Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28/5/24

Ελληνικό hip hop: από τη δεκαετία του '90 σ' αυτή του 2020


Το hip hop, όπως και το ροκ, η ηλεκτρονική μουσική και εν μέρει η τζαζ, αποτελεί ένα μουσικό είδος που αφορά σε ένα μεγάλο βαθμό τα νιάτα. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια το hip hop, έχει κερδίσει την παρτίδα, εκφράζοντας χιλιάδες νέες και νέους σε όλο τον κόσμο, τόσο ως ακροατές και και ως δημιουργούς.

Έτσι κι εγώ, ακούγοντας που και που hip hop, αισθάνομαι μικρότερος, κάπου ανάμεσα στην εφηβεία και την πρώτη νεοτητα κι ακόμα πιο βαθιά, αναστοχάζομαι αυτή τη φάση της ζωής, σχεδιάζοντας παράλληλα το αύριο. Το ίδιο μου συμβαίνει ακούγοντας metal και dance μουσική. Είμαι καλά γιατρέ μου; 

Anyway, τα παραπάνω λόγια γράφτηκαν εξαιτίας του παρακάτω YouTube playlist, με μια αρμαθιά από αγαπημένα ελληνόφωνα hip hop τραγούδια, από τα 90s ως και σήμερα. Η λίστα αυτή δεν διεκδικεί δάφνες αντικειμενικότητας, καθώς λείπουν κυκλοφορίες - σταθμοί στον χώρο. Άλλωστε, φανατικός του ελληνικού hip hop δεν είμαι, καθώς με κουράζει συχνά η προβλεπόμενη και συχνά ντεμέκ αλητεία, όσο και η εξίσου προβλεπόμενη κατάθλιψη, δύο χαρακτηριστικά που όχι σπάνια μαστίζουν το hip hop στη χώρα μας. Αλλά, και σε αυτό το είδος, έχουμε φτιάξει σπουδαία κομμάτια. 

Στη λίστα έχουν συμπεριληφθεί και αρκετά βίντεοκλιπ, ώστε η κουλτούρα του ελληνικού hip hop να παρουσιαστεί πιο σφαιρικά. Επίσης, η σειρά των βίντεο είναι, όχι μόνο στιλιστική, αλλά και ως επί το πλείστον χρονολογική. 

 

Η λίστα είναι αφιερωμένη στον ανθό της νεότητας, στις μαθήτριες/ φοιτήτριες και τους μαθητές/ φοιτητές μου, των οποίων τα όνειρα, τις προσδοκίες και τους αγώνες επιβίωσης, σχέσεων, κοινωνίας και ψυχολογίας περιγράφουν, θαρρώ, διαχρονικά τα τραγούδια αυτά.

22/5/24

Επιστρέφοντας στην Τριαρχία των Χαμένων Εραστών


Ένα long read αφιερωμένο στο κορυφαίο 

Triarchy of The Lost Lovers των Rotting Christ


Τελικά αυτό εδώ το blog (σε μια εποχή που έχει περάσει η μόδα της “μπλογκόσφαιρας”) παραμένει πεισματικά ένα ημερολόγιο των μουσικων μου ακροάσεων και ένα πεδίο διοχέτευσης της επιθυμίας να γράφω για μουσική, με έναν τρόπο που θεωρώ ωραίο και ενδιαφέροντα, ακόμα κι αν δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις για το κάθε είδος και ύφος που κατά καιρούς καταπιάνομαι. Αλλά, ακούμε, διαβάζουμε, γράφουμε και μαθαίνουμε. Σαφέστατο παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί το παρακάτω κείμενο, στο οποίο εξωτερικεύω την σχετικά πρόσφατη επιστροφή μου στον metal ήχο, μετά από πολλά χρόνια που ασχολούμουν μαζί του παροδικά και επιλεκτικά. Βέβαια, αυτή η επιλεκτική ενασχόληση συνεχίζεται, αλλά έχει γίνει πολύ πιο πυκνή το τελευταίο καιρό, εξαιτίας της εστίασής μου στο ιδίωμα του black metal. Αλλά, αυτά τα έχουμε πει ήδη

Κεντρικό θέμα αυτού του κειμένου αποτελεί το τρίτο κατά σειρά ολοκληρωμένο άλμπουμ των θρυλικών Ελλήνων black metallers Rotting Christ, το εξίσου περίφημο Triarchy of the Lost Lovers. Ένα άλμπουμ που άκουσα για πρώτη φορά πολύ πρόσφατα, στην ηλικία των 44 χρονών… Κάπως ετεροχρονισμένα, θα έλεγε κανείς, αφού το αναμενόμενο θα ήταν να το είχα ακούσει ήδη από τα 14-15. Αλλά, σε αυτή την ώριμη (;) και σίγουρα προχωρημένη για headbanging ηλικία, η τριαρχία των Rotting Christ μου έκλεψε τα ώτα, το νου και την καρδιά και μ’ έκανε να λατρέψω χωρίς περιστροφές ξανά τη metal μουσική. Έτσι, αποφάσισα να μοιραστώ τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου δημιούργησε αυτό το άλμπουμ.

Ας ξεκινήσουμε με τα γνωστά και μη εξαιρετέα: στο Triarchy of the Lost Lovers οι Rotting Christ, αποτελούμενοι τότε από τον Σάκη Τόλη (Necromayhem) στα φωνητικά και στις κιθάρες, τον Δημήτρη Πατσούρη (Mutilator) στο μπάσο και τον Θέμη Τόλη (Necrosauron) στα τύμπανα, παρουσιάζουν μια στροφή και συνάμα εξέλιξη στον ήχο τους, βαίνοντας σε έναν δρόμο που δίνει έμφαση στη μελωδία, στις midtempo ταχύτητες και σε μια επική μελαγχολία gothic κλίματος. Πράγματι, τα riff που ξεχύνονται στα εννιά τραγούδια του άλμπουμ είναι πρώτης γραμμής, μοιρασμένα ανάμεσα στη μελωδικότητα και την αγριότητα. Παράλληλα, οι αλλαγές των θεμάτων και των ρυθμών έχουν έναν κάπως πολύπλοκο χαρακτήρα, αλλά το σημαντικό είναι ότι πραγματοποιούνται με οργανικότητα. Προσέξτε, για παράδειγμα το πως στο τραγούδι "Shadows Follow", το μελωδικό και groovy μέρος, ξαφνικά μα και με μια φυσικότητα, δίνει τη θέση του σε ένα ταχύ και τραχύ “νορβηγικού” ύφους ξέσπασμα. Ο Σάκης Τόλης στην κιθάρα παίζει δυναμικά μα και αρκετά δεξιοτεχνικά, αλλά κυρίως λιτά, στοιχεία που χαρακτηρίζουν και το παίξιμο και του αδερφού του Θέμη στα ντραμς. Αυτή η κυρίαρχη αίσθηση λιτότητας φτάνει σε επίπεδα μιας έκφρασης απογυμνωμένης από περιττά στολίδια, ωμής, κάμποσο παρανοϊκής, μα και γεμάτης πάθος στο τραγούδισμα του Σάκη, το αναμφίβολα πιο black metal χαρακτηριστικό του άλμπουμ. Όλα αυτά τα συστατικά συγκεράζονται σε ένα αρμονικό σύνολο χάρη στην παραγωγή του Andy Classen, η οποία αναδεικνύει τόσο την ωμότητα - σκληρότητα, όσο και την ατμοσφαιρικότητα - μελωδικότητα του ήχου της μπάντας. 

Τα προαναφερθέντα πιο τεχνικά ή ξεκάθαρα μουσικά στοιχεία του Triarchy of the Lost Lovers πρωταρχικά υπηρετούν το μοναδικό κλίμα αυτού του άλμπουμ. Mέσα σε αυτή ακριβώς την ατμόσφαιρα ένιωσα να χάνομαι δίχως επιστροφή. 

Πρώτα απ’ όλα, ο τίτλος της όλης κυκλοφορίας ήταν, για τα δεδομένα της black metal σκηνής των 90s, παράδοξος: ενώ η κυρίαρχη νοοτροπία, ακόμα και των πιο πειραματικών κυκλοφοριών του ιδιώματος, θεμελιωνόταν πάνω στη μισανθρωπία, τη βία και τον σατανισμό, η ελληνική μπάντα με το προκλητικό όνομα κυκλοφορεί ένα άλμπουμ που στον τίτλο του φιγουράρει η φράση “χαμένοι εραστές”... Βεβαια, τόσο ο Jim Mutilator, σε μια συνέντευξη του ‘96, όσο και ο Σάκης Τόλης, στο guest που έκανε στο αφιέρωμα της τηλεοπτικής εκπομπής TV War για τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του άλμπουμ, επέμεναν ότι η “τριαρχία των χαμένων εραστών” είναι τα ίδια τα μέλη της μπάντας που κυνηγούσαν γενναία, όχι μόνο ένα καλλιτεχνικό όραμα, αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, ο οποίος αισθάνονταν ότι εκείνη την περίοδο ροκανιζόταν από το πέρασμα του metal ήχου στο mainstream. Ωστόσο, αυτός ο τίτλος εισβάλλει τόσο έντονα στο φαντασιακό μας, ειδικά αφού αναφέρεται και στους στίχους των τραγουδιών...

Οι στίχοι, λοιπόν, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο χτίσιμο αυτής της μοναδικής ατμόσφαιρας του Triarcy of the Lost Lovers και συντελούν πολύ στη λογοτεχνική και φιλοσοφική διάστασή του. Στιχουργός όλων των τραγουδιών είναι ο Jim Mutilator, ο οποίος στην προαναφερθείσα συνέντευξη λέει: “it is hard to give a description of our music: it is full of emotions, full of inner freedoms, full of mysticism and wise occultism.” Ακούγοντας αυτούς τους τόσο συναισθηματικούς και ελευθερόφρονες στίχους, μου δημιουργήθηκε η ιδέα πως το άλμπουμ είναι concept, καθώς χαρακτήρες -με τα τόσο αλλόκοτα τους ονόματα- επανεμφανίζονται στους στίχους διαφορετικών τραγουδιών, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν μικρές αφηγήσεις κάπου ανάμεσα στον αποκρυφισμό, το fantasy και την επιστημονική φαντασία. Οι επιρροές από συγγραφείς, όπως οι αγαπημένοι Tolkien και Lovecraft, αλλά και από την αρχαιοελληνική μυθολογία, αφομοιώνονται σε ένα ιδιαίτερο σύμπαν του Φανταστικού. 

Κάπως έτσι, βιώνοντας τα σκοτεινά παραμύθια του Triarchy of the Lost Lovers, φαντασιώθηκα πως μιλά για μια οικογένεια αλχημιστών ("Diastric Alchemy") και βασιλιάδων ("A Dynasty From Ice"). Ο Atheron, ο μάγος του οποίου το θνητό σώμα πεθαίνει και η αθάνατη ψυχή του ταξιδεύει, χωρίς όρια πια, στη θάλασσα ("The Opposite Bank") ίσως είναι ο πατέρας του άρχοντα (Archon) Emeron, του βασιλιά του αστρικού πολέμου ("King of A Stellar War").  Έπειτα, ο φτωχός και μαζί μαχητικός βασιλιάς Emeron αποχαιρέτησε, ως παιδί, τον νεκρό  αδερφό του, για να τον ξαναβρεί ένα πρωινό, όταν κι οι δυο θα μεταμορφωθούν σε “μάγους με ανθρώπινη λαλιά” ("Snowing Still"). Χρόνια μετά , θα ξεσηκώσει τους σκλάβους, ως ένας “αετός του κυνηγιού”, για να μπει στο πρώτο πεδίο της μάχης ("First Field of The Battle"). 

Οι στίχοι και η μουσική στο Triarchy διαπλέκονται σε ένα σύνολο ποίησης και στοχασμού, χωρίς όμως ποτέ να χάνεται η σκοτεινή black metal προοπτική. Φανταζόμαστε τις ιστορίες να εξελίσσονται σε τόπους γωνιώδεις και ασπρόμαυρους μα ποτισμένους ως τον πυρήνα τους με ανθρώπινες μνήμες και θνητά συναισθήματα. Οι  ήρωες των ιστοριών αυτών είναι λαμπροί ήρωες, “που ξεκινούν τη μοναρχία” ("King of A Stellar War"), αλλά ταυτόχρονα οδηγούν έναν στρατό από “τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους” ("The First Field of the Battle"), από “απόκοσμες ψυχές” (King of A Stellar War)  σε έναν “αβέβαιο πόλεμο” ("A Dynasty from the Ice"). Με λίγα λόγια, το μεγαλείο προκύπτει μέσα από τη στέρηση και τη δυσκολία. Οι Rotting Christ ακολουθούν μια διαφορετική πορεία τους από αυτή του παγωμένου και μισανθρωπικού νορβηγικού black metal, τραγουδώντας ιστορίες μιας δύσκολης και απέλπιδης αισιοδοξίας, μιας προσδοκίας ότι η δικαίωση θα έρθει στο τέλος, ότι μετά την πίκρα, τις σκιές και τον θάνατο υπάρχει φως και ζωή. 

Η δική τους εκδοχή του ιδιώματος, το λεγόμενο hellenic black metal κουβαλά ένα ισχυρό εντόπιο πολιτισμικό στοιχείο, μεσογειακό ή και, ειδικότερα, ελληνικό. Πρόκειται για μια νοοτροπία, η οποία, αν και κομβική ιστορικά και γεωγραφικά, συνήθως δεν είναι κοινωνικοπολιτικά κυρίαρχη στη χώρα μας, όπου “αξίες” όπως το φλεξάρισμα (ή η ποζεριά, όπως λέγαμε στα 90s), η ευκολία, ο νεοπλουτισμός και το πελατειακό σύστημα έχουν τον πρώτο λόγο. Για να το πούμε με μουσικούς όρους, αυτή η νοοτροπία σπανιότατα έχει γίνει mainstream, όμως εκφράζει ανθρώπους που αγωνίζονται, με δυσκολία κι ελπίδα. Άλλες φορές πετυχαίνουν, άλλες αποτυγχάνουν, έχουν όμως  διδαχθεί πολλά, τόσο από τις σταδιακές εναλλαγές των εποχών, όσο και από τα σκληρά τραύματα της ιστορίας. Αυτό το ανεπιτήδευτο πάντρεμα ανάμεσα στη βία και στη μελωδία, αλλά και η εμμονή σε αυτή τη μουντή επικότητα αναδεικνύουν αυτή την κοσμοαντίληψη. Ακόμα και η επιμονή του Σάκη και του Θέμη Τόλη, αλλά και του Δημήτρη Πατσούρη, να μην εμφανίζονται με corpsepaint, καρφιά και άλλα δαιμονικά στολίδια, πέρα από την προβολή μιας ευρύτερης metal άποψης, σχετίζεται και με μια τέτοια φιλοσοφία, μια φιλοσοφία που ως κυρίαρχο μότο έχει το "μηδένα προ του τέλους μακάριζε" ή, καλύτερα, “μηδένα προ του τέλους οίκτιρε”. Εύστοχα ο Σάκης, σε μια παλιά του συνέντευξη δήλωνε: “παίζουμε μεσογειακό black metal”. 

Κλείνοντας το αφιέρωμα σε αυτό το κορυφαίο άλμπουμ του black metal ιδιώματος (ένα μεγάλο “μπράβο” για όσ@ς αντέξατε ως εδώ), θα προσπαθήσω να απαντήσω στο πιο δύσκολο ερώτημα που μου προκλήθηκε, ακούγοντας το: ποιες μπάντες και ποιες κυκλοφορίες αποτέλεσαν τις βασικές επιρροές για τη σχηματοποίηση του ήχου στο Triarchy of Lost Lovers; Όπως έγινε κατανοητό, στο συγκεκριμένο άλμπουμ οι Rotting Christ έφτασαν σε ένα πολύ προσωπικό ύφος, ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανιχνευθούν οι επιρροές τους. Στο Triarchy, οι Rotting Christ έχουν εξελίξει τον ήχο τους, από το ακατέργαστο death - black των πρώτων EPs σε μια ολοένα πιο έντονη εκλέπτυνση σε επίπεδο σύνθεσης, ενορχήστρωσης και παραγωγής, χωρίς όμως να στρογγυλέψουν τις αιχμές τους, οδηγούμενοι, τελικά, σε μια εμβάθυνση στην ουσία του προσωπικού τους στιλ. Έτσι, διακρίνουμε στοιχεία ωμά και ακατέργαστα, τα οποία παραπέμπουν ακόμα και black metal των 80s, από  τους Hellhammer και τους Sarcófago ως και το δικό τους Satanas Tedeum (1989), αλλά και τόσο οικείες, παθιασμένες και πιασάρικες μελωδίες, που -δεν θα πω ψέματα- μου θύμισαν ακόμα και τους Iron Maiden. Τελικά,  αυτό το αλλόκοτο αμάλγαμα ανάμεσα στην αγριότητα, την ποίηση και τη γοητεία της παρακμής, που συναντάμε στο Triarchy, έχει κατορθωθεί πρωτύτερα στο αριστουργηματικό Into the Pandemonium των Celtic Frost, ένα άλμπουμ που οι Christ σίγουρα έχουν παντοτινό οδηγό. 

Παράλληλα, απαραίτητος παράγοντας για την κατανόηση του Triarchy αποτελεί η ένταξή του στο ευρύτερο πεδίο του "hellenic black metal", το οποίο έδινε ιδιαίτερο βάρος στη μελωδικότητα και στη μυστικιστική και ποιητική ατμόσφαιρα. Παράλληλα, θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ ουσιαστικά αποτελεί το τελικό κεφάλαιο της ακμής του ελληνικού black metal, λαμβάνοντας τη σκυτάλη της επικής και οργισμένης μελαγχολίας που αρθρώθηκε υπέροχα στο Walpurgisnacht των Varathron δύο χρόνια πριν. Επομένως, το τρίο των Ελλήνων metallers συγκροτεί μια πραγματική “τριαρχία χαμένων εραστών”, καθώς ορμώνται από τη δεκαετία του ‘80, για να φυτέψουν το ύστατο άνθος της πιο γνήσιας φάσης hellenic black metal, αλλά και να σημαδέψουν ανεξίτηλα την παγκόσμια extreme metal σκηνή του δεύτερου μισού των 90s. 

Η συμφωνία με τη γερμανική δισκογραφική Century Media και η ηχογράφηση του Triarchy of the Lost Lovers αποτέλεσε μια πραγματική περιπέτεια για το συγκρότημα, την οποία διηγείται γλαφυρά ο ίδιος ο Σάκης στην προαναφερθείσα εμφάνιση του στο TV War. Μετά από αυτό το άλμπουμ, οι  Rotting Christ προχωρήσανε δισκογραφικά και προόδευσαν περαιτέρω, διοχετεύοντας τη μεν gothic πλευρά τους στην αμέσως επόμενη δουλειά τους, A Dead Poem, ενώ το πιο επικό κλίμα αλλά και η επαφή με την ελληνική παράδοση, άνθισαν πλήρως στο Theogonia, δέκα χρόνια αργότερα. Ωστόσο, η τριαρχία των χαμένων εραστών θα μείνει στη μνήμη ακροατών σε όλο τον κόσμο ως ένα αριστούργημα του black metal και του metal ευρύτερα. Πλέον κι εγώ έγινα ένας από αυτούς τους ακροατές.

Το κείμενο αφιερώνεται στον γιο μου, τον αληθινό βασιλιά του αστρικού πολέμου. 

24/12/21

10 years of Music On Air // guest mix 05: Leo Mas - Aeromusik


      

What to say about Leo Mas? A legendary DJ, one of the best selectors in the game for years now. Among the originators of the true balearic beat in the White Isle during the 1980s and the 1990s, Leo did not rest on his laurels, but he eclectically listens to new music and transfers the best of it to his great sets: from ambient and downtempo to dance and house. 

In his mix for our blog, Leo defines the mellower side of the nowadays "balearic" sound, with open mind and high aesthetics. 


Enjoy friends and music lovers

16/12/20

Top-20 | 2020: #06. Soft Power - Brink Of Extinction (RR Gems)

Η πιο ουσιαστική και απολαυστική ακρόαση του δεύτερου άλμπουμ των Φινλανδών Soft Power, με τίτλο Brink of Extinction, πραγματοποιήθηκε στην αλλονησιώτικη παραλία του Αγίου Δημητρίου ένα πρωινό στα τέλη του Ιουλίου, μετά από μια βουτιά στη θάλασσα. Σε αυτή τη μαγική εμπειρία, συνειδητοποίησα την "ήρεμη δύναμη" που κρύβει η μουσική αυτής της μπάντας. 

Όπως τονίζουν οι ίδιοι, στο κέντρο του άλμπουμ βρίσκεται η εύθραυστη βιοποικιλότητα του πλανήτη μας:  «Καθώς η βιοποικιλότητα βρίσκεται σε τόσο επισφαλή κατάσταση, μπορεί εύκολα να παραδοθεί σε μια κατάσταση παραίτησης. Ωστόσο, για όσους αναζητούν την ομορφιά, υπάρχει ακόμα ομορφιά που μπορεί να βρεθεί. Και θα υπάρχει, ελπίζω. Ομοίως, για εκείνους που επιθυμούν να εκφράσουν την αγάπη και τη συμπόνια τους για τον κόσμο και για τη ζωή που τον κατοικεί, η πιθανότητα είναι ακόμα εκεί. Η δυνατότητα της αγάπης να έχει ένα σπίτι σε μια ανθρώπινη καρδιά.». 

Αυτή η οικολογική, μα και υπαρξιακή αντίληψη αναπαρίσταται μέσα από ένα smooth jazz rock ύφος. Οι μελωδίες ξεδιπλώνονται αβίαστα και γλυκά και τα solos –ειδικά του σαξοφώνου και του φλάουτου– ξεχειλίζουν από δεξιοτεχνία. Παράλληλα, τόσο τα κρουστά όσο και τα πλήκτρα παρουσιάζονται ζεστά (από πλευράς ήχου) και εντυπωσιακά (από πλευράς παιξίματος). Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το υπόγειο αλλά εμβληματικό στοιχείο ενός βουνίσιου folk ηχοχρώματος, που ξεπροβάλλει συχνά στις μελωδίες και στους τζαζ αυτοσχεδιασμούς. Αν και ολόκληρο το άλμπουμ ακούγεται απνευστί, ως πρώτη γεύση θα πρότεινα το εναρκτήριο Brink of Extinction και το Orange Red Yellow.

Οι Soft Power πλέον απομακρύνονται αρκετά από το psych rock του ντεμπούτου τους, τείνοντας προς ένα πιο library ή ακόμα και lounge ύφος. Αυτή η επιλογή ίσως ξενίσει τους ξεκάθαρα ροκ ακροατές, αλλά συμβάλλει στη μέθη και στη μέθεξη μιας πλανητικής αλληλεγγύης που συνοδεύει κάθε ακρόαση.

Έτσι, κάτω από αυτή την ήπια προσέγγιση σπινθιρίζει το πνεύμα του σκανδιναβικού folk/jazz rock των ’70s, με κορυφαίες μπάντες όπως οι επίσης Φινλανδοί Piirpauke. Ακόμα περισσότερο αναδύονται τα αειθαλή μηνύματα του hippie κινήματος και του Μάη του ’68, που πέρα από πολιτικοκοινωνικά, ήταν και οικολογικά. Το 13λεπτο Window of Opportunity που κλείνει το άλμπουμ, με το λοξοκοίταγμά του σε ένα πιο εγκεφαλικό prog rock, αναδεικνύει αυτές τις αναφορές. 

Σε αυτό έτος της πανδημίας, η οποία δείχνει τη διαταραγμένη σχέση ανθρώπου - φύσης, το Brink of Extinction αποτέλεσε ένα πεδίο ψυχαγωγίας, στοχασμού και ατόφιων συναισθημάτων. 


Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί διασκευή άρθρου μου που δημοσιεύτηκε στο 8ο τεύχος του fanzine-περιοδικού Lung.

7/12/20

Top-20 | 2020: #14. Bent - Up In The Air (Godlike & Electric)

Το ντουέτο των Simon Mills και Nal Tolliday επέστρεψε φέτος, μετά από 14 χρόνια, με νέο ολοκληρωμένο άλμπουμ. Τίτλος του, Up In The Air. Αυτό το νέο βέβαια αρκεί για να κάνει τους φίλους της ποιοτικής ηλεκτρονικής μουσικής χαρούμενους. 

 Ωστόσο, μια βιαστική και επιφανειακή ακροαση του άλμπουμ ίσως αφήσει πολλούς από αυτούς ανικανοποίητους, καθώς αυτή τη φορά οι Bent αφήνουν στην άκρη τα γκρουβάτα ονειρικά hits των early 00s, όπως το Always, το Swollen και το Magic Love. Βέβαια, η προσέγγισή τους στον ήχο δεν έχει αλλάξει, καθώς και στο Up In The Air κινούνται στον χώρο του downtempo, του trip hop και του chillhouse, βασισμένοι σε χαλαρούς ρυθμούς και ψαγμένα samples. Αλλά, η διαφορά είναι ότι πλέον δομούν με γνώση κι εμπειρία, καθώς και με ευαισθησία και στοχασμό μια ηλεκτρονική μουσική δωματίου, που επιδιώκει μονάχα την ουσία. 

 Σχεδόν όλες οι συνθέσεις του άλμπουμ είναι βασισμένες σε φωνητικά samples των οποίων η πηγή δεν αποκαλύπτεται. Ανδρικές και γυναικείες φωνές που πιθανώς προέρχονται από παλιά και λησμονημένα ελαφρά, τζαζ και country τραγούδια αξιοποιούνται από τους Bent, εντασσόμενα σε ένα downtempo πλαίσιο μπολιασμένο με nu jazz, folk και deep house. Μια βαθιά ακρόαση των tracks προκαλεί κύματα νοσταλγίας, συγκίνησης και προσδοκίας. Ενδεικτικά και μόνο, προτείνω να ακούσετε τα Come On Home και A Girl Like You

 Οι στίχοι αποτυπώνουν έναν παλιομοδίτικο ρομαντισμό, που σε συνδυασμό με την όλη ηχητική προσέγγιση έφερε τουλάχιστον στο δικό μου νου τις εξιδανικευμένες ερωτικές φαντασιώσεις της πρώιμης εφηβείας ή τον κόσμο αναμνήσεων και μαραμένων ελπίδων στον οποίο έχει κλειστεί ένας μοναχικός ηλικιωμένος άνθρωπος. Ωστόσο, η ιδιοφυία του βρετανικού ντουέτου έγκειται στο ότι προσθέτουν το καίριο στοιχείο της ειρωνείας, ξεγλιστρώντας έτσι από τη μελοδραματικότητα . Όμως, η ειρωνεία τους είναι αυτή της κατανόησης, της γενναιοδωρίας και της ενσυναίσθησης.

 Το τελευταίο track του άλμπουμ τιτλοφορείται Friends είναι πιο uptempo και πιασάρικο, ενώ κατορθώνει να συνοψίσει όλη αυτή τη χαρμολύπη. Στους στίχους ακούμε: 

Just friends and lovers, no foes 
just friends not like before. 
To think of all the things and not to love again 
it’s like pretending, this is not the ending. 

 Το Up In The Air είναι ένα κορυφαίο άλμπουμ που απευθύνεται στα μύχια του νοητικού και συναισθηματικού μας κόσμου.


20/10/20

Sabor de Verano


Ένα από τα δυσάρεστα της ζωής είναι ότι, καθώς μεγαλώνουμε, μας αποχαιρετάνε για πάντα καλλιτέχνες που, όχι απλά εκτιμούμε, αλλά αισθανόμαστε δικούς μας ανθρώπους. Το έργο τους όμως μένει, να μας συντροφεύει. 

Το βράδυ της Κυριακής 18 Οκτωβρίου, ο DJ José Padilla έφυγε από τη ζωή, νικημένος από τον καρκίνο, σε ηλικία 64 ετών. Ο άνθρωπος στον οποίο πρέπει να χρεώνεται περισσότερο από κάθε άλλον η διαμόρφωση και προβολή της chill out μουσικής, ένας αυθεντικός εκπρόσωπος της βαλεαρικής νοοτροπίας και αισθητικής, ένας από τους σημαντικότερους DJs που έχουν περάσει από αυτόν εδώ τον πλανήτη. Παρέμεινε χαλαρός, ευγενικός, ήρεμος και απλός ως το τέλος, με ατάκες όπως αυτή που συμπεριλαμβάνεται σε συνέντευξη στο DJ Mag το 2007: 

- Ποιο θα ήταν το event των ονείρων σου;

- Έχω παίξει παντού, πραγματικά σε κάθε χώρα. Αλλά το event των ονείρων μου θα ήταν στο σπίτι, με μερικούς φίλους.

Χωρίς τον Padilla και την προσέγγισή του στο DJing κι ευρύτερα στη μουσική, θα ήταν πολύ δύσκολο ένας τύπος κοντά στα τριάντα με ρίζες στη ροκ μουσική, που αισθανόταν (κι ακόμα αισθάνεται) αμήχανα στα μεγάλα, trendy club, να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο άθλημα. Το θέμα είναι απλό: χωρίς τον José Padilla αποκλείεται να βρισκόμουν πίσω από τα decks.

Μια λίστα στο Spotify αφιερωμένη στον μεγάλο Ισπανό, με δικές του παραγωγές, συνθέσεις που εμπεριέχονται στις περίφημες συλλογές και σε sets του και τέλος κάποια κομμάτια που πιθανότατα έχει παίξει ή τουλάχιστο φαντάζομαι να παίζει μπροστά σ' ένα συγκινητικό ηλιοβασίλεμα:

12/4/20

Magical Mystery Tour s02e06: We live in the world baby

                                                                                                           
Κάπως έτσι φτάσαμε και στο 13ο επεισόδιο της εκπομπής Magical Mystery Tour στο διαδικτυακό Paranoise Radio ή στο episode 06 της season 02, για να το θέσουμε με όρους Netflix.

Ο τίτλος του επεισοδίου, We live in the world baby είναι εμπνευσμένος από το τραγούδι του Roy Ayers που ανοίγει το σετ. Η επιλογή του πολυπολιτισμικού playlist έγινε με σκοπό να προκαλέσει στον ακροατή μια αίσθηση ταξιδιού σε διάφορα μέρη του κόσμου και τελικά να αναδείξει μια παγκόσμια αλληλεγγύη. Με τον εγκλεισμό και τη φυσική αποστασιοποίηση που έχει φέρει η κρίση του Κορωνοϊού, όχι μόνο η ταξιδιωτική δραστηριότητα μα και η δυνατότητα ακόμα φαίνεται μακρινή. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι η ασθένεια μπορεί να προσβάλλει τον καθένα από μας, σίγουρα μας φέρνει πιο κοντά σε ένα νοητικό και συναισθηματικό επίπεδο...




Πεθυμώντας ένα πιο κλασικό ραδιοφωνικό format, στο πλαίσιο του οποίου ο παραγωγός δεν είναι ένας σιωπηλός DJ, αλλά μιλάει και σχολιάζει τα κομμάτια που παίζονται, σκέφτηκα να σχολιάσω έστω γραπτά και όσο πιο συνοπτικά μπορώ τη καθεμιά από τις -ξεχωριστές θεωρώ- συνθέσεις του συγκεκριμένου playlist. 

01. Roy Ayers Ubiquity We Live in Brooklyn, Baby (1972)

Από το πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος του Roy Ayers, He is Coming του 1972, ένα smooth soul αριστούργημα, με ατονικά έγχορδα να κυριαρχούν. Παράλληλα, οι στίχοι απλοί, δυναμικοί και λυρικοί είναι αλλόκοτα επίκαιροι μέσα στην πανδημία. 

02. Four Tet - Teenage Birdsong (2020)

Ένα κλασικό downtempo διαμαντάκι του Four Tet (Kieran Hebden) που διαρκεί κάτι λιγότερο από τρεισήμισι λεπτά. Από το φετινό του άλμπουμ Sixteen Oceans, το οποίο αναμφίβολα θα φιγουράρει στην προσωπική μου λίστα με τις καλύτερες κυκλοφορίες του 2020.

03. Saved My Life - Lotus 72 D (2018)

Downbeat funky βραζιλιάνικο groove πρώτης γραμμής, ένα edit στο ομώνυμο άσμα του middle 70s Βραζιλιάνου τραγουδιστή Zé Roberto, από τα χέρια του ντουέτου Saved My Life.

04. Ahmed Fakroun - Awedny (1974)

Ο Ahmed Fakroun είναι ένας από τους σημαντικότερους τραγουδιστές και συνθέτες της Λιβύης. Γεννημένος το 1953, έχει κυκλοφορήσει αμέτρητα άλμπουμ και singles, στα περισσότερα από τα οποία μπλέκει τη μουσική παράδοση της πατρίδας του με δυτικά στοιχεία, rock, jazz, disco κλπ. Στο έργο του υφέρπει ένας πειραματισμός, που κάποιες φορές ξεδιπλώνεται ακομπλεξάριστα, όπως στη συνεργασία του με τον Ιταλό Riccardo Sinigaglia το 1987. Υπόψη πως έχει συνεργαστεί και με τον αγαπημένο μας Βαγγέλη Παπαθανασίου το 1977 στο single Nisyan.

Το τραγούδι Awendy ηχογραφήθηκε το 1974 στο Λονδίνο και ανοίγει τη συλλογή Ahmed Fakroun του 2016.

05. Kid Loco - She's My Lover (A Revolution Sitting Stoned In A Field - Remix Edit) (1997)

Ο Γάλλος trip hop-downtempo σπεσιαλίστας επιμελείται ο ίδιος αυτό το γκρουβάτο remix με το τόσο εκκεντρικά ποιητικό τίτλο, στο τραγούδι She's My Lover από το πλέον ιστορικό ντεμπούτο του A Grand Love Story.

06. The Crusaders & Bill Withers - Soul Shadows (1980)

Αυτό είναι το tribute μας στον τεράστιο τραγουδιστή, μουσικοσυνθέτη και άνθρωπο Bill Withers που έφυγε από τη ζωή στις 30 Μαρτίου 2020 σε ηλικία 82 ετών. Εδώ, σε συνεργασία με τους jazz-funk δασκάλους The Crusaders, τραγουδά αριστοτεχνικά για τις soul σκιές που άφησαν στο νου του οι μεγάλοι τζαζ καλλιτέχνες του α' μισού του 20ού αιώνα, όπως ο Fats Waller και ο Louis Armstrong. Μια ανάλογη soul shadow άφησε και ο ίδιος με την πορεία και το ήθος του. 

07. Ruf Dug  - Sunrise (Mali­-I Dub) (2019)

Στο EP Ruf Dug presents The Committee, o παραγωγός Ruf Dug (Cherry Garcia) συναντιέται με πολλά υποσχόμενους νέους καλλιτέχνες . Επιλέξαμε το συγκεκριμένο κομμάτι, ένα θερινό dub, με τη φωνή της Natalie Wildgoose, μπας και το καλοκαίρι μας βρει ελεύθερους στις παραλίες αγκαλιά με αγαπημένα πρόσωπα.

08. Goultrah Sound System - Goulouli (2012)

Κεφάτο και μελωδικότατο crossover ανάμεσα σε reggae, flamenco, funk και αραβική μουσική. Ένα τέτοιο πάντρεμα ήχων και πολιτισμών θα μπορούσε σίγουρα να επιτευχθεί από μια μπάντα της Τυνησίας... αυτοί είναι οι Goultrah Sound System.

09. Pino Daniele - Il Mare (1979)

Στη Νάπολη έχω ταξιδέψει δύο φορές μέσα στα 2-3 τελευταία χρόνια. Πρόκειται για μια πόλη φουλ από κοινωνικές-οικονομικές αντιθέσεις, αλλά και μ' έναν μοναδικό μαγνητισμό, έναν συνδυασμό ενός ξεπεσμένου μεγαλείου, που λες και διαρκεί για πάντα, με μια καρδιακή λαϊκότητα. 

Μοιραία, λοιπόν, η Νάπολη έχει τη δική της ιδιαίτερη σκηνή μέσα στην ευρύτερη σύγχρονη Ιταλική μουσική. Ένας από τους σημαντικότερους αντιπροσώπους αυτής της σκηνής είναι ο Pino Daniele (1955-2015), με μια μεγάλη και συνεχώς εξελισσόμενη δισκογραφία. Για την εκπομπή επέλεξα το τραγούδι Il Mare, από το δεύτερο του άλμπουμ, Pino Daniele του 1979. Προσέξτε πως η 70s jazz-funk προσέγγιση ενσωματώνει στοιχεία της ναπολιτάνικης παράδοσης, αλλά και του ragtime. 

10. Sesso Matto - Sessomatto (Jim Stuard Disco Mix) (1977)

Το βασικό μουσικό θέμα της σεξοκωμωδίας Sessomatto (How Funny Can Sex Be?) του 1973 σε σκηνοθεσία Dino Risi, σε ένα δεκάλεπτο remix από τον DJ Jim Stuard, μία από τις μορφές των νεοϋορκέζικων ντισκοτέκ του β' μισού των 70s. Το single με το remix του Stuard κυκλοφόρησε το 1977 από την περίφημη West End Records, δισκογραφική που είχε μέντορα τον Larry Levan.

11. Manu Dibango - Echos Beti (1985)

Μόλις έξι μέρες πριν τον τελικό αποχαιρετισμό του Bill Withers, στις 24 Μαρτίου μας είπε το τελευταίο αντίο και ο Manu Dibango, σε ηλικία 86 ετών. Ο σημαντικότατος αυτός Καμερουνέζος καλλιτέχνης το 1985 ηχογράφησε το άλμπουμ Electric Africa, με τους εξής μουσικούς: Herbie Hancock και Wally Badarou εναλλάξ στα πλήκτρα, Mory Kanté στο Kora, Nicky Scopelitis στην κιθάρα και Bill Laswell στην παραγωγή! Στο κομμάτι Echos Beti ακούμε τους μοναδικούς αυτούς καλλιτέχνες να αφήνονται σε διονυσιακούς αυτοσχεδιασμούς, υπό την καθοδήγηση του Manu.

12. Tullio De Piscopo - Concerto Per Napoli (1976)

Ήδη ανέφερα πως η Νάπολη (μου) ασκεί μια ανυπέρβλητη γοητεία, οπότε η τελευταία επιλογή για το συγκεκριμένο σετ του Magical Mystery Tour είναι το επικό Κονσέρτο για τη Νάπολη, από το δεύτερο άλμπουμ του Tullio De Piscopo. Στα δέκα λεπτά της σύνθεσης, ο Ναπολιτάνος ντράμερ και περκασιονίστας μπλέκει το prog-jazz rock με ένα καρναβαλικό canzone napoletana, όπως είχε κάνει και ο Σαββόπουλος με τη δική μας παράδοση κατά την ίδια περίοδο. Οι εναλλαγές είναι συναρπαστικές και το φινάλε βαθιά συναισθηματικό και ταξιδιάρικο: λες και βολτάρεις με κολλητούς φίλους ή με το κορίτσι σου στην παραλία της Νάπολης.


Άντε και καλή λευτεριά!


23/2/20

"Μέσα στη μουσική εφύτεψαν ένα πάθος": αποτίμηση της δεκαετίας 2010-2019


Οδηγίες Χρήσης
Στο παρακάτω κείμενο θα διαβάσετε κάποιες σκέψεις μου για τη μουσική των 2010s. Ήδη έχω παρουσιάσει τις επιλογές μου με τα 50 άλμπουμ της δεκαετίας, με τις οποίες βέβαια το κείμενο αυτό σχετίζεται άμεσα. Παράλληλα, εντός του κειμένου θα βρείτε διάσπαρτα links, τα οποία οδηγούν σε αντίστοιχες αναρτήσεις αυτού εδώ του blog, που σε έναν περίπου χρόνο (Μάρτιο του 2021) κλείνει δέκα χρόνια ύπαρξης. Η γενική ιδέα πίσω από αυτή την αποτίμηση είναι το υποκειμενικό και ατομικό στοιχείο να συναντήσει το κοινωνικoπολιτικό, συλλογικό και - γιατί όχι;- το υπαρξιακό.  
Καθώς διαβάζετε, μπορείτε να ξεκινήσετε την ακρόαση της Spotify λίστας με τα 70+1 tracks που κατά τη γνώμη μου σηματοδότησαν αυτή τη δεκαετία. 

 Να πω την αλήθεια, όταν τα παιδιά του Lung Fanzine μου ζήτησαν να φτιάξω  μια λίστα με τα 50 αγαπημένα μου άλμπουμ της δεκαετίας 2010-2019, σκέφτηκα να αρνηθώ, επειδή αυτό το task μου φάνηκε πολύ ζόρικο... Τελικά, πείστηκα να ξεκινήσω σε μια λογική «βλέποντας και κάνοντας», αλλά δεν άργησα να βυθιστώ σε μια συναισθηματική κατάσταση απόλαυσης, νοσταλγίας και στοχασμού. Αναζητούσα παλιούς σκληρούς δίσκους, ξεσκόνιζα cd, ξεψάχνιζα το Spotify κλπ. Μιλάμε για γνήσια (κι ίσως κομμάτι διεστραμμένη – τι να πω;) ηδονή!

Δημιουργώντας, λοιπόν, αυτή τη λίστα και ακούγοντας πολλή και αγαπημένη μουσική, το νου μου ολοένα τριβέλιζαν σκέψεις που ξεκινούσαν ως προσωπικές και σταδιακά έπαιρναν έναν πιο συλλογικό χαρακτήρα.

Αρχικά σκέφτηκα τη δική μου πορεία ως φίλος και ακροατής μουσικής κατά τη δεκαετία 2010-2019.

Χωρίς αμφιβολία, σε αυτή τη δεκαετία η ενασχόλησή μου με τη μουσική έγινε πιο έντονη, πιο βαθιά και πιο ουσιαστική.  Από απλός ακροατής έγινα ραδιοφωνικός παραγωγός (εδώ πρέπει να ευχαριστήσω τον Nova Fm 106 και τον επικεφαλής του, Coach, καθώς κατά την εξαετή εκπομπή μου στην ουσία διαμορφώθηκα ως παραγωγός). Από πέρσι έχω μεταφερθεί στο Paranoise Radio, με τη μηνιαία εκπομπή Magical Mystery Tour. Παράλληλα βαφτίστηκα DJ, αναπτύσσοντας ένα ανεξάντλητο ενδιαφέρον για αυτή την ενασχόληση και ζώντας μερικές πολύ ωραίες βραδιές στα decks. Ακόμα, ασχολήθηκα και με τη μουσικοκριτική, αρχικά στην ιστοσελίδα του Nova Fm, έπειτα σε αυτό εδώ το blog, καθώς στην ιστοσελίδα Progrocks.gr και στο έντυπο Lung Fanzine.  Τέλος, έγινα συλλέκτης βινυλίου, μπορώ να πω μικρού βεληνεκούς. Όλη αυτή η πιο ενεργή εμπλοκή μου με τον κόσμο της μουσικής, με οδήγησε συχνά σε σκέψεις σχετικά με τη σχέση της ψηφιακής και διαδικτυακής τεχνολογίας με τη μουσική. 

O Dan Snaith είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπρο-
σώπους της electronica σήμερα, κυρίως στην dance πλευ-
ρά της. Χρησιμοποιεί τα ψευδώνυμα Caribou και Daphni.
πηγή εικόνας
Σε επίπεδο ειδών, χωρίς αμφιβολία στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας γοητεύτηκα χωρίς αντιστάσεις από τον ηλεκτρονικό ήχο, ειδικότερα τον πιο χορευτικό, επενδύοντας χρόνο, σκέψη και συναίσθημα κυρίως στα genres της disco και του house. Όπως είναι αναμενόμενο, περισσότερο με τράβηξαν οι ρίζες της dance μουσικής, από το cosmic disco ως το chicago house, καθώς και η πιο ανεξάρτητη ή, αν θέλετε, underground σκηνή. Ο λιτός ηλεκτρονικός ρυθμός των 4/4 λες και με απελευθέρωσε κι από τότε με χαλαρώνει, με ενεργοποιεί και με ενθαρρύνει. 

Βέβαια εξίσου με μαγνήτισε και το πολυσυλλεκτικό και εκλεκτικό balearic, όπου οδηγήθηκα μέσω της αξεπέραστης αγάπης για την downtempo electronica. Κάπως έτσι, παρακολούθησα τις περισσότερες νέες τάσεις που άκμασαν μέσα στη δεκαετία, όπως το witch-house, το post-dubstep, το vaporwave και το lo-fi house, αλλά και τους πιο επιφανείς αντιπροσώπους του ηλεκτρονικού ήχου: τον Dan Snaith (Caribou-Daphni), τον Four Tet, τον Floating Points και τον Nicolas Jaar. Τέλος, το 2016 παρακολούθησα το πρώτο φεστιβάλ Odyssia, που θεωρώ ως το πιο γενναίο μουσικό event που διοργανώθηκε στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας, τουλάχιστον στην ηλεκτρονική σκηνή.

Το βασικό συμπέρασμα όλων των παραπάνω είναι ότι η ηλεκτρονική μουσική εξελίσσεται και πλουταίνει, καθώς αναλαμβάνει να δώσει ένα ανθρώπινο πρόσωπο στον ολοένα πιο κυρίαρχο τεχνικό πολιτισμό και τελικά να τον κριτικάρει. 

Οι Σουηδοί Dungen συνεχίζουν επάξια και εξελίσσουν την
κληρονομιά των 70s συμπατριωτών τους. πηγή εικόνας
Σίγουρα απομακρύνθηκα αρκετά από το ροκ, αλλά προσπαθώ να παρακολουθώ τις νέες κυκλοφορίες, εστιάζοντας επιλεκτικά σε psych, prog και post-rock ακούσματα, με πιο αγαπημένους τους Public Service Broadcasting και τους Atlanter, χωρίς όμως να υποτιμώ καλές mainstream μπάντες, όπως οι Black Keys. Αν κάτι ξεχώρισα από το ροκ του παρελθόντος είναι η απίστευτη παρέα εκ Σουηδίας ορμώμενη που σχημάτισε τα συγκροτήματα Träd, Gräs Och Stenar, Harvester και κυρίως τους Arbete och Fritid και τους Archimedes Badkar στα late 60s και στα 70s. Στη μοναδική τέχνη αυτών των ανθρώπων αισθάνθηκα πως (ξανα)βρήκα τον εαυτό μου. Εδώ και δυο χρόνια ένα ανάλογο ενδιαφέρον έχω αναπτύξει και για την πειραματική-psych-prog-jazz funk σκηνή της Ιταλίας στα 70s, με καλλιτέχνες όπως οι Napoli Centrale, ο Toni Esposito, ο Franco Battiato κλπ. Να δούμε που θα μας βγάλει κι αυτός ο δρόμος...

Φυσικά, τον ίδιο ενθουσιασμό μου προκάλεσαν και κάποια ακροάματα στο πεδίο της jazz, κυρίως τα κλασικά άλμπουμ του John Coltrane. Εδώ ταιριάζει να κάνω λόγο και για το πάθος που ανέπτυξα, ειδικά στο πρώτο μισό της δεκαετίας, με το jazzy hip hop του Nujabes. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές έχω μνημονεύσει αυτόν τον άνθρωπο...

Παράλληλα, τα μουσικά μου ενδιαφέροντα συμπλήρωσαν και οι βορειοαφρικάνικοι ήχοι, με κυρίαρχο το Αλγερινό raï, εμπλουτίζοντας το ευρύτερο ενδιαφέρον μου για την παραδοσιακή και λαϊκή μουσική της Μεσογείου και της Ανατολής, η οποία σημειωτέον ότι στο δεύτερο μισό της δεκαετίας επανήλθε στο προσκήνιο, μπλεγμένη εκλεκτικά με την electronica και τη τζαζ. Πάντως, γεγονός είναι πως η παράδοση πάντα βρίσκει τρόπο να εισχωρεί στο παρόν, κριτικάροντας μα και εμπλουτίζοντας την τρέχουσα μουσική σκηνή. Τέλος, τα μουσικά μου γούστα συμπλήρωναν διεστραμμένως αντιφατικά ακούσματα τα οποία ξεκινούσαν από το black metal και έφταναν στο hip hop

Αν μπείτε στον κόπο να δείτε τη λίστα μου, θα  βρείτε αντιπροσωπευτικά άλμπουμ όλων των παραπάνω ειδών και κατευθύνσεων.

Οι Νορβηγοί Atlanter αποτελούν μία από τις καλύτερες ροκ μπάντες των ημερών μας. πηγή εικόνας

Τρία κυρίαρχα συμπεράσματα αποκόμισα από την ακρόαση τόσης μουσικής: 


Οι Καλιφορνέζοι Pacific Horizons συνδυάζουν το deep house
με τις καλύτερες στιγμές του ψυχεδελικού ροκ. πηγή εικόνας
A. Οι πιο ενδιαφέρουσες και γοητευτικές δημιουργίες είναι αυτές που αψηφούν και τελικά παντρεύουν διαφορετικά είδη. Για παράδειγμα, ποιος θα σκεφτόταν να ενώσει τη disco με το krautrock; Ή το house με το ψυχεδελικό ροκ; Κι όμως υπάρχουν καλλιτέχνες που τόλμησαν και τελικά κατόρθωσαν τέτοια κράματα. 

B. Η ενασχόληση με τη μουσική, ειδικότερα την τρέχουσα παραγωγή, προσφέρει μια αίσθηση νεότητας, καθώς έρχεσαι σε επαφή με φρέσκες τάσεις, όχι μόνο μουσικές αλλά και ευρύτερα καλλιτεχνικές και αισθητικές. Αυτή η αίσθηση νεότητας ενισχύεται όταν αναζητάς χωρίς παρωπίδες τα πιο νέα και καινοτόμα μουσικά στιλ.

Γ. Η μουσική είναι μια τέχνη αληθινά μαζική, συλλογική και ευρύτερα λαϊκή, ενώνει τους ανθρώπους, ρίχνοντας τα τείχη της μισαλλοδοξίας, του φόβου και του αρνητισμού. Η μουσική φέρνει μια «άνευ ορίων, άνευ όρων» ανάταση στην ανθρωπότητα, γεννά μια νέα ουτοπία

Μέσα από μια τέτοια ατραπό σκέψης, το προσωπικό βυθίζεται ευφορικά στο συλλογικό. Οπότε, η μουσική μπορεί αναμφισβήτητα να αποτελέσει ένα μέσο διασποράς ιδεών και μηνυμάτων που αντιστρατεύονται την απολυταρχία, τον φανατισμό και τις διακρίσεις. Έχω σε αρκετά κείμενα αναφερθεί στην ευρύτερα πολιτική δύναμη της μουσικής, μια δύναμη γιγάντια. Εκτιμώ τους καλλιτέχνες που δίνουν μια τέτοια διάσταση στο έργο τους, καθώς μας προσφέρουν έναν μίτο για να κινηθούμε σε αυτή την – σύμφωνα με τον Umberto Eco- «ρευστή κοινωνία». 

Nicolas Jaar
πηγή εικόνας
Στην έναρξη της δεκαετίας, το 2010, ο Nicolas Jaar κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του Space Is Only Noise, ενώ στο κλείσιμό της, το 2019, ο Michael Kiwanuka κυκλοφόρησε το τρίτο ομώνυμο άλμπουμ του. Οι δύο καλλιτέχνες ανήκουν στην ίδια γενιά, ο Kiwanuka γεννήθηκε το 1987, ενώ ο Jaar το 1990, επίσης αμφότεροι έχουν καταφέρει να χτίσουν έναν εντελώς προσωπικό ήχο, ο μεν Jaar ηλεκτρονικό, πειραματικό και χορευτικό, ο δε Kiwanuka πιο αναλογικό και ρετρό. Πέρα από τις διαφορές στο ύφος, κι οι δυο τους προσδίδουν στις προσωπικές τους εξομολογήσεις έναν καίριο, ανεξάρτητο και βαθύ πολιτικοκοινωνικό χαρακτήρα. Τελικά, η τέχνη τους εκφράζει πλήρως την εποχή μας, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα για χάρη της υπερκατανάλωσης. 

Michael Kiwanuka
πηγή εικόνας
Και να που φτάσαμε στο σημείο της αρνητικής κριτικής. Ναι, λοιπόν, σε αυτή τη φάση της μουσικής και γενικότερα καλλιτεχνικής μου αισθητικής, θεωρώ πως το νέο μοδάτο hip hop, που έχει κατακτήσει τη δεκαετία, ειδικά το δεύτερό της μισό, με κυρίαρχα στιλ το trap και το rNb είναι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, για τα πανηγύρια (να ζητήσουμε συγνώμη στους εκπληκτικούς παραδοσιακούς μουσικούς των πανηγυριών), καθώς θυσιάζει τη γνήσια καλλιτεχνική έκφραση στο βωμό τη υπερκατανάλωσης. Γνωρίζω πάρα πολύ καλά ότι μια μεγάλη μερίδα κριτικών καταφάσκει σε αυτή την εξέλιξη της μαύρης μουσικής, βρίσκοντας επιχειρήματα μουσικά, αισθητικά, μα και πολιτισμικά-κοινωνικά, ειδικότερα αν αναλογιστεί κανείς πόσο διαφορετικές ρίζες έχουν το rNb και το trap. Μπορεί στην τελική όλοι αυτοί να έχουν τα δίκια τους και να μου κλείνουν το μάτι, πετώντας το τόσο μοδάτο «Ok boomer!», αλλά ως απάντηση θα μεταφέρω ένα απόσπασμα από λίγο παλιότερο μου άρθρο:

«Σε έναν κόσμο που μαστίζεται από τις οικονομικές ανισότητες, τη βία, τις προκαταλήψεις, τη θρησκοληψία και τη στροφή στην ακροδεξιά και τον ακραίο εθνικισμό, ένα μεγάλο μέρος της μουσικής σκηνής που λογαριάζεται ως εναλλακτική φροντίζει να κοιμίζει το κοινό σε μια ψευδαίσθηση indie αισθητικής, χλιδάτης pop art, μοδάτου underground και επιφανειακής πολιτικοκοινωνικής κριτικής. Επομένως, η δήθεν εναλλακτική σκηνή αποτελεί το δεκανίκι της πολιτισμικής ηγεμονίας (για να θυμηθούμε και λίγο Gramsci) της εμπορικής ποπ σκηνής, η οποία με τη σειρά της είναι εποικοδόμημα  ή –αν θέλετε- έκφραση μιας κυριαρχίας που ξεκινά από το οικονομικό πεδίο για να απλωθεί στο πολιτικό και στο πολιτιστικό.»

Όσο πληκτικές κατά βάση θεωρώ τις ποικίλες αναβιώσεις που επικράτησαν στην παγκόσμια μουσική σκηνή κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας - από το swing ως το ψυχεδελικό ροκ- τόσο βρίσκω άκριτες και στημένες τις επιτηδευμένα προοδευτικές τάσεις. 

Rosalía
πηγή εικόνας
Όχι ότι δεν μπορούμε να βρούμε κάποια ωραία trap ή rNb τραγούδια, αλλά η γενικότερη σκηνή είναι προβληματική. Αντιπροσωπευτικός καλλιτέχνης αυτής της προβληματικότητας δεν είναι άλλος από τον Kanye West. Στα άλμπουμ που κυκλοφόρησε μέσα στη δεκαετία (που τόσο έχουν εγκωμιάσει πολλοί μουσικοκριτικοί), στιγμές έμπνευσης και σταγόνες ουσίας χάνονται σε μια θάλασσα εγωπάθειας και σύγχυσης. Για να το θέσω πιο απλά, ο Kanye West κινήθηκε από τη γνήσια street λαϊκότητα του ξεκινήματός του σε έναν λαμέ λαϊκισμό, που τον έσυρε ως και την ακροδεξιά. 

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν καλλιτέχνες όπως η Rosalía: το fusion-flamenco κορυφαίο άλμπουμ  της El Mal Querer (2018) κινείται εκλεκτικά και προς το RnB και το reggaeton, στοιχείο που αναμφισβήτητα έπαιξε ρόλο στην πολύ μεγάλη εμπορική του απήχηση, χωρίς όμως να στερήσει κάτι από την ποιότητά του. 

Παρόμοιες καταστάσεις ζήσαμε και στο πρώτο μισό της δεκαετίας, όταν το EDM βρισκόταν σε άνθιση και τα drops έπεφταν ωσάν ατομικές  βόμβες. Αλλά, με το trap τα πράγματα είναι πολυπλοκότερα, καθώς στο παιχνίδι μπαίνει και η πολιτική ορθότητα, η οποία κυρίως σχετίζεται με τα δικαιώματα των Αφροαμερικανών. Προπαγανδίζεται συχνά η άποψη ότι η μαύρη μουσική επιτέλους υπερνίκησε στη συνείδηση του ευρέος κοινού αυτή των λευκών. Φυσικά, έχουμε να κάνουμε με έναν αντίστροφο ρατσισμό, ειδικά αν αναλογιστούμε πως η μοντέρνα (ευρύτερα) ποπ μουσική, από τη jazz ως την techno και από το rock n roll ως το heavy metal έχει βαθιές και αλησμόνητες αφρικάνικες ρίζες. 
Alfa Mist, Antiphon
Βέβαια και η καθαρά μαύρη μουσική έχει μια ισχυρή και ρηξικέλευθη παρουσία. Το άλμπουμ Antiphon του Alfa Mist, κυκλοφόρησε το 2017, αγκαλιάστηκε με θέρμη από το κοινό, το οποίο κατανόησε τον πρωτοποριακό του χαρακτήρα, αλλά αγνοήθηκε από την πλειονότητα των κυρίαρχων μουσικοκριτικών media. O Alfa Mist συμπλέει με το νέο ρεύμα της λεγόμενης uk jazz.

Έτσι, ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία της μουσικής σκηνής της δεκαετίας 2010-2019 είναι η δυναμική προβολή της φυλετικής, έμφυλης, σεξουαλικής, εθνοτικής, κοινωνικής, ακόμα και ταξικής ταυτότητας των καλλιτεχνών. Φυσικά, πάντα οι δημιουργοί και οι perfomer ειδικά των μειονοτήτων και των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων προέβαλλαν την ταυτότητα τους, αλλά πλέον το κάνουν με συνείδηση και τόλμη. Πάνω σε αυτή ακριβώς την τάση βασίζονται τα επιχειρήματα των υποστηρικτών του νέου mainstream μαύρου ήχου. Αλλά, αυτή η τάση είναι πιο πολυδιάστατη και πιο ανατρεπτική. Κι είμαστε ακόμα στην αρχή, καθώς στη νέα δεκαετία που ξημερώνει τα θέματα ταυτότητας θα συνδεθούν στενότερα και βαθύτερα με τη μουσική τέχνη. Έτσι όλος αυτός ο κοινωνικός και καλλιτεχνικός αγώνας ο οποίος σηματοδοτήθηκε περισσότερο από έναν αιώνα πριν από τη New Orleans jazz και ανοίχτηκε σε νέους δρόμους στα 70s, όταν στις ΗΠΑ η disco ένωσε τις διεκδικήσεις των αφροαμερικάνων, των ισπανόφωνων (Hispanic and Latino americans) και της LGBTQ κοινότητας, θα γνωρίσει νέες κορυφώσεις στα επόμενα χρόνια. 

Πλησιάζοντας προς το τέλος αυτής της αποτίμησης της δεκαετίας που μας αποχαιρέτησε, θα σταθώ σε δύο ακόμα σημεία:

Πρώτον, τi συνέβη με την ελληνική μουσική σε αυτή τη δεκαετία; Μιας και η ευρύτερα η ελληνική ποπ κουλτούρα ακολουθεί κατά πόδας - τουλάχιστον από τα 50s κι έπειτα- την αμερικανική, σίγουρα το hip hop άστραψε και βρόντηξε και στη χώρα μας. Είδαμε από σοβαρές απόπειρες αφομοίωσης του είδους και συνέχειας των καλύτερων στιγμών του εγχώριου hip hop από καλλιτέχνες όπως ο ΛΕΞ και ο Ταφ Λάθος, μέχρι αδιανοήτως κακόγουστα trap κακέκτυπα. Παράλληλα, τα ιδιώματα της τζαζ, της electronica και της ροκ γνώρισαν άνθιση σε ένα πιο περιορισμένο, αλλά πιο συνειδητοποιημένο κοινό. Από την άλλη, ο χώρος του έντεχνου μπορεί εμπορικά να συνεχίζει λαμπρά, αλλά για μένα σε καλλιτεχνικό επίπεδο παρουσιάζεται εκφυλισμένος, πέρα από εξαιρέσεις. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι αυτή του Σείριου Σαββαΐδη, ο οποίος έχει διαμορφώσει έναν προσωπικό ήχο, με ρίζες μοιρασμένες στο ψυχεδελικό folk των 60s και τη δική μας παράδοση. 

Last but not least, απολάμβανα ιδιαίτερα να παρακολουθώ τη εντόπια βολιώτικη σκηνή, σημειώνοντας τους πιο δυνατούς εκπροσώπους της.

Στο άλμπουμ τους No Place Land (2013), οι Χαλκιδείς Eziak πράγματι έφτια-
ξαν μια δική τους ουτοπία, παντρεύοντας το post-rοck και την ψυχεδέλεια με
στοιχεία της ελληνικής παράδοσης. πηγή εικόνας

Δεύτερον, αναπόδραστα θα κάνουμε και μια αναφορά στους καλλιτέχνες που στη διάρκεια αυτών των ετών μας είπαν το τελικό αντίο. Σημαντικές μορφές  έφυγαν από τη ζωή, καλλιτέχνες νέοι, όπως η Amy Winehouse (2011) και βετεράνοι, όπως ο David Bowie (2016). Αλλά, δίνοντας ξανά έναν πιο προσωπικό τόνο, θα μνημονεύσω πέντε καλλιτέχνες των οποίων οι δημιουργίες στάθηκαν για μένα αποκαλυπτικές: ο Νίκος Παπάζογλου (2011), ο Rachid Taha (2018), ο Charles Aznavour (2018), ο Mark Hollis (2019) και ο Neil Peart , που απεβίωσε ενώ η νέα δεκαετία μπουσουλάει, οπότε ας τον συμπεριλάβουμε. Άφησα το τελευταίο αντίο για τους δύο πατέρες της dance σκηνής, τον Frankie Knuckles (2014) και κυρίως τον David Mancuso (2016). 

Ωστόσο, δεν θα ολοκληρώσουμε αυτό το άρθρο πεσιμιστικά καθώς, όπως προαναφέρθηκε, μουσική ίσον ζωή. Θα κλείσω, λοιπόν, με ένα απόσπασμα από το ποίημα Μέσα στη Μουσική του συγκλονιστικού Γιώργου Σαραντάρη (1908-1941): 

Μέσα στη μουσική υπάρχει χώρος
Να κοιμηθεί ο άνεμος
Μαζί του να ταξιδέψουμε κι εμείς

Μέσα στη μουσική εφύτεψαν ένα πάθος

Παράξενο
Άνθος η ζωή μας άνθος
Από στόμα περνά σε στόμα

Ελπίζω κι στη νέα δεκαετία που πριν λίγο καιρό ξημέρωσε, η ζωή μας να βρίσκεται μέσα στη μουσική.

Εικόνα: Alexander Rodchenko, Radio Listener (1929)

11/1/20

Ένα αντίο στον Neil Peart


Ως έναρξη της ενεργούς ενασχόλησης μου με τη μουσική λογαριάζω την ηλικία περίπου των 15 ετών, όταν σεργιάνισα για πρώτη φορά στο παλάτι του hard rock και του heavy metal, το οποίο τότε μου φαινόταν μυθικό (κι η αλήθεια πως και σήμερα δεν έχει χάσει, στα μάτια μου, τη μυθική του λάμψη).

Σχετικά γρήγορα άρχισα να αναζητώ καλλιτέχνες που ξέφευγαν από την πεπατημένη ροκ νοοτροπία, η οποία ξεκινούσε με αλκοόλ, αλητεία και σεξ (πράγματα που φυσικά μου άρεσαν, κυρίως σε θεωρητικό επίπεδο ακόμα τότε...) και κατέληγε σε fantasy ή horror θεματολογία, δύο λογοτεχνικά είδη που διάβαζα φανατικά. Ωστόσο, έψαχνα καλλιτέχνες που ανοίγονταν σε μια άλλη, πιο "ψαγμένη" και intellectual αισθητική. Βέβαια πως αλλιώς θα μπορούσε να ταυτιστεί πραγματικά με το ροκ ιδίωμα ένας εσωστρεφής και ντροπαλός έφηβος, που χωνόταν και χανόταν στα βιβλία; 

Κάπως έτσι έφτασα και στους Rush, ως αντιπροσωπευτική μπάντα του progressive rock. Στο Καναδικό super trio των Geddy Lee (μπάσο-φωνητικά-πλήκτρα), Alex Lifeson (κιθάρα) και Neil Peart (drums-κρουστά) βρήκα ό,τι έψαχνα: την οργισμένη ένταση του σκληρού κιθαριστικού ροκ ιδιοφυώς συνδυασμένη με μελωδικά περάσματα, υψηλή τεχνική και στίχους τόσο φιλοσοφημένους, που για πολλά χρόνια - ακόμα και σήμερα- μένουν ως διδάγματα ζωής: 

Those who wish to be
must put aside the alienation
get on with the fascination,
the real relation
the underlying theme.
(Limelight)

The blacksmith and the artist
reflect it in their art
they forge their creativity
closer to the heart
yeah, it's closer to the heart.
(Closer to the Heart)

No, his mind is not for rent
to any god or government
always hopeful, yet discontent
he knows changes aren't permanent
but change is.
(Tom Sawyer)

Ο κύριος στιχουργός και γενικότερα  βασικός υπεύθυνος όλης της επαφής των Rush με την υψηλή κουλτούρα ήταν ο Neil Peart. Τώρα, η δική μου κριτική στο drumming του σίγουρα θα είναι ελλιπής, αφού για αυτό το θέμα είναι καλύτερο να μιλήσουν οι ίδιοι οι μουσικοί. Απλά, να σημειώσω ότι πάντα μου προκαλούσε εντύπωση η δημιουργικότητα και κυρίως η μελωδικότητα του παιξίματός του.

Φυσικά, είχα κι εγώ συγκλονιστεί με την τραγική οικογενειακή περιπέτεια του Neil Peart το 1997, όταν έχασε πρώτα την κόρη του σε ατύχημα κι έπειτα από μόλις λίγους μήνες τη γυναίκα του από καρκίνο. Έπειτα συνειδητοποίησα, όχι μόνο το καλλιτεχνικό, αλλά και το ανθρώπινό του μεγαλείο στον τρόπο που αντιμετώπισε αυτή την τραγωδία: οργώνοντας την Αμερική σε ένα μοναχικό ταξίδι λύτρωσης με τη μοτοσυκλέτα του. Το ταξίδι αποτυπώθηκε στο βιβλίο Ghost Rider: Travels on the Healing Road, το οποίο χρήζει άμεσης παραγγελίας.  

Έτσι, στα μέσα των 00s, επέστρεψα στους Rush και στο άλμπουμ Vapor Trails (2002), ειδικότερα στο βασανιστικά και συγκλονιστικά ελπιδοφόρο, μα και τόσο "γκρουβάτο", Ghost Rider:


Χθες έμαθα πως ο Neil Peart έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών. Πραγματικοί και διαδικτυακοί φίλοι μου τον θυμούνται και τον μακαρίζουν, επιβεβαιώνοντας για ακόμα μια φορά το ότι εμείς που γουστάρουμε την intellectual, φιλοσοφική και ποιητική (hard) rock μουσική είμαστε πάρα πολλοί!

Αντίο στον drummer, ποιητή, φιλόσοφο, προφέσορα, τον Ghost Rider Neil Peart.

3/6/19

Magical Mystery Tour 07 | Paranoise Radio


This is a very special, rare and even eccentric but - I hope- socially, culturally and humanly deep radio show. Experimental jazz rock meets world music, especially from the Mediterranean, the Balkans and the East and 70s underground connects with nowadays refreshing shift towards psych rock and jazz.  Enjoy: 




playlist
01. Woods - Spring Is in the Air
02. Mulatu Astatke - Dewel
03. Arbete Och Fritid - Två Grekiska Låtar
04. Valia Calda - Trip For Nothing
05. Spaccanapoli - Pummarola Black
06. Eziak - Tymfi
07. Dungen - Saint George
08. Goran Kafjes Subtropic Arkestra - Adimiz Miskindir Bizim
09. Arat Kilo - Ambush In Cairo (AkizzBeatzz Edit)
10. Maffy Falay, Sevda - Tamzara
11. Ahora Mazda - Spacy Tracy
12. Tony Esposito - Mercato Di Stracci
13. Dimitris Poulikakos - Aneu Ousias, Aneu Simasias
14. Sibirien - Momangen
15. Maurice Brown - Moroccan Dancehall
16. The Comet Is Coming - Blood Of The Past feat. Kate Tempest
17. Sunwatchers - Ptah, The El Daoud

art: Maria Berrio