση των Γιώργο Ζούκα και Κώστα Αργύρη. Σε αυτό το αφιέρωμα συνέδραμα ως καλεσμένος.

Όπως λέει και ο Γιώργος στην αρχή της εκπομπής, δεν ακολουθήσαμε μια χρονολογική πορεία στο αφιέρωμα, αλλά προχωρήσαμε με βάση την έμπνευση, τους συσχετισμούς της μεγάλης γκάμας των μουσικών στιλ που ανέπτυξε ο Vangelis, αλλά και τη συζήτηση της στιγμής. Βέβαια, ένα μονάχα μέρος από αυτή τη συζήτηση βγήκε στον ραδιοφωνικό αέρα. 

Εμείς πάντως περάσαμε υπέροχα το 2ωρο που διήρκησε η εκπομπή.  Ακόμα περισσότερο, αισθανθήκαμε περήφανοι, επειδή ως Βολιώτες, τιμήσαμε έναν πολύ σπουδαίο Βολιώτη (από την Αγριά, για την ακρίβεια). 

Καλή ακρόαση!

εικόνα: ο Β. Παπαθανασίου στην παραλία του Βόλου (πηγή)

19/5/22

Tears in the rain


 Θυμάμαι…

Να παίζω ως DJ το Four Horsemen στα πιο ετερόκλητα set, από μια βραδιά ατόφιου ροκ ως το κλείσιμο μιας νύχτας βυθισμένης στην ηλεκτρονική μουσική.

Να αγωνίζομαι να ολοκληρώσω τη Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας και να σκέφτομαι πως το "ριζικό φαντασιακό" του Καστοριάδη μπορεί να εκφραστεί μουσικά μέσα από κάποιες στιγμές του Βαγγέλη Παπαθανασίου.

Να θέλω να αφήσω μαλλιά και γένια, ανακατωμένα και χαοτικά, για να μοιάσω στον Βαγγέλη, λες και ήμουν έφηβος μπροστά στο είδωλό του.

Να βολτάρω στην παραλία της Αγριάς, λέγοντας μέσα μου: "λες να τον δω να περπατά ή να κάθεται κάπου;"

Να βλέπω στο YouTube μια πρόσφατη συνέντευξη του και έκθαμβος να συνειδητοποιώ πως, πέρα από κορυφαίος μουσικός, ήταν ένας αληθινός διανοούμενος, με βαθιά κοινωνική και υπαρξιακή σκέψη.

Να βρίσκομαι ένα καλοκαίρι στην Άνδρο -πρώτη φορά διακοπές με την κοπέλα της ζωής μου - και αραχτός σε μια ακρογιαλιά να βιώνω την ευδαιμονία, με το Earth στα ακουστικά.

Να βλέπω στο Blade Runner τη σκηνή του θανάτου του cyborg που ενσαρκώνει ο Rutger Hauer και να εύχομαι να έβρεχε ξαφνικά μέσα στο σαλόνι, μήπως η βροχή κρύψει τα δικά μου δάκρυα.

9/5/21

Ένα αφιέρωμα στη σουηδική σκηνή του progg


Μια Spotify λίστα που επιμελήθηκα για λογαριασμό του μουσικού fanzine Lung, με εμβληματικούς καλλιτέχνες και συνθέσεις της μουσικής σκηνής "progg" η οποία ξεκίνησε στη Σουηδία  στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και άνθισε σ' όλη τη διάρκεια αυτής του 1970, φτάνοντας ως και τις αρχές των 1980s. Μια σκηνή στην οποία δέθηκε αδιαχώριστα η μουσική έκφραση, που έφερνε κοντά μια ποικιλία ειδών και στιλ- το ψυχεδελικό και προοδευτικό ροκ, τις εκφάνσεις της τζαζ, τις μουσικές του κόσμου, το σουηδικό folk, ως και ένα αδιαπραγμάτευτο avant-garde-  με την πολιτική έκφραση, μέσα στο πλούσιο φάσμα της Αριστεράς μετά τον Μάη του 1968, από τον "ορθόδοξο" Μαρξισμό ως την αναρχία. Το progg κίνημα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εκπληκτικής ανεξάρτητης-underground ευρωπαϊκής μουσικής της δεκαετίας του '70. Ωστόσο, για διάφορους λόγους,  δεν έγινε ιδιαίτερα γνωστό έξω από τη χώρα που αναπτύχθηκε, τη Σουηδία, όπως  άλλες σκηνές, π.χ. το Γερμανικό krautrock. 
Αφορμή για αυτή την Spotify playlist στάθηκε το άρθρο που έγραψα στο νέο, δέκατο τεύχος του Lung για την πορεία της εμβληματικής progg μπάντας Archimedes Badkar, η οποία πέρσι κυκλοφόρησε νέο άλμπουμ, μετά από τριάντα ολόκληρα χρόνια. 

Η λίστα εμπεριέχει 25 διαφορετικά ονόματα, 28 tracks και έχει διάρκεια 3 ώρες. Καλώς ή κακώς δεν συμπεριέλαβα καλλιτέχνες που έδιναν βάρος στους συνήθως έντονα πολιτικοποιημένους στίχους, αλλά σε συγκροτήματα ή -τις περισσότερες φορές- κολεκτίβες που συγκέραζαν άρρηκτα ένα μοναδικό, συχνά ορχηστρικό, μουσικό ύφος με την πολιτική διάσταση. Μάλλον, αυτή η πλευρά του σουηδικού progg διακρίνεται και από μεγαλύτερη παγκοσμιότητα και διαχρονικότητα.


 Εξώφυλλο του 1ου τεύχους του περιοδικού Musikens Makt, που υποστήριζε το progg κίνημα

20/10/20

Sabor de Verano


Ένα από τα δυσάρεστα της ζωής είναι ότι, καθώς μεγαλώνουμε, μας αποχαιρετάνε για πάντα καλλιτέχνες που, όχι απλά εκτιμούμε, αλλά αισθανόμαστε δικούς μας ανθρώπους. Το έργο τους όμως μένει, να μας συντροφεύει. 

Το βράδυ της Κυριακής 18 Οκτωβρίου, ο DJ José Padilla έφυγε από τη ζωή, νικημένος από τον καρκίνο, σε ηλικία 64 ετών. Ο άνθρωπος στον οποίο πρέπει να χρεώνεται περισσότερο από κάθε άλλον η διαμόρφωση και προβολή της chill out μουσικής, ένας αυθεντικός εκπρόσωπος της βαλεαρικής νοοτροπίας και αισθητικής, ένας από τους σημαντικότερους DJs που έχουν περάσει από αυτόν εδώ τον πλανήτη. Παρέμεινε χαλαρός, ευγενικός, ήρεμος και απλός ως το τέλος, με ατάκες όπως αυτή που συμπεριλαμβάνεται σε συνέντευξη στο DJ Mag το 2007: 

- Ποιο θα ήταν το event των ονείρων σου;

- Έχω παίξει παντού, πραγματικά σε κάθε χώρα. Αλλά το event των ονείρων μου θα ήταν στο σπίτι, με μερικούς φίλους.

Χωρίς τον Padilla και την προσέγγισή του στο DJing κι ευρύτερα στη μουσική, θα ήταν πολύ δύσκολο ένας τύπος κοντά στα τριάντα με ρίζες στη ροκ μουσική, που αισθανόταν (κι ακόμα αισθάνεται) αμήχανα στα μεγάλα, trendy club, να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο άθλημα. Το θέμα είναι απλό: χωρίς τον José Padilla αποκλείεται να βρισκόμουν πίσω από τα decks.

Μια λίστα στο Spotify αφιερωμένη στον μεγάλο Ισπανό, με δικές του παραγωγές, συνθέσεις που εμπεριέχονται στις περίφημες συλλογές και σε sets του και τέλος κάποια κομμάτια που πιθανότατα έχει παίξει ή τουλάχιστο φαντάζομαι να παίζει μπροστά σ' ένα συγκινητικό ηλιοβασίλεμα:

1/5/20

Ένα προσωπικό αφιέρωμα στον Tony Allen


Αφού πια μας είπε το τελευταίο αντίο και ο Tony Allen, μπορώ με βεβαιότητα να δηλώσω ότι και οι τρεις από τους αγαπημένους μου drummer δεν βρίσκονται πλέον εν ζωή. Κι ο ένας έφυγε λίγους μήνες μετά τον άλλο, λες κι είχαν συνεννοηθεί ν' αράξουν παρέα τζαμάροντας στα ουράνια: ο Ginger Baker - που διδάχτηκε πολλά από τον Tony Allen- στις 6 Οκτωβρίου 2019, ο Neil Peart των Rush στις 7 Ιανουαρίου 2020 και ο μέγας Tony στις 30 Απριλίου 2020, στην ηλικία των 80 ετών.

Αυτό το μικρό αφιέρωμα δεν έχει βέβαια καμιά αξίωση αντικειμενικότητας και σφαιρικής παρουσίασης του έργου του Νιγηριανού μουσικού, καθώς υπάρχουν άνθρωποι με μεγαλύτερες και πιο εξειδικευμένες γνώσεις από την αφεντιά μου για να φέρουν σε πέρας αυτή την εργασία. Εγώ απλά θα θυμηθώ τις στιγμές που η πορεία μου ως ακροατής μουσικής, αλλά και ως... ανθρώπινο ον δέθηκε με τον Tony Allen και τα μοναδικά afro breaks του. 

Όπως πολλοί άλλοι, έτσι κι εγώ πρωτογνώρισα τον Tony μέσα από τα αριστουργήματα του Fela Kuti, ο οποίος άλλωστε έχει δηλώσει το περίφημο: "Χωρίς τον Tony Allen, δεν θα υπήρχε afrobeat". Ακούγοντας ξανά και ξανά τα άλμπουμ Expensive Shit, Zombie και No Agreement, συνειδητοποίησα ότι πράγματι η ραχοκοκαλιά του συμφωνικού αφρικάνικου ήχου του Fela είναι το drumming το Tony Allen.  2-3 χρόνια αργότερα, προσωπική αποκάλυψη στάθηκε το άλμπουμ N.E.P.A. (1984), στο οποίο ο Tony κατόρθωσε να ενώσει τις δυο μαύρες ακτές του Ατλαντικού, το afrobeat και τη dub, σε μια από τις πιο δημιουργικές στιγμές της 80s electronica.

Έπειτα, δεν θα ξεχάσω, όταν βρέθηκα με την καλύτερη παρέα στη Δονούσα το 2011, όπου ο μοναδικός ταξιτζής του νησιού, ένας μποέμ χίπης και πρώην drummer, με λαχούρια πουκάμισα (όσοι έχετε πάει στο νησί, λογικά θα τον φέρετε στο νου σας), μου θύμισε με έναν περίεργο τρόπο τον Tony Allen! Τέλος, όταν έκπληκτος ανακάλυψα ότι αυτό το ευγενικό, νοσταλγικό μα γκρουβάτο drumming στο La Ritournelle του Sebastien Tellier έχει βγει απ' τα χέρια του τρανού Νιγηριανού.  

Το έργο του Tony Allen είναι ατελείωτο πραγματικά. Ειδικά, στη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας- δηλαδή, από τα 60 ως τα 80 του, παρακαλώ- έχει συνεργαστεί με κάποιους από τους πιο προοδευτικούς εκπροσώπους της τρέχουσας μουσικής σκηνής, όπως οι Damon Albarn, Jeff Mills και Theo Parrish. Σήμερα το πρωί άκουσα τη συνεργασία του με τους Nαπολιτάνους Nu Guinea στο άλμπουμ The Tony Allen Experiments (2016). 

Το τελευταίο του άλμπουμ κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, μια παλιότερη συνεργασία του με τον έτερο μεγάλο Αφρικανό Hugh Masekela, που απεβίωσε το 2018. Εδώ διαβάζετε την πιθανώς τελευταία συνέντευξή του, όπου κυρίως αναφέρεται στην πολιτική δύναμη της μουσικής του, αλλά και τη σχέση του με τον Fela Kuti, τον Hugh Masekela και τον Ginger Baker. 

Περιττό να σημειώσω πως αυτός ο τελικός αποχαιρετισμός του Tony Allen αποτελεί μια αφορμή για να προσεγγίσουμε ακόμα περισσότερο το μεγαλειώδες έργο του και την ανεπανάληπτη τέχνη του. 

Αντίο μεγάλε!

23/2/20

"Μέσα στη μουσική εφύτεψαν ένα πάθος": αποτίμηση της δεκαετίας 2010-2019


Οδηγίες Χρήσης
Στο παρακάτω κείμενο θα διαβάσετε κάποιες σκέψεις μου για τη μουσική των 2010s. Ήδη έχω παρουσιάσει τις επιλογές μου με τα 50 άλμπουμ της δεκαετίας, με τις οποίες βέβαια το κείμενο αυτό σχετίζεται άμεσα. Παράλληλα, εντός του κειμένου θα βρείτε διάσπαρτα links, τα οποία οδηγούν σε αντίστοιχες αναρτήσεις αυτού εδώ του blog, που σε έναν περίπου χρόνο (Μάρτιο του 2021) κλείνει δέκα χρόνια ύπαρξης. Η γενική ιδέα πίσω από αυτή την αποτίμηση είναι το υποκειμενικό και ατομικό στοιχείο να συναντήσει το κοινωνικoπολιτικό, συλλογικό και - γιατί όχι;- το υπαρξιακό.  
Καθώς διαβάζετε, μπορείτε να ξεκινήσετε την ακρόαση της Spotify λίστας με τα 70+1 tracks που κατά τη γνώμη μου σηματοδότησαν αυτή τη δεκαετία. 

 Να πω την αλήθεια, όταν τα παιδιά του Lung Fanzine μου ζήτησαν να φτιάξω  μια λίστα με τα 50 αγαπημένα μου άλμπουμ της δεκαετίας 2010-2019, σκέφτηκα να αρνηθώ, επειδή αυτό το task μου φάνηκε πολύ ζόρικο... Τελικά, πείστηκα να ξεκινήσω σε μια λογική «βλέποντας και κάνοντας», αλλά δεν άργησα να βυθιστώ σε μια συναισθηματική κατάσταση απόλαυσης, νοσταλγίας και στοχασμού. Αναζητούσα παλιούς σκληρούς δίσκους, ξεσκόνιζα cd, ξεψάχνιζα το Spotify κλπ. Μιλάμε για γνήσια (κι ίσως κομμάτι διεστραμμένη – τι να πω;) ηδονή!

Δημιουργώντας, λοιπόν, αυτή τη λίστα και ακούγοντας πολλή και αγαπημένη μουσική, το νου μου ολοένα τριβέλιζαν σκέψεις που ξεκινούσαν ως προσωπικές και σταδιακά έπαιρναν έναν πιο συλλογικό χαρακτήρα.

Αρχικά σκέφτηκα τη δική μου πορεία ως φίλος και ακροατής μουσικής κατά τη δεκαετία 2010-2019.

Χωρίς αμφιβολία, σε αυτή τη δεκαετία η ενασχόλησή μου με τη μουσική έγινε πιο έντονη, πιο βαθιά και πιο ουσιαστική.  Από απλός ακροατής έγινα ραδιοφωνικός παραγωγός (εδώ πρέπει να ευχαριστήσω τον Nova Fm 106 και τον επικεφαλής του, Coach, καθώς κατά την εξαετή εκπομπή μου στην ουσία διαμορφώθηκα ως παραγωγός). Από πέρσι έχω μεταφερθεί στο Paranoise Radio, με τη μηνιαία εκπομπή Magical Mystery Tour. Παράλληλα βαφτίστηκα DJ, αναπτύσσοντας ένα ανεξάντλητο ενδιαφέρον για αυτή την ενασχόληση και ζώντας μερικές πολύ ωραίες βραδιές στα decks. Ακόμα, ασχολήθηκα και με τη μουσικοκριτική, αρχικά στην ιστοσελίδα του Nova Fm, έπειτα σε αυτό εδώ το blog, καθώς στην ιστοσελίδα Progrocks.gr και στο έντυπο Lung Fanzine.  Τέλος, έγινα συλλέκτης βινυλίου, μπορώ να πω μικρού βεληνεκούς. Όλη αυτή η πιο ενεργή εμπλοκή μου με τον κόσμο της μουσικής, με οδήγησε συχνά σε σκέψεις σχετικά με τη σχέση της ψηφιακής και διαδικτυακής τεχνολογίας με τη μουσική. 

O Dan Snaith είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπρο-
σώπους της electronica σήμερα, κυρίως στην dance πλευ-
ρά της. Χρησιμοποιεί τα ψευδώνυμα Caribou και Daphni.
πηγή εικόνας
Σε επίπεδο ειδών, χωρίς αμφιβολία στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας γοητεύτηκα χωρίς αντιστάσεις από τον ηλεκτρονικό ήχο, ειδικότερα τον πιο χορευτικό, επενδύοντας χρόνο, σκέψη και συναίσθημα κυρίως στα genres της disco και του house. Όπως είναι αναμενόμενο, περισσότερο με τράβηξαν οι ρίζες της dance μουσικής, από το cosmic disco ως το chicago house, καθώς και η πιο ανεξάρτητη ή, αν θέλετε, underground σκηνή. Ο λιτός ηλεκτρονικός ρυθμός των 4/4 λες και με απελευθέρωσε κι από τότε με χαλαρώνει, με ενεργοποιεί και με ενθαρρύνει. 

Βέβαια εξίσου με μαγνήτισε και το πολυσυλλεκτικό και εκλεκτικό balearic, όπου οδηγήθηκα μέσω της αξεπέραστης αγάπης για την downtempo electronica. Κάπως έτσι, παρακολούθησα τις περισσότερες νέες τάσεις που άκμασαν μέσα στη δεκαετία, όπως το witch-house, το post-dubstep, το vaporwave και το lo-fi house, αλλά και τους πιο επιφανείς αντιπροσώπους του ηλεκτρονικού ήχου: τον Dan Snaith (Caribou-Daphni), τον Four Tet, τον Floating Points και τον Nicolas Jaar. Τέλος, το 2016 παρακολούθησα το πρώτο φεστιβάλ Odyssia, που θεωρώ ως το πιο γενναίο μουσικό event που διοργανώθηκε στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας, τουλάχιστον στην ηλεκτρονική σκηνή.

Το βασικό συμπέρασμα όλων των παραπάνω είναι ότι η ηλεκτρονική μουσική εξελίσσεται και πλουταίνει, καθώς αναλαμβάνει να δώσει ένα ανθρώπινο πρόσωπο στον ολοένα πιο κυρίαρχο τεχνικό πολιτισμό και τελικά να τον κριτικάρει. 

Οι Σουηδοί Dungen συνεχίζουν επάξια και εξελίσσουν την
κληρονομιά των 70s συμπατριωτών τους. πηγή εικόνας
Σίγουρα απομακρύνθηκα αρκετά από το ροκ, αλλά προσπαθώ να παρακολουθώ τις νέες κυκλοφορίες, εστιάζοντας επιλεκτικά σε psych, prog και post-rock ακούσματα, με πιο αγαπημένους τους Public Service Broadcasting και τους Atlanter, χωρίς όμως να υποτιμώ καλές mainstream μπάντες, όπως οι Black Keys. Αν κάτι ξεχώρισα από το ροκ του παρελθόντος είναι η απίστευτη παρέα εκ Σουηδίας ορμώμενη που σχημάτισε τα συγκροτήματα Träd, Gräs Och Stenar, Harvester και κυρίως τους Arbete och Fritid και τους Archimedes Badkar στα late 60s και στα 70s. Στη μοναδική τέχνη αυτών των ανθρώπων αισθάνθηκα πως (ξανα)βρήκα τον εαυτό μου. Εδώ και δυο χρόνια ένα ανάλογο ενδιαφέρον έχω αναπτύξει και για την πειραματική-psych-prog-jazz funk σκηνή της Ιταλίας στα 70s, με καλλιτέχνες όπως οι Napoli Centrale, ο Toni Esposito, ο Franco Battiato κλπ. Να δούμε που θα μας βγάλει κι αυτός ο δρόμος...

Φυσικά, τον ίδιο ενθουσιασμό μου προκάλεσαν και κάποια ακροάματα στο πεδίο της jazz, κυρίως τα κλασικά άλμπουμ του John Coltrane. Εδώ ταιριάζει να κάνω λόγο και για το πάθος που ανέπτυξα, ειδικά στο πρώτο μισό της δεκαετίας, με το jazzy hip hop του Nujabes. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές έχω μνημονεύσει αυτόν τον άνθρωπο...

Παράλληλα, τα μουσικά μου ενδιαφέροντα συμπλήρωσαν και οι βορειοαφρικάνικοι ήχοι, με κυρίαρχο το Αλγερινό raï, εμπλουτίζοντας το ευρύτερο ενδιαφέρον μου για την παραδοσιακή και λαϊκή μουσική της Μεσογείου και της Ανατολής, η οποία σημειωτέον ότι στο δεύτερο μισό της δεκαετίας επανήλθε στο προσκήνιο, μπλεγμένη εκλεκτικά με την electronica και τη τζαζ. Πάντως, γεγονός είναι πως η παράδοση πάντα βρίσκει τρόπο να εισχωρεί στο παρόν, κριτικάροντας μα και εμπλουτίζοντας την τρέχουσα μουσική σκηνή. Τέλος, τα μουσικά μου γούστα συμπλήρωναν διεστραμμένως αντιφατικά ακούσματα τα οποία ξεκινούσαν από το black metal και έφταναν στο hip hop

Αν μπείτε στον κόπο να δείτε τη λίστα μου, θα  βρείτε αντιπροσωπευτικά άλμπουμ όλων των παραπάνω ειδών και κατευθύνσεων.

Οι Νορβηγοί Atlanter αποτελούν μία από τις καλύτερες ροκ μπάντες των ημερών μας. πηγή εικόνας

Τρία κυρίαρχα συμπεράσματα αποκόμισα από την ακρόαση τόσης μουσικής: 


Οι Καλιφορνέζοι Pacific Horizons συνδυάζουν το deep house
με τις καλύτερες στιγμές του ψυχεδελικού ροκ. πηγή εικόνας
A. Οι πιο ενδιαφέρουσες και γοητευτικές δημιουργίες είναι αυτές που αψηφούν και τελικά παντρεύουν διαφορετικά είδη. Για παράδειγμα, ποιος θα σκεφτόταν να ενώσει τη disco με το krautrock; Ή το house με το ψυχεδελικό ροκ; Κι όμως υπάρχουν καλλιτέχνες που τόλμησαν και τελικά κατόρθωσαν τέτοια κράματα. 

B. Η ενασχόληση με τη μουσική, ειδικότερα την τρέχουσα παραγωγή, προσφέρει μια αίσθηση νεότητας, καθώς έρχεσαι σε επαφή με φρέσκες τάσεις, όχι μόνο μουσικές αλλά και ευρύτερα καλλιτεχνικές και αισθητικές. Αυτή η αίσθηση νεότητας ενισχύεται όταν αναζητάς χωρίς παρωπίδες τα πιο νέα και καινοτόμα μουσικά στιλ.

Γ. Η μουσική είναι μια τέχνη αληθινά μαζική, συλλογική και ευρύτερα λαϊκή, ενώνει τους ανθρώπους, ρίχνοντας τα τείχη της μισαλλοδοξίας, του φόβου και του αρνητισμού. Η μουσική φέρνει μια «άνευ ορίων, άνευ όρων» ανάταση στην ανθρωπότητα, γεννά μια νέα ουτοπία

Μέσα από μια τέτοια ατραπό σκέψης, το προσωπικό βυθίζεται ευφορικά στο συλλογικό. Οπότε, η μουσική μπορεί αναμφισβήτητα να αποτελέσει ένα μέσο διασποράς ιδεών και μηνυμάτων που αντιστρατεύονται την απολυταρχία, τον φανατισμό και τις διακρίσεις. Έχω σε αρκετά κείμενα αναφερθεί στην ευρύτερα πολιτική δύναμη της μουσικής, μια δύναμη γιγάντια. Εκτιμώ τους καλλιτέχνες που δίνουν μια τέτοια διάσταση στο έργο τους, καθώς μας προσφέρουν έναν μίτο για να κινηθούμε σε αυτή την – σύμφωνα με τον Umberto Eco- «ρευστή κοινωνία». 

Nicolas Jaar
πηγή εικόνας
Στην έναρξη της δεκαετίας, το 2010, ο Nicolas Jaar κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του Space Is Only Noise, ενώ στο κλείσιμό της, το 2019, ο Michael Kiwanuka κυκλοφόρησε το τρίτο ομώνυμο άλμπουμ του. Οι δύο καλλιτέχνες ανήκουν στην ίδια γενιά, ο Kiwanuka γεννήθηκε το 1987, ενώ ο Jaar το 1990, επίσης αμφότεροι έχουν καταφέρει να χτίσουν έναν εντελώς προσωπικό ήχο, ο μεν Jaar ηλεκτρονικό, πειραματικό και χορευτικό, ο δε Kiwanuka πιο αναλογικό και ρετρό. Πέρα από τις διαφορές στο ύφος, κι οι δυο τους προσδίδουν στις προσωπικές τους εξομολογήσεις έναν καίριο, ανεξάρτητο και βαθύ πολιτικοκοινωνικό χαρακτήρα. Τελικά, η τέχνη τους εκφράζει πλήρως την εποχή μας, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα για χάρη της υπερκατανάλωσης. 

Michael Kiwanuka
πηγή εικόνας
Και να που φτάσαμε στο σημείο της αρνητικής κριτικής. Ναι, λοιπόν, σε αυτή τη φάση της μουσικής και γενικότερα καλλιτεχνικής μου αισθητικής, θεωρώ πως το νέο μοδάτο hip hop, που έχει κατακτήσει τη δεκαετία, ειδικά το δεύτερό της μισό, με κυρίαρχα στιλ το trap και το rNb είναι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, για τα πανηγύρια (να ζητήσουμε συγνώμη στους εκπληκτικούς παραδοσιακούς μουσικούς των πανηγυριών), καθώς θυσιάζει τη γνήσια καλλιτεχνική έκφραση στο βωμό τη υπερκατανάλωσης. Γνωρίζω πάρα πολύ καλά ότι μια μεγάλη μερίδα κριτικών καταφάσκει σε αυτή την εξέλιξη της μαύρης μουσικής, βρίσκοντας επιχειρήματα μουσικά, αισθητικά, μα και πολιτισμικά-κοινωνικά, ειδικότερα αν αναλογιστεί κανείς πόσο διαφορετικές ρίζες έχουν το rNb και το trap. Μπορεί στην τελική όλοι αυτοί να έχουν τα δίκια τους και να μου κλείνουν το μάτι, πετώντας το τόσο μοδάτο «Ok boomer!», αλλά ως απάντηση θα μεταφέρω ένα απόσπασμα από λίγο παλιότερο μου άρθρο:

«Σε έναν κόσμο που μαστίζεται από τις οικονομικές ανισότητες, τη βία, τις προκαταλήψεις, τη θρησκοληψία και τη στροφή στην ακροδεξιά και τον ακραίο εθνικισμό, ένα μεγάλο μέρος της μουσικής σκηνής που λογαριάζεται ως εναλλακτική φροντίζει να κοιμίζει το κοινό σε μια ψευδαίσθηση indie αισθητικής, χλιδάτης pop art, μοδάτου underground και επιφανειακής πολιτικοκοινωνικής κριτικής. Επομένως, η δήθεν εναλλακτική σκηνή αποτελεί το δεκανίκι της πολιτισμικής ηγεμονίας (για να θυμηθούμε και λίγο Gramsci) της εμπορικής ποπ σκηνής, η οποία με τη σειρά της είναι εποικοδόμημα  ή –αν θέλετε- έκφραση μιας κυριαρχίας που ξεκινά από το οικονομικό πεδίο για να απλωθεί στο πολιτικό και στο πολιτιστικό.»

Όσο πληκτικές κατά βάση θεωρώ τις ποικίλες αναβιώσεις που επικράτησαν στην παγκόσμια μουσική σκηνή κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας - από το swing ως το ψυχεδελικό ροκ- τόσο βρίσκω άκριτες και στημένες τις επιτηδευμένα προοδευτικές τάσεις. 

Rosalía
πηγή εικόνας
Όχι ότι δεν μπορούμε να βρούμε κάποια ωραία trap ή rNb τραγούδια, αλλά η γενικότερη σκηνή είναι προβληματική. Αντιπροσωπευτικός καλλιτέχνης αυτής της προβληματικότητας δεν είναι άλλος από τον Kanye West. Στα άλμπουμ που κυκλοφόρησε μέσα στη δεκαετία (που τόσο έχουν εγκωμιάσει πολλοί μουσικοκριτικοί), στιγμές έμπνευσης και σταγόνες ουσίας χάνονται σε μια θάλασσα εγωπάθειας και σύγχυσης. Για να το θέσω πιο απλά, ο Kanye West κινήθηκε από τη γνήσια street λαϊκότητα του ξεκινήματός του σε έναν λαμέ λαϊκισμό, που τον έσυρε ως και την ακροδεξιά. 

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν καλλιτέχνες όπως η Rosalía: το fusion-flamenco κορυφαίο άλμπουμ  της El Mal Querer (2018) κινείται εκλεκτικά και προς το RnB και το reggaeton, στοιχείο που αναμφισβήτητα έπαιξε ρόλο στην πολύ μεγάλη εμπορική του απήχηση, χωρίς όμως να στερήσει κάτι από την ποιότητά του. 

Παρόμοιες καταστάσεις ζήσαμε και στο πρώτο μισό της δεκαετίας, όταν το EDM βρισκόταν σε άνθιση και τα drops έπεφταν ωσάν ατομικές  βόμβες. Αλλά, με το trap τα πράγματα είναι πολυπλοκότερα, καθώς στο παιχνίδι μπαίνει και η πολιτική ορθότητα, η οποία κυρίως σχετίζεται με τα δικαιώματα των Αφροαμερικανών. Προπαγανδίζεται συχνά η άποψη ότι η μαύρη μουσική επιτέλους υπερνίκησε στη συνείδηση του ευρέος κοινού αυτή των λευκών. Φυσικά, έχουμε να κάνουμε με έναν αντίστροφο ρατσισμό, ειδικά αν αναλογιστούμε πως η μοντέρνα (ευρύτερα) ποπ μουσική, από τη jazz ως την techno και από το rock n roll ως το heavy metal έχει βαθιές και αλησμόνητες αφρικάνικες ρίζες. 
Alfa Mist, Antiphon
Βέβαια και η καθαρά μαύρη μουσική έχει μια ισχυρή και ρηξικέλευθη παρουσία. Το άλμπουμ Antiphon του Alfa Mist, κυκλοφόρησε το 2017, αγκαλιάστηκε με θέρμη από το κοινό, το οποίο κατανόησε τον πρωτοποριακό του χαρακτήρα, αλλά αγνοήθηκε από την πλειονότητα των κυρίαρχων μουσικοκριτικών media. O Alfa Mist συμπλέει με το νέο ρεύμα της λεγόμενης uk jazz.

Έτσι, ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία της μουσικής σκηνής της δεκαετίας 2010-2019 είναι η δυναμική προβολή της φυλετικής, έμφυλης, σεξουαλικής, εθνοτικής, κοινωνικής, ακόμα και ταξικής ταυτότητας των καλλιτεχνών. Φυσικά, πάντα οι δημιουργοί και οι perfomer ειδικά των μειονοτήτων και των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων προέβαλλαν την ταυτότητα τους, αλλά πλέον το κάνουν με συνείδηση και τόλμη. Πάνω σε αυτή ακριβώς την τάση βασίζονται τα επιχειρήματα των υποστηρικτών του νέου mainstream μαύρου ήχου. Αλλά, αυτή η τάση είναι πιο πολυδιάστατη και πιο ανατρεπτική. Κι είμαστε ακόμα στην αρχή, καθώς στη νέα δεκαετία που ξημερώνει τα θέματα ταυτότητας θα συνδεθούν στενότερα και βαθύτερα με τη μουσική τέχνη. Έτσι όλος αυτός ο κοινωνικός και καλλιτεχνικός αγώνας ο οποίος σηματοδοτήθηκε περισσότερο από έναν αιώνα πριν από τη New Orleans jazz και ανοίχτηκε σε νέους δρόμους στα 70s, όταν στις ΗΠΑ η disco ένωσε τις διεκδικήσεις των αφροαμερικάνων, των ισπανόφωνων (Hispanic and Latino americans) και της LGBTQ κοινότητας, θα γνωρίσει νέες κορυφώσεις στα επόμενα χρόνια. 

Πλησιάζοντας προς το τέλος αυτής της αποτίμησης της δεκαετίας που μας αποχαιρέτησε, θα σταθώ σε δύο ακόμα σημεία:

Πρώτον, τi συνέβη με την ελληνική μουσική σε αυτή τη δεκαετία; Μιας και η ευρύτερα η ελληνική ποπ κουλτούρα ακολουθεί κατά πόδας - τουλάχιστον από τα 50s κι έπειτα- την αμερικανική, σίγουρα το hip hop άστραψε και βρόντηξε και στη χώρα μας. Είδαμε από σοβαρές απόπειρες αφομοίωσης του είδους και συνέχειας των καλύτερων στιγμών του εγχώριου hip hop από καλλιτέχνες όπως ο ΛΕΞ και ο Ταφ Λάθος, μέχρι αδιανοήτως κακόγουστα trap κακέκτυπα. Παράλληλα, τα ιδιώματα της τζαζ, της electronica και της ροκ γνώρισαν άνθιση σε ένα πιο περιορισμένο, αλλά πιο συνειδητοποιημένο κοινό. Από την άλλη, ο χώρος του έντεχνου μπορεί εμπορικά να συνεχίζει λαμπρά, αλλά για μένα σε καλλιτεχνικό επίπεδο παρουσιάζεται εκφυλισμένος, πέρα από εξαιρέσεις. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι αυτή του Σείριου Σαββαΐδη, ο οποίος έχει διαμορφώσει έναν προσωπικό ήχο, με ρίζες μοιρασμένες στο ψυχεδελικό folk των 60s και τη δική μας παράδοση. 

Last but not least, απολάμβανα ιδιαίτερα να παρακολουθώ τη εντόπια βολιώτικη σκηνή, σημειώνοντας τους πιο δυνατούς εκπροσώπους της.

Στο άλμπουμ τους No Place Land (2013), οι Χαλκιδείς Eziak πράγματι έφτια-
ξαν μια δική τους ουτοπία, παντρεύοντας το post-rοck και την ψυχεδέλεια με
στοιχεία της ελληνικής παράδοσης. πηγή εικόνας

Δεύτερον, αναπόδραστα θα κάνουμε και μια αναφορά στους καλλιτέχνες που στη διάρκεια αυτών των ετών μας είπαν το τελικό αντίο. Σημαντικές μορφές  έφυγαν από τη ζωή, καλλιτέχνες νέοι, όπως η Amy Winehouse (2011) και βετεράνοι, όπως ο David Bowie (2016). Αλλά, δίνοντας ξανά έναν πιο προσωπικό τόνο, θα μνημονεύσω πέντε καλλιτέχνες των οποίων οι δημιουργίες στάθηκαν για μένα αποκαλυπτικές: ο Νίκος Παπάζογλου (2011), ο Rachid Taha (2018), ο Charles Aznavour (2018), ο Mark Hollis (2019) και ο Neil Peart , που απεβίωσε ενώ η νέα δεκαετία μπουσουλάει, οπότε ας τον συμπεριλάβουμε. Άφησα το τελευταίο αντίο για τους δύο πατέρες της dance σκηνής, τον Frankie Knuckles (2014) και κυρίως τον David Mancuso (2016). 

Ωστόσο, δεν θα ολοκληρώσουμε αυτό το άρθρο πεσιμιστικά καθώς, όπως προαναφέρθηκε, μουσική ίσον ζωή. Θα κλείσω, λοιπόν, με ένα απόσπασμα από το ποίημα Μέσα στη Μουσική του συγκλονιστικού Γιώργου Σαραντάρη (1908-1941): 

Μέσα στη μουσική υπάρχει χώρος
Να κοιμηθεί ο άνεμος
Μαζί του να ταξιδέψουμε κι εμείς

Μέσα στη μουσική εφύτεψαν ένα πάθος

Παράξενο
Άνθος η ζωή μας άνθος
Από στόμα περνά σε στόμα

Ελπίζω κι στη νέα δεκαετία που πριν λίγο καιρό ξημέρωσε, η ζωή μας να βρίσκεται μέσα στη μουσική.

Εικόνα: Alexander Rodchenko, Radio Listener (1929)

11/1/20

Ένα αντίο στον Neil Peart


Ως έναρξη της ενεργούς ενασχόλησης μου με τη μουσική λογαριάζω την ηλικία περίπου των 15 ετών, όταν σεργιάνισα για πρώτη φορά στο παλάτι του hard rock και του heavy metal, το οποίο τότε μου φαινόταν μυθικό (κι η αλήθεια πως και σήμερα δεν έχει χάσει, στα μάτια μου, τη μυθική του λάμψη).

Σχετικά γρήγορα άρχισα να αναζητώ καλλιτέχνες που ξέφευγαν από την πεπατημένη ροκ νοοτροπία, η οποία ξεκινούσε με αλκοόλ, αλητεία και σεξ (πράγματα που φυσικά μου άρεσαν, κυρίως σε θεωρητικό επίπεδο ακόμα τότε...) και κατέληγε σε fantasy ή horror θεματολογία, δύο λογοτεχνικά είδη που διάβαζα φανατικά. Ωστόσο, έψαχνα καλλιτέχνες που ανοίγονταν σε μια άλλη, πιο "ψαγμένη" και intellectual αισθητική. Βέβαια πως αλλιώς θα μπορούσε να ταυτιστεί πραγματικά με το ροκ ιδίωμα ένας εσωστρεφής και ντροπαλός έφηβος, που χωνόταν και χανόταν στα βιβλία; 

Κάπως έτσι έφτασα και στους Rush, ως αντιπροσωπευτική μπάντα του progressive rock. Στο Καναδικό super trio των Geddy Lee (μπάσο-φωνητικά-πλήκτρα), Alex Lifeson (κιθάρα) και Neil Peart (drums-κρουστά) βρήκα ό,τι έψαχνα: την οργισμένη ένταση του σκληρού κιθαριστικού ροκ ιδιοφυώς συνδυασμένη με μελωδικά περάσματα, υψηλή τεχνική και στίχους τόσο φιλοσοφημένους, που για πολλά χρόνια - ακόμα και σήμερα- μένουν ως διδάγματα ζωής: 

Those who wish to be
must put aside the alienation
get on with the fascination,
the real relation
the underlying theme.
(Limelight)

The blacksmith and the artist
reflect it in their art
they forge their creativity
closer to the heart
yeah, it's closer to the heart.
(Closer to the Heart)

No, his mind is not for rent
to any god or government
always hopeful, yet discontent
he knows changes aren't permanent
but change is.
(Tom Sawyer)

Ο κύριος στιχουργός και γενικότερα  βασικός υπεύθυνος όλης της επαφής των Rush με την υψηλή κουλτούρα ήταν ο Neil Peart. Τώρα, η δική μου κριτική στο drumming του σίγουρα θα είναι ελλιπής, αφού για αυτό το θέμα είναι καλύτερο να μιλήσουν οι ίδιοι οι μουσικοί. Απλά, να σημειώσω ότι πάντα μου προκαλούσε εντύπωση η δημιουργικότητα και κυρίως η μελωδικότητα του παιξίματός του.

Φυσικά, είχα κι εγώ συγκλονιστεί με την τραγική οικογενειακή περιπέτεια του Neil Peart το 1997, όταν έχασε πρώτα την κόρη του σε ατύχημα κι έπειτα από μόλις λίγους μήνες τη γυναίκα του από καρκίνο. Έπειτα συνειδητοποίησα, όχι μόνο το καλλιτεχνικό, αλλά και το ανθρώπινό του μεγαλείο στον τρόπο που αντιμετώπισε αυτή την τραγωδία: οργώνοντας την Αμερική σε ένα μοναχικό ταξίδι λύτρωσης με τη μοτοσυκλέτα του. Το ταξίδι αποτυπώθηκε στο βιβλίο Ghost Rider: Travels on the Healing Road, το οποίο χρήζει άμεσης παραγγελίας.  

Έτσι, στα μέσα των 00s, επέστρεψα στους Rush και στο άλμπουμ Vapor Trails (2002), ειδικότερα στο βασανιστικά και συγκλονιστικά ελπιδοφόρο, μα και τόσο "γκρουβάτο", Ghost Rider:


Χθες έμαθα πως ο Neil Peart έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών. Πραγματικοί και διαδικτυακοί φίλοι μου τον θυμούνται και τον μακαρίζουν, επιβεβαιώνοντας για ακόμα μια φορά το ότι εμείς που γουστάρουμε την intellectual, φιλοσοφική και ποιητική (hard) rock μουσική είμαστε πάρα πολλοί!

Αντίο στον drummer, ποιητή, φιλόσοφο, προφέσορα, τον Ghost Rider Neil Peart.

30/10/19

Magical Mystery Tour 08 | bailes esotéricos | Paranoise Radio


In my constant effort to keep in touch, selectively of course, with the most fresh music styles, I have constructed this radio DJ set: an hourly tribute to alternative and underground reggaeton. The selection of the tracks was a big adventure full of surprises, many of whose wasn't so pleasant, because reggaeton constantly and dangerously flirts with bad taste and kitsch. Some people have fun with this trait, they even find it artistic, but I personally don't. So I chose tracks that are melodic and atmospheric, while keeping the roughness associated with a music genre which is created by ordinary people mainly in Latin American countries , where life is wild, violent and full of economic and social inequalities.

Almost all tracks (except one, the Dementira's remix which costs 1 dollar) could be downloaded for free. So, you can click on the link of every track and download it!



Στην πάγια προσπάθειά μου να συγχρονίζομαι, εκλεκτικά φυσικά, με τις μουσικές εξελίξεις, προχώρησα στην πραγματοποίηση αυτής της εκπομπής: ένα ωριαίο αφιέρωμα σε εναλλακτικό και underground reggaeton. Η περιπέτεια της επιλογής των κομματιών ήταν μεγάλη και γεμάτη εκπλήξεις, αρκετές από αυτές όχι και τόσο ευχάριστες, αφού το συγκεκριμένο μουσικό είδος φλερτάρει συνεχώς και επικίνδυνα με το κακό γούστο και το κιτς. Κάποιοι διασκεδάζουν με αυτό το στοιχείο, το βρίσκουν ακόμα και καλλιτεχνικό, εγώ προσωπικά όχι. Οπότε επέλεξα tracks που είναι μελωδικά και ατμοσφαιρικά, αλλά δεν υπολείπονται της τραχύτητας που ταιριάζει σε μια μουσική που δημιουργείται από απλούς ανθρώπους των χωρών της Λατινικής Αμερικής κυρίως, όπου η ζωή είναι άγρια, βίαιη και φουλ από οικονομικές-κοινωνικές ανισότητες.

Σχεδόν όλα τα κομμάτια (εκτός από ένα, το remix του Dementira που κοστίζει σχεδόν 1 ευρώ) είναι σε free download. Οπότε, κλικάρετε το link του κάθε κομματιού και το κατεβάζετε!

01. Cuerpos - Espejos
02. omnia_son - Atlantropa
03. Igrimas - Todo Lo Que Veo (Es Tú)
04. Igrimas - Flawed
05. Zurvolt - Lamento (feat. Shiroi Kitsune)
06. Aquiles Orquidea - Suave
07. Astrosuka & Ornamenti D' Oro - Ahaetulla Nasuta
08. J. Pantano - Al-Gharete (Digital Diogenes Original Mix)
09. Territorio Comanche - Cumbia Resistencia (feat. Puloy) (El Buga ft. Zambo 1492 Remix)
10. Knzo - Future Samba
11. Bony Fly - Hinde Version
12. Sistema Son Suave - Cangote
13. Franz Mesko - Nuestra Casa (Dementira Remix)
14. Bloque Del Sur - Explanada
15. La MiniTK El Miedo - La Chambeta Del Fin
16. Don Julio Sosa - Dembow Ultramix Del Futuro 2019
17. Branko - Agua Non Sal (feat. Catalina García) (PEDRO Remix)
18. Chumbo - Despertemos (feat. Berta Cáseres Flores)

Art by Belkis Ayón

22/9/19

"Τα δικά μας παιδιά"


Σκέψεις γύρω από το τρέχον ελληνικό εναλλακτικό hip hop


Δεν ξέρω τι έχω πάθει, αλλά στις μεταμεσονύκτιες περιπλανήσεις μου στον κόσμο της μουσικής στη διάρκεια του φετινού καλοκαιριού, άκουγα αρκετά ελληνικό hip hop, και μάλιστα το εναλλακτικό - underground hip hop στη χώρα μας. Αυτές οι ακροάσεις, αλλά και άλλες, παλιότερες των τελευταίων γενικά ετών, μου προκάλεσαν σκέψεις για όλη αυτή τη σκηνή. Αυτές οι σκέψεις έγιναν πιο συγκεκριμένες ένα βράδυ της προηγούμενης εβδομάδας, κατά την ανταλλαγή σχολίων στο Facebook, μετά από μια κάπως σχετική ανάρτηση του συντοπίτη, φίλου και βέβαια πολύ καλού DJ και music blogger Electric Looser. Έτσι, σκέφτηκα να τις μεταφέρω κι εδώ ακόμα πιο συγκροτημένα.

Βέβαια, πρώτα ας θέσω κάποια συγκεκριμένα όρια, μέσα στα οποία θα μιλήσω: πρώτον, ως μπροστάρηδες του εναλλακτικού ελληνικού hip hop σήμερα λογαριάζω MCs όπως ο ΛΕΞ, ο Τζαμάλ, ο Anser, o Ταφ Λάθος, ο Λόγος Απειλή. Οι περισσότεροι από αυτούς δραστηριοποιούνται δισκογραφικά και συναυλιακά εδώ και δεκαπέντε χρόνια, αλλά θεωρώ πως σε αυτή τη φάση, συνδυάζουν τη νεότητα με την καλλιτεχνική συγκρότηση, οπότε αποτελούν μια μουσική γενιά ακόμα νέα μα και αρκετά έμπειρη. Βέβαια, υπάρχουν και νεότεροι rappers, όπως ο συμπαθής Bloody Hawk, αλλά ακόμα βρίσκεται σε φάση διαμόρφωσης. Δεύτερον, αν και έχω ακούσει αρκετά τραγούδια των παραπάνω, δεν έχω κατορθώσει να ακούσω ολόκληρο άλμπουμ, τουλάχιστον πάνω από μια φορά. Οπότε η κριτική μου είναι ίσως κάπως λειψή, αλλά θα εξηγηθώ παρακάτω.

Η νέα γενιά, λοιπόν, του εναλλακτικού ελληνικού hip hop προσφέρει πολλά θετικά στην τρέχουσα εγχώρια μουσική σκηνή. Βασικά, κομίζει ένα δεμένο σύνολο νοοτροπίας, αισθητικής και άποψης που συγκροτεί τον αντίθετο πόλο σε όλη αυτή την γνωστή στην Ελλάδα εδώ και πάρα πολλά χρονιά (μην πω εκατονταετίες) κουλτούρα που συνδυάζει τη συντήρηση, την ξενομανία και τον υλικό ευδαιμονισμό. Πιο συγκεκριμένα, καλλιτέχνες όπως ο ΛΕΞ - σε ένα πιο οργισμένο και βαρύ ύφος- και ο Ταφ Λάθος - σε ένα πιο λυρικό και εσωστρεφές- αντιστέκονται τόσο στις υπερσυντηρητικές, φασίζουσες ακόμα και φασιστικές πολιτικές και κοινωνικές τάσεις, όσο και στη νέα σκηνή του ελληνικού trap, με “καλλιτέχνες” που μου φαίνονται από γελοίοι, ως γλοιώδεις και απαράδεκτοι. Οι Έλληνες εναλλακτικοί hip hoppers έχουν συνειδητοποιήσει ότι η επιδειξιομανία, ο σεξισμός και ο πιθηκισμός των Αμερικάνικων trends αποτελεί το πολιτισμικό δεκανίκι ενός παγκοσμιοποιημένου πλέον πολιτικοκοινωνικού συντηρητισμού, βλ. alt-right στις ΗΠΑ, Ορμπάν στην Ουγγαρία κλπ. Οι εκπρόσωποι της νέας γενιάς του εναλλακτικού ελληνικού hip hop αφομοιώνουν τις πιο νέες τάσεις της παγκόσμιας σκηνής για να εκφράσουν με ρεαλισμό και ποίηση την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Προκειμένου να συνειδητοποιήσουμε την -ενοχλητικότατη για κάποιους- επιρροή του εγχώριου εναλλακτικού hip hop, ας αναλογιστούμε πως η μόνη (ευτυχώς) δολοφονία μουσικού που έγινε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας είναι αυτή του Παύλου Φύσσα (Killah P) το 2013 από ανδρείκελο της Χρυσής Αυγής.







Από την άλλη πλευρά όμως, όπως έγραψα και παραπάνω, δεν μου είναι εύκολο να ακούσω ένα ολόκληρο άλμπουμ των παραπάνω καλλιτεχνών. Το χαρακτηριστικό που με εμποδίζει είναι πως νιώθω ότι κατά κύριο λόγο απευθύνονται σε ηλικίες από 15 εώς 30 ετών. Η πολιτική και κοινωνική τους κριτική συχνά είναι βαθιά και κοφτερή, οι προσωπικές τους εξομολογήσεις έχουν ουσιαστική ευαισθησία, αλλά όλος αυτός ο υπερβολικός πεσιμισμός και η οργή, σε συνδυασμό με μια αλητεία “του δρόμου”, της παρέας και των “δικών μας παιδιών” (όπως χαρακτηριστικά λέει σε μια συνέντευξη του ο ΛΕΞ) είναι στοιχεία που δεν αντιστοιχούν στη δική μου φάση ζωής και νομίζω στη ζωή αρκετών μουσικόφιλων και φίλων του hip hop, αν θέλετε, που έχουν ξεπεράσει (εδώ και χρόνια...) τα 30. Γιατί, όπως πολύ σωστά δηλώνει ο Anser, "το rap είναι μια βιωματική μουσική". Φυσικά, όλη η προσπάθεια που κάνουν αυτοί οι hip hoppers βρίσκει γόνιμο έδαφος στις νεότερες ηλικίες, όλη αυτή αισθητική και άποψη που φέρνουν πάει τους πιτσιρικάδες βήματα μπροστά, μακριά από τον ορυμαγδό κακού γούστου, ηθικού και κοινωνικού αδιεξόδου. Θα ακούσουν και 2Pac, ίσως έπειτα Gangstarr και να φτάσουν ως James Brown, Miles Davis… ο δρόμος της μουσικής δεν έχει τέλος

Εδώ που τα λέμε, όμως, αυτή την αίσθηση μου άφηνε πάντα το ελληνικό hip hop, από την πρώτη του φάση, με τους παλιούς, καλούς TXC, τους Active Member, τους FF.C κλπ. Ενδιαφέροντες και φυσικά σημαντικοί, αλλά όχι τόσο ολοκληρωμένοι όσο οι Αμερικάνοι, οι Βρετανοί ή οι Γάλλοι συνάδελφοί τους. Επομένως, το ελληνικό hip hop έχει ακόμα περιθώρια εξέλιξης, κάτι ιδιαίτερα αναζωογονητικό και ελπιδοφόρο.

Βέβαια, ήδη με κάποιες κυκλοφορίες ενθουσιάζομαι χωρίς ενδοιασμό, οι οποίες όμως για κάποιο λόγο δεν έχουν τη μεγαλύτερη εμπορική απήχηση. Αλλά σ' αυτές βρίσκω την επιθυμητή απαγκίστρωση από όλους του παράγοντες που με κάνουν να αισθάνομαι ένας έμπειρος και - υπέρ το δέον;- ώριμος ακροατής:

7/11/18

Η νοοτροπία του David Mancuso στο σήμερα



Σε λίγες μέρες, κλείνουν δύο χρόνια από τον θάνατο του David Mancuso, ενός ανθρώπου που άφησε χαμηλόφωνα και ουσιαστικά τη σφραγίδα του στον χώρο της μουσικής, ειδικότερα στον κόσμο του DJing και της club κουλτούρας.

Την περίοδο της φυγής του Mancuso, ο συνεργάτης του Tim Lawrence, ο οποίος είναι και ο κορυφαίος πανεπιστημιακός ερευνητής της χορευτικής μουσικής και ευρύτερα κουλτούρας σήμερα, επιμελήθηκε δύο αφιερωμάτων, το πρώτο στη διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού Wire και το δεύτερο στην ιστοσελίδα Electronic Beats. Έχουμε να κάνουμε με δύο εξαιρετικά κείμενα, τα οποία συνδυάζουν ένα ζωντανό και σύγχρονο ακαδημαϊκό ύφος με πλούσια γνώση και φυσικά με έναν έντονο συγκινησιακό τόνο που ποτέ όμως δεν πέφτει στην αισθηματολογία. Μέσω αυτών των κειμένων έγινε, τουλάχιστον σε μένα, αισθητή η τόσο ιδιαίτερη φιλοσοφία του David Mancuso.

Ορίστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, από το άρθρο στο Electronic Beats:

It can now be concluded that David held on to a remarkably purist set of beliefs through to the day he died. Not once did he advertise a party. Not once did he run the Loft as a club. Not once did he work as a DJ. Not once did he go on tour. Not once did he play a bootleg. Not once did he compromise the dream of running his parties as a space where everyone was welcome as equals. Not once did he play music at a level that could damage the ears of his dancers. Not once did he select a record that he thought was less than optimal for the situation at hand.


Είναι φως φανάρι, λοιπόν, ότι η νοοτροπία του David Mancuso αποστασιοποιείται από τον δρόμο που έχει πάρει το DJing και το clubbing ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Όσο για τη χώρα μας, δεν νομίζω κάποιος να έχει ζήσει μια τόσο στοχευμένη και βαθιά εμπειρία διοργανωμένη από Έλληνες. Ωστόσο, γνωρίζω πως κάποιοι λίγοι φίλοι της μουσικής, ιδιαίτερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, οργανώνουν μουσικές εκδηλώσεις, party και στέκια που - τις περισσότερες φορές συνειδητά ή ακόμα και ασυνείδητα- έχουν επηρεαστεί από τον μεγάλο Νεοϋορκέζο.

Τώρα, σε μία επαρχιακή πόλη, όπως είναι ο Βόλος, ένα σύνολο οπισθοδρομικών και θα έλεγα γελοίων κοινωνικών συμβάσεων στον τομέα της διασκέδασης, αλλά και οι εμφανείς τάσεις κερδοσκοπίας, εμποδίζουν κάθε ανάπτυξη μιας τέτοιας νοοτροπίας. Κι έτσι, κάποιες φορές, σκέφτομαι πως θα ήταν ωραίο να διοργανώσει η αφεντιά μου - φυσικά μαζί με καλούς φίλους και ομοϊδεάτες, κάποιοι από τους οποίους μπορεί να είστε εσείς που διαβάζετε αυτό το κείμενο - ένα ιδιωτικό, εκλεκτικό και γεμάτο θετικά συναισθήματα party, αναπόφευκτα χωρίς την ξακουστή ακραία audiophile προσέγγιση του Mancuso, αλλά οπωσδήποτε μακριά από τις φωτογραφίες, τα κινητά και τα social media. Απλά χρειάζεται θάρρος, μεράκι και φαντασία. Ίδωμεν...

Για όποιον θέλει να ψάξει περισσότερο σχετικά με τον David Mancuso, μπορεί να διαβάσει μία εκτενή συνέντευξή του, καθώς και μια επικής έκτασης ανοιχτή συζήτηση φίλων, συνεργατών και συμμετεχόντων στα party του, πάνω στη λογική της προφορικής ιστορίας.

Κλείνουμε με το πιο ουσιώδες, δηλαδή τη μουσική:

>