Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα contemporary classical. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα contemporary classical. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29/12/20

Η μουσική του 2020: μια ματιά σε έναν καλύτερο κόσμο


Σίγουρα αυτή η δύσκολη και ως ένα μεγάλο βαθμό δυσάρεστη χρονιά του Covid-19 έκλινε προς την αισιοδοξία και τη θετικότητα χάρη στη συνδρομή της τέχνης. Λογοτεχνία, σινεμά (συμπεριλαμβάνω και τις καλές τηλεοπτικές σειρές μαζί), εικαστικές τέχνες και βέβαια μουσική μας παρηγόρησαν και μας προσέφεραν μεγάλα πεδία απόδρασης από την καθημερινότητα, παράλληλα όμως μας βοήθησαν να βρούμε πιθανές ερμηνείες, αλλά και να στοχαστούμε λύσεις για τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα του καιρού μας.

Με τις παραπάνω σκέψεις, αποφάσισα να ασχοληθώ φέτος πιο επισταμένα με τη μουσική σκηνή, παρουσιάζοντας ξεχωριστή μουσικοκριτική για καθένα από τα άλμπουμ του δικού μου top-20, καθεμιά από τις πρώτες είκοσι μέρες του Δεκέμβρη. Έτσι προέκυψαν είκοσι κείμενα των 350-450 λέξεων.

Η υφολογική κατεύθυνση των μουσικοκριτικών είχε ως ένα βαθμό προαποφασιστεί, αλλά τελικά διαμορφώθηκε καθώς αυτές γράφονταν. Έχουμε να κάνουμε με σύντομα και όσο το δυνατόν στοχευμένα κείμενα, στα οποία γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί το μουσικό ύφος του κάθε άλμπουμ (όσο μπορεί αυτό να γίνει από έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει θεωρία μουσικής), να αντιστοιχηθούν οι πιο πιθανές επιρροές των καλλιτεχνών, αλλά και να κατανοηθούν οι ευρύτεροι πολιτικοί, κοινωνικοί και πολιτισμικοί συσχετισμοί. Παράλληλα, αρκετές είναι και οι προσωπικές-βιωματικές αναφορές, αφού άλλωστε και η επιλογή των άλμπουμ βασίζεται κατά βάση στο προσωπικό γούστο. Επίσης, που και που, δεν αποφεύχθηκε μια πιο ιμπρεσσιονιστική κριτική, με έννοιες αναπόδραστα θολές, όπως: “ατμόσφαιρα”, “αύρα” κλπ. 

Η λίστα με τα 20 μουσικά άλμπουμ που ξεχώρισα το 2020. Για να μεταβείτε στα κείμενα των παρουσιάσεων, ανατρέξτε στο blog, με το tag "blogovision2020"

  1. Liberato - Ultras

  2. Tom Misch, Yussef Dayes - What Kinda Music

  3. Domus - Lucid Dreaming

  4. Islandman - Kaybola

  5. Okysho - Kamala’s Danz

  6. Soft Power - Brink Of Extinction

  7. Bon Voyage Organization - La Course

  8. Ak' Chamel, The Giver Of Illness - The Totemist

  9. Kruder & Dorfmeister - 1995

  10. The Cappuccino Wizards - 1883 Juncture Bound

  11.  Maât - Solar Mantra

  12.  Lindstrom & Prins Thomas - III

  13.  Hail Spirit Noir - Eden In Reverse

  14.  Bent - Up In The Air

  15.  Och - II 

  16.  Caribou - Suddenly

  17.  Cantoma - Into Daylight

  18.  Algol Paradox - アルゴルパラドックス

  19.  AKSK - Things We Do

  20.  Arild Hammerø - Lerret

Περνώντας, τώρα, στο ζουμί, δηλαδή στην ίδια τη μουσική του 2020, ο συσχετισμός μεταξύ Covid-19 και φετινών κυκλοφοριών είναι αυτονόητος. Η Μαρία Παππά, σε άρθρο της στο Lifo, αν και ασχολείται -κατά τη γνώμη μου- υπερβολικά με την πιο ανούσια πλευρά του mainstream, αναφέρει εύστοχα: 

Για να περάσουμε, όμως, στην καραντίνα και το πόσο επηρέασε τη μουσική γενικότερα, η αλήθεια είναι ότι η φετινή είναι μία από τις πιο γόνιμες των τελευταίων χρόνων μουσικά. Η καραντίνα όχι μόνο περιόρισε τους μουσικούς, απεναντίας τους πείσμωσε ή τους έδωσε τη δυνατότητα να γίνουν πιο παραγωγικοί, παρά τα όποια εμπόδια και την απουσία των ζωντανών εμφανίσεων ή καλύτερα εξαιτίας της έλλειψης τους. 

Επομένως, πάμε να δούμε πως διαμορφώθηκε η μουσική σκηνή του 2020.

Πρώτο και θεμελιώδες χαρακτηριστικό της είναι η τεράστια ποικιλία ειδών, υφών και τάσεων, σε βαθμό που δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για κατευθύνσεις που ξεχώρισαν. Στο αχανές διαδικτυακό σύμπαν υπάρχει χώρος για να αναπτυχθούν πολλές σκηνές, με πλήθος κυκλοφοριών και αντίστοιχα διευρυμένους κύκλους οπαδών: το hip hop, το ψυχεδελικό ροκ, το indie, η dance (house, techno κλπ.), η ambient κ.α. 

Ειδικά, τώρα που η χρονιά φτάνει στο τέλος της και οι λίστες με τα best of… εμφανίζονται συνεχώς, ακούω εκπληκτικά άλμπουμ, που πιθανώς θα έμπαιναν στο δικό μου top-20. Τουλάχιστον θα αναφερθούν στο κείμενο αυτό, μαζί με κάποια ακόμη που σταδιακά επανεκτιμώ.

Σε αυτή, λοιπόν, τη χαοτική κατάσταση, θεωρώ ότι το είδος που πραγματικά ξεχώρισε και στιγμάτισε το 2020, όπως και τις προηγούμενες 2-3 χρονιές, είναι η τζαζ και ειδικότερα η νέα γενιά που κυριαρχεί στην Βρετανία, αλλά και παγκοσμίως. Πρόκειται για νέους σε ηλικία καλλιτέχνες, μεσοαστικής κοινωνικοοικονομικής τάξης, συχνά αλλά όχι αποκλειστικά έγχρωμους, που δημιουργούν τζαζ μουσική με αναφορές στο παρελθόν -ήχος Νέας Ορλεάνης, bebop, fusion- αλλά και εξωτερικές επιρροές -από hip hop, bass music, grime, house- καθώς και με μια σαφή κοινωνικοπολιτική διάσταση. Άλλωστε, ακόμα και η δομή, η λογική και το ύφος της συγκεκριμένης σκηνής -όπως και της τζαζ γενικότερα, από την επανάσταση της bebop και μετά- αντιτίθεται συνειδητά στην απλοϊκότητα του εύπεπτου εμπορικού τραγουδιού. Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με την πιο αιχμηρή και προοδευτική σκηνή της εποχής. 

Απόλαυσα τα άλμπουμ των Tom Misch & Yussef Dayes, Moses Boyd (κορυφαίο, αλλά το άκουσα αργά για να μπει στο top-20), Shabaka and the Ancestors (avant-jazz για απαιτητικούς ακροατές) και τη συλλογή Blue Note: Re-Imagined. Επίσης, εκτός Βρετανίας, τα άλμπουμ Kamala’s Danz των Ελβετών Okvsho και La Course των Γάλλων Bon Voyage Organisation.

Σε παραλληλία με τη τζαζ, μέσα στο 2020 άκμασε και το punk - post-punk. Δεν παρακολουθώ ιδιαίτερα το ιδίωμα αυτό, αλλά τα φετινά άλμπουμ των Idles, των Fontaines DC και των Protomartyr ακούστηκαν πολύ.  

Άρα, η άνθιση της ευρύτερης σκηνής της τζαζ και του πανκ, δύο μουσικών ρευμάτων με ιστορικά κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο και ηχητική ανατρεπτικότητα, κυρίως από νέους ηλικιακά μουσικούς 25-30 ετών δείχνει ότι η σύγχρονη μουσική δίνει τον δικό της αγώνα απέναντι στη γιγάντωση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, της καταστολής, της καταστροφής του περιβάλλοντος και του ρατσισμού. Και βέβαια, μαζί με τα δύο αυτά είδη, από ανάλογη νοοτροπία διακατέχονται και αντιπρόσωποι άλλων σκηνών, π.χ. του prog-jazz rock (Soft Power - Brink Of Extinction), του psych folk (Ak’chamel - The Totemist) του EDM (Romare - Home), του metal (Hail Spirit Noir - Eden In Reverse), της λόγιας μουσικής (Max Richter - Voices).

Με όλο αυτό το ξεδίπλωμα υπέροχων μουσικών δημιουργιών, πως να πάρει κανείς στα σοβαρά τα πλέον γνωστά παιχνίδια των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών, που κατασκευάζουν λαοφιλή είδωλα, τόσο mainstream, όσο και "εναλλακτικά"; Οι mainstream ακροατές φέτος άρχισαν να κουράζονται από το κακής ποιότητας, εκμεταλλευτικό για τη μαύρη μουσική και έμμεσα ή και άμεσα ρατσιστικό trap, οπότε οι ιθύνοντες της μουσικής βιομηχανίας τρέχουν και δεν φτάνουν. Βέβαια, στην Ελλάδα, μια σεβαστή μερίδα της νεολαίας ακόμα ακολουθεί τους τραγελαφικούς εντόπιους trappers.

Πλέον, η κοινωνική και πολιτική προοδευτικότητα είναι κυρίαρχη στη σύγχρονη μουσική σκηνή, όπως άλλωστε έγινε εμφανές στη σύνδεση των καλλιτεχνών με το κίνημα Black Lives Matter. Πέρα από τζαζ και hip hop κυκλοφορίες που ευθυγραμμίστηκαν με τα αιτήματα του κινήματος, τα δύο άλμπουμ των Sault με τη μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία είναι αντιπροσωπευτικά.

Τελικά, παρατηρούμε ότι ενώ η πολυμορφία των φετινών κυκλοφοριών προσέφερε μουσικές για κάθε ξεχωριστό γούστο (ας πούμε το δικό μου νο1 είναι το ηλεκτρονικό dance άλμπουμ του Ναπολιτάνου καλλιτέχνη Liberato, με τίτλο Ultras), σταδιακά συγκροτείται μια ενιαία αφήγηση. Κυρίως νέοι άνθρωποι με όραμα, μουσική παιδεία, υψηλή αισθητική και ειλικρινείς προθέσεις βρίσκονται στο προσκήνιο. Οι τάσεις και τα είδη ανακυκλώνονται και αναμιγνύονται καταλήγοντας σε πρωτότυπα, ακόμα και ρηξικέλευθα, αμαλγάματα, που εκφράζουν το σήμερα. Last but not least, μια πολυμέτωπη κριτική στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό δόγμα κυριαρχεί.

Βέβαια, εδώ είναι αναγκαίο να επεκταθούμε ελαφρώς, επειδή αυτή η κριτική δεν είναι πάντα σαφής και -ευτυχώς- σπάνια στρατευμένη. Μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως εξής: Πρώτον, προβολή μιας αισθητικής διαφορετικής από την ηγεμονική mainstream, μακριά δηλαδή από το στημένο και επιφανειακό στυλ της showbiz, προς μια γήινη, street και φρέσκια οπτική, που αφορά όχι μόνο τη μουσική, αλλά και το ντύσιμο των μουσικών, το artwork των δίσκων κλπ. Δεύτερον, μια underground απάντηση ισότιμης συνεργασίας, φιλίας και αλληλοεκτίμησης στον κύκλο δημιουργίας-παραγωγής, διάθεσης και κατανάλωσης της μουσικής. Τέλος, μια ευθεία και πλήρως συνειδητή κριτική στις πληγές που έχει φέρει ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός στη φύση, στον άνθρωπο και στην κοινωνία του. 

Κάπως έτσι, μέσα από τη σύγχρονη μουσική σκηνή χαράζει θαρραλέα το όραμα μιας πιο ποιοτικής, όμορφης, δημοκρατικής και αλληλέγγυας κοινωνίας. Αυτή βέβαια είναι μια από τις διαχρονικές ψυχολογικές και κοινωνικές λειτουργίες της τέχνης, το να μας υποβάλλει να βλέπουμε ακόμα και τις πιο τετριμμένες πλευρές της πραγματικότητας μέσα από μια πρωτοείδωτη οπτική και, ακόμα περισσότερο, να μας δίνει τη δυνατότητα να ρίξουμε μια φευγαλέα έστω ματιά σε έναν καλύτερο κόσμο*.


Εικόνα: Jim Flora - An Evening at Condon's 

*Εδώ γίνεται μια πιο εκλαϊκευμένη αναφορά στο λογοτεχνικό και ευρύτερα καλλιτεχνικό φαινόμενο της ανοικείωσης που είχαν επισημάνει και μελετήσει οι Ρώσοι Φορμαλιστές, αρχικά ο Βίκτορ Σκλόφσκι το 1925. Μεταφέρουμε τη λειτουργία της ανοικείωσης από τη λογοτεχνία στη μουσική. Όπως γράφει ο Δημήτρης Τζιόβας στη μελέτη του Μετά Την Αισθητική (2003): "Η τέχνη ανοικειώνει τα πράγματα που φαίνονταν οικεία ή έχουν καταντήσει αυτοματισμοί και μας ωθεί να τα δούμε από μια διαφορετική γωνία, παρακωλύοντας ή διασπώντας τους προσληπτικούς μηχανισμούς που έχουν γίνει αυτοματικοί." (βρήκα το απόσπασμα στη μελέτη Ιστορία και θεωρία των λογοτεχνικών γενών και ειδών)

20/8/16

balearic revival: 2016


  
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 όλο και περισσότεροι Βρετανοί και άλλοι Δυτικοευρωπαίοι, που είχαν την απαραίτητη οικονομική ευμάρεια, συνέρεαν στην Ibiza αναζητώντας έναν ιδανικό τόπο διακοπών μακριά από τη βιομηχανική καθημερινότητα της πατρίδας τους. Εκεί άκουσαν για πρώτη φορά τους ντόπιους DJs να παίζουν ένα ιδιαίτερο κράμα από ποικίλα μουσικά είδη, το οποίο οι ξένοι τουρίστες βάφτισαν balearic beat... Το balearic στιλ αναμφίβολα στηρίχτηκε στην επιθυμία απόδρασης από τον δυτικοευρωπαϊκό βιομηχανοποιημένο τρόπο ζωής προς έναν ιδεατό μεσογειακό παράδεισο απολαύσεων και χαλάρωσης.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται παγιδευμένος σε μία κρίση που ξεκίνησε ως οικονομική, αλλά έχει εξελιχθεί σε πολιτική, θρησκευτική, κοινωνική, σε μία κρίση βίας. Έχει οπωσδήποτε φτωχύνει η διάθεση για την ανεπιτήδευτη διασκέδαση, τη θερινή ραστώνη και το χίπικο πνεύμα του balearic beat των αρχών των 90s. Άλλωστε και η διασκέδαση των τελευταίων είκοσι ετών, τόσο στην Ibiza, όσο και παγκοσμίως  έχει πάρει εντελώς άλλο δρόμο, με τα πολυπληθή club, την EDM, την υπερβολική πολυτέλεια. Ένα τέλεια οργανωμένο εμπορικό πακέτο ξέφρενης διασκέδασης ανταποκρίνεται πλήρως στην ανάγκη του Δυτικού ανθρώπου να κρυφτεί από έναν ολοένα και πιο πολύπλοκο και επίφοβο κόσμο.

Έτσι, το balearic beat εδώ και περίπου μία δεκαετία έχει αναβιώσει, προσπαθώντας να ξαναφέρει όλη αυτή την εναλλακτική νοοτροπία στην τρέχουσα μουσική σκηνή. Και πράγματι, αρχικά στο πλαίσιο του “balearic revival” ακούσαμε αξιόλογες κυκλοφορίες από νέους καλλιτέχνες, οι οποίοι έχοντας μία πλούσια δισκοθήκη και μπόλικη έμπνευση, συνδύασαν  disco, ψυχεδελικό ροκ, ambient, deep house με απώτερο σκοπό το νοερό ταξίδι προς μία καλοκαιρινή ακρογιαλιά την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Ωστόσο, καθώς περνούσαν τα χρόνια, το balearic μπήκε σε πιο εμπορικά μονοπάτια˙ όχι ότι κατάφερε να εισχωρήσει στα hits της εποχής (αν και ο συρμός του tropical house οφείλει πολλά σε αυτό), αλλά σταδιακά αυτή η έκρηξη φρέσκιας μουσικής κατέληξε σε μία σωρεία από chill out κυκλοφορίες με ένα στοιχείο disco, το οποίο συνήθως δεν τις σώζει από την αδιαφορία.

Επομένως, σκέφτηκα ότι αξίζει να προβληθούν κάποιοι τρέχοντες καλλιτέχνες οι οποίοι παραμένοντας μέσα στα όρια του balearic revival, επιμένουν να προσφέρουν πραγματικά αξιόλογη μουσική. Ακόμα περισσότερο, αναζητούν ένα προσωπικό ύφος, πέρα από μόδες και συγκροτημένα μουσικά στιλ.

Ακολουθούν οι ως τώρα πιο ενδιαφέρουσες balearic κυκλοφορίες του 2016.

Ξεκινάμε με τη δυναμική επιστροφή του DJ και παραγωγού Phil Mison,  που αποτελεί έναν από τους βασικούς διαμορφωτές της downtempo electronica, τόσο με τα sets του στο Café Del Mar, όσο και με τις μουσικές του δημιουργίες του. Αρχές της χρονιάς, κυκλοφόρησε ως Cantoma το τρίτο του ολοκληρωμένο άλμπουμ , με τίτλο Just Landed: 90s chill out, 70s-80s easy listening, βραζιλιάνικη και flamenco μουσική δένονται με ωριμότητα στον ήχο, στην ενορχήστρωση, αλλά και στη συναισθηματική διάθεση. Στο βασικό single του άλμπουμ, Alive, ο Bing Ji Ling τραγουδάει για τη φθαρμένη, αλλά πάντα επίκαιρη αξία της συνύπαρξης με ανθρώπους που αγαπάμε.


Παράλληλα, ο Mison σε συνεργασία με τον νέο παραγωγό Thomas Schulz σχημάτισαν το γκρουπ Ambala και φέτος κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Volume 1 για λογαριασμό της δισκογραφικής Music For Dreams του Kenneth Bagger. Το κλίμα παρόμοιο με αυτό του Just Landed, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με απλά συμπαθητικό chill out, που λοξοκοιτάει προς house ρυθμούς. Βέβαια τα πολύ καλά κομμάτια δεν λείπουν, ενώ με άνεση ξεχωρίζει το Walk With Dreamers με τη συμμετοχή των Laid Back. Ένα από τα καλύτερα tracks του φετινού καλοκαιριού:


Μετά από αρκετά χρόνια, συγκεκριμένα εφτά, επέστρεψε και το ντουέτο των Fontän από τη Σουηδία. Το EP τους Babylon αποτελεί άξια συνέχεια του αριστουργηματικού τους άλμπουμ  Winterhwila του 2009. Μάλιστα, στο Babylon εξελίσσουν τον ήχο τους, καθώς τα στοιχεία space disco έχουν υποχωρήσει μπροστά σε μία ξεκάθαρη κατεύθυνση psych/ prog/ space rock. Φανταστείτε τον νεαρό Steven Wilson των Delerium Years να αναπολεί τις διακοπές του σε ένα ξεχασμένο νησάκι της Μεσογείου. Το Babylon αποτελεί την πιο αγαπημένη μου κυκλοφορία για το 2016 και δύσκολα βλέπω να ανατρέπεται αυτή η πρωτιά.




Από το ψυχεδελικό ροκ είναι επηρεασμένοι και οι Καλιφορνέζοι Pacific Horizons, οι οποίοι μέσα στο 2016 κυκλοφόρησαν δύο EPs. Στο πρώτο, The Loneliness Your Love Destroys, πειραματίζονται με έναν συνδυασμό ανάμεσα σε χαμηλόφωνο deep house και post punk/ new romantic. Το αποτέλεσμα είναι τρία αιθέρια  tracks, από οποία όμως λείπει μια πιο συγκροτημένη δομή. Στο δεύτερο τους EP, Streets of Babylon τα καταφέρνουν καλύτερα, παρουσιάζοντας την προσωπική τους εκδοχή για τον future garage ήχο. Η αφαιρετικότητα,  η νοσταλγία και η εσωστρέφεια έχουν για ακόμη μια φορά τον πρώτο λόγο, ενώ τα acid house και jungle beats και synths συνδυάζονται με 60s ψυχεδελικές κιθάρες. 





Αυτό το ονειρικό κλίμα κυριαρχεί και στο EP Agit των Islandman, που μας έρχονται από την Κωνσταντινούπολη. To Agit βγήκε επίσης από την Music For Dreamers, μία εταιρεία που διακρίνεται για το πλήθος των κυκλοφοριών της χωρίς να διατηρεί πάντα την ίδια ποιότητα. Αλλά, είναι σίγουρο ότι δίνει βήμα σε νέους, underground καλλιτέχνες. Έτσι και οι Islandman είναι μια νέα μπάντα που έχει κάτι ενδιαφέρον να πει. Η προσέγγιση τους στο balearic μου έφερε στο νου τους Tommy Awards, αλλά πλάι στα ράθυμα beats, τα ρετρό πλήκτρα και τις krautrock κιθάρες, προστίθενται world πινελιές αντλημένες από την πλούσια παράδοση της Τουρκίας.




Μάλιστα, φέτος οι Islandman ανήρτησαν διαδικτυακά το κομμάτι Godless Ceremony, δείγμα του επερχόμενου ομώνυμου άλμπουμ του, ένα απρόσμενα χορευτικό και κεφάτο τραγούδι. 




Ακόμα ένας ελάχιστα γνωστός καλλιτέχνης που αξίζει την προσοχή μας είναι ο Daniele Tomassini, ο οποίος με το ψευδώνυμο Feel Fly φέτος κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του Same Old Place Vol​.​1. Η περιγραφή που συνοδεύει την κυκλοφορία είναι ενδεικτική: «Let's try to figure out Daniele and his voiced homies sing along deep tunes and balearic hymns: peaceful». Ορχηστρικό ambient house, με πολλές αναφορές στη δεκαετία του ’90 και καλλιτέχνες όπως οι Orb και ο Moby, χωρίς όμως να λείπουν και στοιχεία από το πρόωρα και άδικα χαμένο chillwave κίνημα. Η προσέγγιση είναι DIY, η δομή των συνθέσεων και η παραγωγή έχουν μια γοητευτική απλότητα, ενώ τα συναισθήματα είναι ζεστά και μειλίχια. 





Τα δύο full-length του 2016 που χαρακτηρίζονται ως balearic και ταυτόχρονα συμπεριλαμβάνονται στην προσωπική μου λίστα με τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς, μέχρι τουλάχιστον το τέλος αυτού του καλοκαιριού, είναι το 69 των Wilson Tanner και το Afterlife των NO ZU. Βέβαια, οι δρόμοι που ακολουθούν οι δύο αυτές μπάντες είναι εντελώς διαφορετικοί.

Οι Wilson Tanner είναι ένα project που αποτελείται από τους Andrew Wilson και John Tanner. O πρώτος είναι περισσότερο γνωστός ως Andras Fox, ένας χίπστερ πιτσιρικάς από την Αυστραλία ο οποίος με τα πολλά του project έχει καταφέρει να ενθουσιάσει τους θιασώτες του σύγχρονου chill out και disco. Στη συνεργασία του με τον συμπατριώτη του John Tanner έδωσαν ένα πραγματικά κορυφαίο δείγμα ambient μουσικής. Οι συνθέσεις του 69 βασίζονται σε ανολοκλήρωτες μελωδικές φράσεις στηριγμένες στη μινιμαλιστική ενορχήστρωση από synths, πιάνο, κιθάρα και κλαρινέτο. Μέσα από αυτή όμως την απλότητα αναδεικνύεται ένα εύρος επιρροών: από Brian Eno και Tangerine Dream μέχρι free jazz. Οι δύο μουσικοί ανοίγουν ένα προσωπικό διάλογο χαλάρωσης και αρμονίας με τον ακροατή.


Οι NO ZU μας έρχονται επίσης από την Αυστραλία, αλλά παρουσιάζουν ένα ύφος εξωστρεφές, νευρώδες και χορευτικό. Οι ίδιοι έχουν ονομάσει το ηχητικό τους χαρμάνι heatbeat και στο τελευταίο τους άλμπουμ Afterlife μας το παρουσιάζουν σε όλο του το μεγαλείο. Το funk συναντά το new wave και το electro τις μουσικές του κόσμου. Μερικές από τις πιο ιδιάζουσες περιπτώσεις της δεκαετίας του ’80, όπως το άλμπουμ Seven Souls των Material, το κομμάτι Regiment των Brian Eno και David Byrne και οι Ελληνοαμερικάνοι Anabouboula αποτελούν σημεία αναφοράς. Ιδιαιτερότητα στο συγκρότημα προσφέρουν και τα στοιχεία μυστικισμού, σουρεαλισμού και avant-garde που είναι πιο έκδηλα στα βίντεο των τραγουδιών τους.



Φυσικά οι balearic κυκλοφορίες του 2016 είναι περισσότερες από όσες αναφέρθηκαν σε αυτό το άρθρο, κάποιες έχω ακούσει και με έχουν λιγότερο ή περισσότερο απογοητεύσει, ενώ πολλές περιμένουν υπομονετικά να τις ανακαλύψω. Αλλά, ένας DJ ή φίλος της μουσικής γενικότερα ο οποίος φιλοδοξεί να αναθερμάνει το γνήσιο balearic πνεύμα χρειάζεται να αναζητά καλλιτέχνες, δίσκους και τραγούδια εκτός των ασφαλών ορίων της balearic αναβίωσης. Κι η αλήθεια είναι ότι  εκεί έξω υπάρχουν νεόκοπες μουσικές εντελώς ταιριαστές σε ένα ανοιχτόμυαλο και εκλεκτικό set : η afro-soul επιτυχία κοινωνικής ανησυχίας Black Man in A White World του Michael Kiwanuka, το alternative progressive rock των Atlanter (κάποια τραγούδια τους ρεμιξαρίστηκαν από τον Prins Thomas),  το ανορθόδοξο αλλά funky house του Mall Grab 


  


Αντί επιλόγου, θα μεταφέρω ένα απόσπασμα από μία πρόσφατη συνέντευξη του DJ Harvey για την εμπειρία του ως resident DJ στην Ibiza:  «I think younger people havent experienced this kind of party before. Maybe they’re used to bigger nightclubs, or heavier music, so to hear music that is a serious good time, a bit more melodic, and maybe reminiscent of times gone by – it’s an honest to goodness good time. I’m very, very happy with things here» (πηγή). Λόγια ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικά του βαλεαρικού πνεύματος. 

Και μιας και αναμένουμε πως και πως τον Harvey να εμφανιστεί στο πολυαναμενόμενο Odyssia Festival, μια τεράστια προσπάθεια για τα δεδομένα της χώρας  μας, ορίστε και μια καθαρά ελληνική balearic κυκλοφορία του 2016, ένα remix έκπληξη από μια νέα δισκογραφική. Ήταν καιρός να συμμετέχουμε κι εμείς σε αυτό το αλισβερίσι: 



18/6/15

Τα μουσικά τοπία του Haruka Nakamura


Άκουσα τη μουσική του Haruka Nakamura για πρώτη φορά στη συλλογή   
Modal Soul Classics II του 2010, που ήταν αφιερωμένη στην μνήμη του Nujabes,ενός από τους σημαντικότερους hip hop παραγωγούς των τελευταίων ετών, ο οποίος «έφυγε» το 2010 σε ηλικία 36 ετών, θύμα ενός αυτοκινητιστικού  ατυχήματος.  Σε αυτή τη συλλογή, ο Nakamura συμμετείχε με τη σύνθεση Faure, στην οποία τα πνευστά έχει αναλάβει ο Uyama Hiroto, o βασικός συνεργάτης του Nujabes. Αλλά, η κατεξοχήν συνεργασία του Nakamura  με τον εκλιπόντα hip hop παραγωγό αποτέλεσε το άλμπουμ Melodica, το οποίο ο πρώτος ολοκλήρωσε αναπόφευκτα μετά τον θάνατο του δεύτερου. Τελικά, το Melodica κυκλοφόρησε το 2013 και μου άρεσε τόσο, ώστε το συμπεριέλαβα στις καλύτερες κυκλοφορίες εκείνης της χρονιάς.

Στο τέλος του 2014, ο Haruka Nakamura εμφανίστηκε με νέα δισκογραφική δουλειά,  την πιο φιλόδοξη και ώριμη απ’ όσες μας έχει δώσει μέχρι σήμερα. Το άλμπουμ είναι διπλό, διαρκεί πάνω από εκατό λεπτά και έχει τον απέριττο τίτλο Music With Scenery. Αυτή τη φορά ο Nakamura εμφανίζεται ως επικεφαλής ενός ensemble πνευστών, κρουστών και εγχόρδων με την απαραίτητη συνδρομή του οποίου αποδίδει μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια, διασκευές από παλιότερες συνθέσεις του αλλά και νέες, ισορροπώντας ανάμεσα στη μοντέρνα κλασική και την πειραματική τζαζ. Αυτός ο σπάνιος συνδυασμός αυτοσχεδιασμού και μελωδικότητας πραγματώνεται πετυχημένα, ώστε  παρόλο που το άλμπουμ είναι μεγάλης διάρκειας και προβάλει απαιτήσεις από τον ακροατή, ακούγεται σαν ένα ποτάμι που κυλά.


Τέτοιοι συνειρμοί με εικόνες του φυσικού ή και του αστικού χώρου προκαλούνται άμεσα κατά την ακρόαση του Music With Scenery. Προφανώς, οι δημιουργοί παροτρύνουν τους δέκτες σε αυτό το πλάσιμο εικόνων, κάτι που γίνεται φανερό τόσο στον τίτλο του άλμπουμ, όσο και στα δύο βίντεο που συνοδεύουν την κυκλοφορία του.


Σε αυτά τα βίντεο, οι νοερές εικόνες εμφανίζονται μπροστά στα μάτια μας, με όλο τον πλούτο του λυρισμού τους. Στο πρώτο βίντεο, που έχει σκηνοθετηθεί από τον ίδιο τον Nakamura, επιτυγχάνεται αυτή η λειτουργία που οι Ρώσοι Φορμαλιστές χαρακτηρίζουν ως ανοικείωση. Πράγματι, όπως η καλλιτεχνικά αναδιοργανωμένη χρήση της γλώσσας στην λογοτεχνία οδηγεί τους αναγνώστες να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητά τους με έναν ανανεωμένο τρόπο, έτσι και στο promo βίντεο του Nakamura, οι τεχνικές και αισθητικές επιλογές οδηγούν σε μια διαφορετική θέαση καθημερινών στιγμών.  



Το βίντεο ξεκινάει με πλάνα στα οποία το ηλιόφως μπλέκεται με τα δέντρα προκαλώντας ασυνήθιστες φωτοσκιάσεις, για να περάσει σε αποσπασματικές, φαινομενικά τυχαίες, σκηνές του ηλιοβασιλέματος σε μια παραθαλάσσια πόλη. Στη συνέχεια, κάνει την εμφάνισή του και το ανθρώπινο στοιχείο: παιδιά που παίζουν, παρέες που βολτάρουν στην πόλη, διασκεδάζουν και παίζουν μουσική, ανάμεσα τους και ο ίδιος ο συνθέτης. Αλλά, όλες αυτές οι σκηνές δίνονται ανεπιτήδευτα, συνήθως χωρίς να ακολουθούνται οι κλασικοί κανόνες του καδραρίσματος, με μια ξεθωριασμένη φωτογραφία. Κι όμως, η εναλλαγή των εικόνων δένει άρρηκτα με τη μουσική, με αποτέλεσμα η συναισθηματική ατμόσφαιρα να γίνεται ολοένα πιο ανθρώπινη.

Το δεύτερο βίντεο έχει επιμεληθεί ο σκηνοθέτης με το ψευδώνυμο Curtain Call και αποτελεί ένα απόσπασμα από την ηχογράφηση του άλμπουμ, η οποία βέβαια αξίζει μνημόνευσης: η ηχογράφηση του Music With Scenery πραγματοποιήθηκε στο Sonorium, έναν συναυλιακό χώρο σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Jun Aoki. Εκεί, οι μουσικοί που απαρτίζουν το  Haruka Nakamura Piano Ensemble επιδόθηκαν σε μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική εμπειρία. Στη σύνθεση με τίτλο Light, απόσπασμα της οποία παρουσιάζεται στο βίντεο, συμμετέχει και το γυναικείο χορωδιακό συγκρότημα Cantus. Ας απολαύσουμε μια αρμονική σύμπλευση αιθέριας κατάνυξης και συγκινησιακής φόρτισης:



Κλείνοντας, να σημειώσω ότι και στα δύο βίντεο εμφανίζονται σύμβολα της χριστιανικής θρησκείας και κυρίως η εικόνα ενός απλού ξύλινου σταυρού. Είναι πράγματι περίεργο ένας Γιαπωνέζος καλλιτέχνης να επιλέγει ένα ξένο προς τη δική του κουλτούρα σύμβολο. Αλλά, στο δελτίο τύπου της κυκλοφορίας γίνεται λόγος για «μουσική δωματίου από ύμνους και spirituals», ακόμα και για «τελετουργική φύση αυτής της (μουσικής) συλλογής». Τελικά, αυτή η αφηρημένη αίσθηση θρησκευτικότητας αποτελεί στοιχείο κλειδί για την πρόσληψη του Music With Scenery

Η εικόνα είναι από το προφίλ του συνθέτη στο FB. 

19/5/15

What you gonna do?

Τρεις περιπτώσεις αντίφασης στη μοντέρνα ελληνική μουσική πραγματικότητα


Ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Κ. Θ. Δημαράς γράφει, «η ελληνική αρμονία, όσες φορές μπόρεσε να επιτευχθεί, ήταν πάντα πολύφωνη. Η ροπή προς τη σύνθεση […] αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά σημάδια της νεοελληνικής πνευματικής ιστορίας». Ακριβώς αυτή η επιτυχημένη σύνθεση αντίρροπων στοιχείων, από την Ανατολή και τη Δύση, από το παρελθόν και το παρόν,  αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του νεοελληνικού πολιτισμού, φέρνοντας στο φως αριστουργηματικά καλλιτεχνικά έργα. Αλλά τι συμβαίνει όταν αυτή η συνάντηση των ποικίλων στοιχείων δεν πραγματοποιείται με επιτυχία; Τότε μάλλον τα πολιτιστικά μας προϊόντα  χαρακτηρίζονται από μια αθεράπευτη αντίφαση.  Παρακάτω θα αναφερθώ σε τρεις περιπτώσεις από τη μοντέρνα ελληνική μουσική πραγματικότητα, που επιβεβαιώνουν  αυτή την αντίφαση, η οποία ωστόσο έχει μια γοητεία… ποπ κουλτούρας. 

Η πρώτη από αυτές τις περιπτώσεις ξεδιπλώθηκε  μπροστά στα ματιά μου πριν κάποιες μέρες, όταν εδώ στον Βόλο ήρθε για μία εμφάνιση ο γνωστός house DJ και παραγωγός Dennis Ferrer. Παρακολούθησα το set του με έντονο ενδιαφέρον, αλλά και με μια εξίσου έντονη στωικότητα συμπέρανα πως η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που είχαν έρθει να τον ακούσουν ήταν οι πιο «κυριλέ» και trendy της πόλης. Δεν μπόρεσα, λοιπόν, να μη συγκρίνω αυτό το κοινό με εκείνο που είχε παρευρεθεί στη συναυλία/ DJ set των Asian Dub Foundation στην ίδια μουσική σκηνή πριν λίγους μήνες. Εκείνη τη βραδιά συναντούσες τύπους «εναλλακτικούς», πιθανώς πολιτικά συνειδητοποιημένους και με ένα πιο street στιλ. Κι όμως, αν το καλοσκεφτεί κανείς, η αισθητική και ο ήχος των δύο καλλιτεχνών δεν απέχει τόσο: η underground dance κουλτούρα και οι επιρροές από funk, afro, dub και άλλες κατευθύνσεις της «μαύρης» μουσικής είναι στοιχεία που φέρνουν κοντά τον Dennis Ferrer και τους Asian Dub Foundation. Ωστόσο το κοινό τους στην πόλη του Βόλου μοιάζει βγαλμένο από δύο αντίθετα ως και εχθρικά στρατόπεδα. Και θεωρώ πως αυτός ο διαχωρισμός δεν οφείλεται στους υποτιθέμενους περιορισμένους πνευματικούς ορίζοντες της επαρχίας, αλλά χαρακτηρίζει το σύνολο των Ελλήνων ακροατών ηλεκτρονικής και όχι μόνο μουσικής. 


Η δεύτερη περίπτωση έχει να κάνει με μια συναυλία που συζητήθηκε πολύ, με σχόλια τόσο αρνητικά όσο και θετικά. Το Σάββατο 3 Μάιου, ο  Σάκης Ρουβάς ερμήνευσε ζωντανά ολόκληρο το Άξιον Εστί των Ελύτη - Θεοδωράκη. Πράγματι αυτή η περίπτωση χαρακτηρίζεται από μεγάλη αντίθεση, καθώς ένας από τους πιο επιφανείς εκπροσώπους του mainstream pop τραγούδησε ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της (μάλλον κακώς) λεγόμενης «έντεχνης» ελληνικής μουσικής. Παρόλο που ο Ρουβάς τα κατάφερε αρκετά καλά, όπως και να το κάνουμε, η αισθητική και η ιδεολογία που κουβαλά έρχονται σε αντίθεση με αυτές του έργου και των δημιουργών του. Από την άλλη όμως, νομίζω πως μπορούμε πια να απαλλάξουμε τη ματιά μας από αυτόν τον, ως ένα βαθμό, υποχρεωτικό σεβασμό στα «ιερά τέρατα» της μεταπολεμικής Ελλάδας, όπως στον Οδυσσέα Ελύτη, στον Μίκη Θεοδωράκη και στον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Χωρίς να μειώνεται ο θαυμασμός και η αγάπη μας, ας τους δούμε με ένα πιο κριτικό μάτι, καθώς η πορεία και των τριών είχε κάποια μελανά σημεία, περιορίζοντας έτσι και το επιθετικό μας μένος προς τον Ρουβά. Άλλωστε, η στροφή του τελευταίου προς το Άξιον εστί θα έπρεπε να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την τρομακτική έλλειψη φρέσκιας ελληνικής μουσικής που να συνδυάζει την πολιτική άποψη με την καλλιτεχνική ουσία. 


Για να σκιαγραφήσουμε την τρίτη περίπτωση αντίφασης, θα κάνουμε ένα άλμα από την υψηλή τέχνη του Άξιον Εστί στα λησμονημένα για τους περισσότερους πρώτα βήματα του electropop στη χώρα μας. Πιο συγκεκριμένα, θα κάνουμε μια αναφορά στον Κώστα Χαριτοδιπλωμένο, έναν από τους πρωταγωνιστές της εντόπιας μουσικής σκηνής στα 80s και στα 90s. Αν κάποιος παρακολουθούσε τα βήματα του ως περίπου το ’87, θα μιλούσε για έναν ενδιαφέροντα εκπρόσωπο της ελληνικής italo disco. Πέρα από το περίφημο Lost In The Night, o Χαριτοδιπλωμένος ήταν υπεύθυνος για κάποια άψογα κομμάτια, όπως τα dub remixes στο What You Gonna Do? των 141 G και στο Talk About Love της Mariana, αλλά και το original Feel My Glass. Όμως, όσο η δεκαετία του 80 παρέδιδε τη σκυτάλη σε αυτή του 90, η καριέρα του στον αγγλικό στίχο, έδωσε τη θέση της στο αμφίβολης ποιότητας ελληνόφωνο pop. Προφανώς έχουμε να κάνουμε με μια αντιπροσωπευτική περίπτωση καλλιτεχνικής πορείας στην οποία  πρώτο λόγο είχε το οικονομικό όφελος και όχι η γνήσια δημιουργία.


Αυτή ακριβώς η αρκετά συχνή στην ελληνική μουσική αντίφαση ανάμεσα στο underground και το mainstream, ανάμεσα στην τέχνη και την εμπορικότητα γίνεται ιδιαίτερα διακριτή σε μια πολύ αξιόλογη συλλογή που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια και παρουσιάζει τα πρώτα βήματα της ηλεκτρονικής μουσικής στη χώρα μας. Πρόκειται για τη συλλογή Into The Light, η οποία αποτέλεσε το βάπτισμα του πυρός για την ομώνυμη δισκογραφική εταιρεία, που «τρέχουν» ο Ηλίας Πίτσιος και ο Ολλανδός Tako Reyenga. Ο πλήρης τίτλος της κυκλοφορίας είναι  Into The Light: A Journey Into Greek Electronic Music, Classics & Rarities (1978 – 1991)˙ εκεί, δίπλα σε πρωτοποριακούς συνθέτες της δεκαετίας του 80, όπως η Λένα Πλάτωνος και ο Γιώργος Θεοδωράκης -γιος του Μίκη-  παρελαύνουν τόσο καλλιτέχνες που μετέπειτα πρωτοστάτησαν στο «έντεχνο», όπως ο Δημήτρης Παπαδημητρίου και ο Σταύρος Λογαρίδης, όσο και εκπρόσωποι της ελληνόφωνης pop των 90s, με προεξέχοντες τον Μιχάλη Ρακιντζή και τον Κώστα Χαριτοδιπλωμένο. Σε αυτή ακριβώς τη συλλογή άκουσα πρώτη φορά και ορχηστρικό remix του What You Gonna Do?



Τι καλύτερο, λοιπόν, να κάνουμε, πέρα από το να παρακολουθούμε με ενδιαφέρον και καλοπροαίρετη κριτική αυτές τις ακροβασίες ή καλύτερα στραβοπατήματα της μοντέρνας ελληνικής μουσικής; Η δική μας υποψιασμένη ματιά αποτελεί ένα έστω μικρό εφαλτήριο για μια αλλαγή προς το καλύτερο.

Βιβλιογραφικά στοιχεία του αποσπάσματος του Κ. Θ. Δημαρά: Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα (εκδόσεις Γνώση) 2000, ιγ’ (πρόλογος)
Η εικόνα αποτελεί δημιουργία του εικαστικού Diogo Machado

12/5/15

guest 17/ Γιώργος Καραγιάννης (συνέντευξη)


Το μεσημέρι της Κυριακής 10 Μαίου είχα την ευκαιρία να παρουσιάσω μια εκπομπή, πιο συγκεκριμένα μια ραδιοφωνική συνέντευξη από εκείνες που πραγματοποιούνται σπάνια. Στο στούντιο του Nova Fm 106 ήταν καλεσμένος ο εξ Αθηνών ορμώμενος συνθέτης και κιθαρίστας Γιώργος Καραγιάννης. Ο Γιώργος πριν κάποιους μήνες κυκλοφόρησε το βιβλίο Δημιουργίες για κιθάρα (Εκδόσεις Cambia), στο οποίο εμπεριέχονται παρτιτούρες δικών του συνθέσεων, που μοιράζονται ανάμεσα σε μια κλασικότροπη και σε μία latin jazz προσέγγιση. Επίσης, το βιβλίο συνοδεύεται από ένα audio cd, με τις συνθέσεις σε σόλο κιθάρα παιγμένες από τον ίδιο. Βασικός σκοπός του όλου εγχειρήματος είναι το μοίρασμα κομματιών "που ξεχειλίζουν από μουσική και θα αποζημιώσουν όποιον ασχοληθεί μαζί τους". Παράλληλα ο Γιώργος έχει σχηματίσει μία μπάντα πολύ καλών μουσικών, τους Soul Out Ensemble, ώστε να παρουσιάζει τις συνθέσεις του ζωντανά, συμπληρωμένες από διασκευές κομματιών που τον έχουν επηρεάσει. 


Με τον Γιώργο μας ενώνει μια φιλική σχέση πολλών ετών, η οποία ξεκίνησε από τα φοιτητικά χρόνια. Από τότε μοιραζόμασταν το κοινό ενδιαφέρον και τις ανησυχίες γύρω από τη μουσική, εγώ περισσότερο ως ακροατής εκείνος περισσότερο ως δημιουργός. Με αφορμή αυτή τη συνέντευξη, οι κουβέντες αναζωπυρώθηκαν για τα καλά, οπότε στο προσεχές μέλλον να αναμένετε νέες συνεργασίες... 

Καλή ακρόαση

Τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες του Γιώργου Καραγιάννη τις βρίσκετε στο Facebook και στο Youtube, ενώ τα νέα των Soul Out τα μαθαίνετε από εδώ. Last but no least, μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο του Δημιουργίες για κιθάρα σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία, στο διαδίκτυο και βέβαια από το επίσημο site των εκδόσεων Cambia

Εικόνα: Εικαστική σύνθεση του Pablo Picasso (1913)