Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα black metal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα black metal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30/12/24

Απολογισμός των ακροάσεων του 2024: 10 LPs








Μετά από την παρουσίαση των 10 EPs και singles του 2024, περνάμε δίχως καθυστέρηση στα LPs:


(H εικόνα του κάθε εξωφύλλου αποτελεί link για το αντίστοιχο άλμπουμ)


10. Monoplay - Nine Lives

Ο πολυταξιδεμένος Ρώσος τραγουδοποιός βρίσκει μια αρκετά δική του μουσική γλώσσα, κάπου ανάμεσα στο downtempo και το microhouse, για να μας διηγηθεί  ιστορίες, οι οποίες διέπονται από την ίδια μελαγχολία, είτε αν (φανταζόμαστε πως) εξελίσσονται στις μεγαλουπόλεις  της καπιταλιστικής Δύσης, είτε σε εκείνες του μετασοβιετικού κόσμου.



09. Khirki - Κυκεώνας

Με αυτό το δεύτερο full -length τους, οι δικοί μας Khirki σερβίρουν ένα μοντέρνο, μελωδικό και γκρουβάτο metal, που εμπλουτίζεται με αναφορές στο κλασικό heavy rock, καθώς και με καίρια ανοίγματα στην ελληνική παραδοσιακή μουσική. Δίκαιη, λοιπόν, η μεγάλη τους επιτυχία. 




08. Starsiren - All Dust

Στο αφιέρωμα μας σε μερικές από τις πιο συναρπαστικές trip hop κυκλοφορίες του 2024, αναφερθήκαμε και στους Starsiren. Το ντουέτο από τη Georgia των ΗΠA κυκλοφόρησε ένα ντεμπούτο σκοτεινού ως και goth μα εξίσου soulful trip hop, που ακούγεται απνευστί. 




07. Common & Pete Rock - The Auditorium Vol. 1

Δύο βετεράνοι του καλού αμερικάνικου hip hop συνεργάζονται σε ένα άλμπουμ δυναμίτη: ο Common δίνει ένα εξίσου δυναμικό και μελωδικό ραπ ρεσιτάλ, θίγοντας σημαντικά κοινωνικά προβλήματα, ενώ ο Pete Rock δομεί μια παραγωγή γεμάτη τόσο τεχνική όσο και συναίσθημα. Παράλληλα, αμφότεροι οι συμμετέχοντες στηρίζονται αλλά και προάγουν σφαιρικά την αφροαμερικανική κουλτούρα. Αυτό το hip hop αγαπάμε. 


06. VA - Chill Pill Vol. VI

Το έκτο μέρος της συλλογής Chill Pill συγκεντρώνει tracks λιγότερο ή περισσότερο νέων εκπροσώπων του chill out και του Balearic, οι οποι@ ανεβάζουν τον πήχη σε ένα υπο-είδος που συχνά σχετίζεται με αδιάφορες συλλογές για κυριλέ beach bar και ξενοδοχεία, μπλέκοντας το με krautrock, ambient house, bass music και γενικώς την πιο απρόβλεπτη όψη της ηλεκτρονικής μουσικής. 


05. Viive - Sen J​ä​lkeen Kun

Η Riika Suutari και ο  Antti Niiranen από τη Φινλανδία, πολύ καλοί φίλοι μεταξύ τους, αποφάσισαν να μοιραστούν το μουσικό τους όραμα, με αποτέλεσμα ένα πραγματικά μαγευτικό πάντρεμα ανάμεσα στην χαμηλόφωνη τζαζ και στην ακουστική folk, το οποίο αποπνέει αλλόκοτο λυρισμό και ορεσίβια ελευθερία.  



04. Floating Points - Cascade

Ο κύριος Samuel Shepherd αποτελεί, για μένα, τον μπροστάρη της leftfield electronica σήμερα. Στο Cascade επανέρχεται στην dance, μαστορεύοντας ένα άλμπουμ εκρηκτικό, μα και γεμάτο με συγκίνηση, δείχνοντας παράλληλα τον σωστό δρόμο για το συγκαιρινό techno και house, το οποίο δεν λησμονεί γόνιμες επιρροές ακόμα και από το πιο μακρινό πειραματικό του παρελθόν. 


03. Conifère - L'Impôt du Sang

Αυτό το άλμπουμ το άκουσα φέτος περισσότερες φορές από κάθε άλλο, ανεξαρτήτως είδους, για αυτό και του αφιέρωσα ένα long-read. Έχουμε να κάνουμε με επικό, ατμοσφαιρικό και μελωδικό black metal πρώτης γραμμής, με κεφάτες (crust) punk ενέσεις, αλλά και υφέρποντα folk μπολιάσματα. Οι στίχοι ξετυλίγουν το νήμα ουσιαστικών προβληματισμών σχετικά με το ιστορικό παρελθόν. 


02. Gatt & Shoaib Kaminpour - Over The Oceans

Νιώθω ότι ο  Ιρανός κιθαρίστας και συνθέτης Shoaib Kaminpour έκανε αυτό το άλμπουμ δώρο προσωπικά σε μένα, ώστε να αντιμετωπίζω, έστω λίγο πιο ψύχραιμα, εκείνες τις στιγμές που ο φόβος και η αβεβαιότητα γυρνάνε δύσκολα σε προσδοκία και φως. Παράλληλα, το Over The Oceans είναι διαποτισμένο από τον ιστορικό πόνο του ιρανικού λαού. Σε μουσικό επίπεδο, το post-rock των Gy!be συνδυάζεται με το singing-songwriting, την avant-jazz καθώς και με τη μακρά ιρανική - περσική παράδοση. Ένα άλμπουμ πολύ κοντά στο αριστούργημα, το οποίο αποδεικνύει πως, όπως λέει και φίλος μας ο Σωκράτης, “το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή”. 


01. Procida Ritual Project - Misteri

Το συγκεκριμένο άλμπουμ αρχικά στήθηκε, ώστε να παρουσιαστούν, με κάποια μουσική επεξεργασία, field recordings τα οποία πραγματοποιήθηκαν το 2022 στο νησί της Procida, με θέμα αποκλειστικά τοπικά Καθολικά δρώμενα και έθιμα, που όμως διακρίνονται από μουσουλμανικές επιδράσεις και προχριστιανικές μνήμες. Στην ουσία όμως αυτό το πρωτογενές υλικό μεταβάλλεται σε ένα από τα κεντρικά νήματα που υφαίνουν το κορυφαίο αυτό άλμπουμ, στο οποίο η άποψη των Dead Can Dance για τις μουσικές του κόσμου συναντά το downtempo και το dub. Τελικά, το Misteri των Procida Ritual Project, το οποίο καθοδηγείται από τον μουσικό και παραγωγό Pier Paolo Porcari (μέλος των σπουδαίων Almamegretta), αποτελεί ένα μουσικό έργο πολιτισμικού και ανθρωπολογικού βάθους, παράλληλα όμως ακούγεται εύκολα, ξανά και ξανά. 


Στο πρώτο μέρος των best του 2024 έγραψα πως οι περισσότερες από τις μουσικές κυκλοφορίες που επιλέχτηκαν έχουν μια κοινωνικοπολιτική διάσταση, κάτι που ισχύει, αρκεί να αντιληφθούμε τον πολιτισμό/ την κουλτούρα ως ένα σύνολο ή ως ένα σύστημα, αν θέλετε, που αγκαλιάζει κάθε πλευρά της ανθρώπινης ζωής, από την υψηλή τέχνη ως την ποπ κουλτούρα και από την πολιτική ως τη μαγειρική. Κάτω από αυτή την οπτική, στις καλλιτεχνικές δράσεις, όπως είναι στην περίπτωση μας η μουσική, βράζουν δυνάμεις πολιτικής, νοοτροπίας και ιδεολογίας. 

Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε πως οι επιλεγμένες κυκλοφορίες διαπερνώνται από κάποια κοινά νήματα άρα, κατά κάποιο τρόπο, μπορούν να ομαδοποιηθούν: πρώτο νήμα η αναδιαπραγμάτευση του ιστορικού παρελθόντος και της εντόπιας/ εθνικής πολιτισμικής μνήμης, η εμπλοκή τους με τον μύθο και η σκιά τους στο σήμερα, δεύτερο νήμα η προβολή της διαπολιτισμικής επαφής ως ένα αδιαμφισβήτητα θετικό φαινόμενο και τρίτο νήμα η σημασία της συνεργασίας και κατ' επέκταση της συντροφικότητας. Και οι τρείς αυτές τάσεις κοντράρουν κυρίαρχες ιδεολογικές τάσεις των ημερών μας, ειδικότερα, την αίσθηση του διαρκούς παρόντος και τη λησμονιά του παρελθόντος, έπειτα τον σωβινισμό και τον ρατσισμό και τέλος, την αντίληψη της ατομικής επιτυχίας και του σκληρού ανταγωνισμού, αντίστοιχα.

Κάπως έτσι, η μουσική δημιουργία μα και ακρόαση συντελεί σε ένα καλύτερο αύριο. 


Η εικόνα αποτελεί έργο του Nikolai Lutohin

29/11/24

Conifére - L'Impôt du Sang: επαναστατικό, παθιασμένο και νοσταλγικό black metal από το Μόντρεαλ του Καναδά

Δεν είμαι βέβαιoς αν το L'Impôt du Sang των Conifére είναι το καλύτερο άλμπουμ της χρονιάς... αυτός όμως που μπορώ να δηλώσω με βεβαιότητα είναι πως πρόκειται για το πιο απολαυστικό άλμπουμ της χρονιάς. Μια δισκογραφική κατάθεση που έχω ακούσει πολλές φορές ήδη, περισσότερο από κάθε άλλη κυκλοφορία του 2024- ανεξαρτήτως είδους και ύφους- και συνεχίζω να ακούω με μεγάλη ευχαρίστηση. Κι αυτό επειδή το black metal συγκρότημα από το Μόντρεαλ του Καναδά παντρεύει αλλόκοτα και γοητευτικά τη μελωδία και την αγριότητα, την οργή και το πανηγύρι. 

Βέβαια, το άρθρο που ακολουθεί δεν έχει μονάχα διθυραμβικό, αλλά και κριτικό χαρακτήρα, καθώς το μουσικό ύφος, το  πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο οι Conifére κινούνται, καθώς και οι ευρύτερες επιρροές τους σχηματίζουν ένα υλικό ταμάμ για αισθητικό, αλλά και πολιτικοκοινωνικό σχολιασμο. Ας μπούμε, λοιπόν -όπως θα έλεγαν και οι φίλοι μας οι Emperor- στο μαγικό emperium των Conifére.

Πρώτα απ’ όλα, ο ιδιοσυγκρασιακός ήχος της μπάντας αξίζει την προσοχή μας: από τη μια πλευρά έχουμε ένα ενεργητικό, μελωδικό και επικό black metal, με μικρά μα ουσιαστικά ακουστικά διαλείμματα, ένας ήχος που χρωστά πολλά στην νορβηγική σκηνή των 90s, ειδικότερα στα folk, ψυχεδελικά και επικολυρικά πειράματα των πρώτων άλμπουμ των Enslaved και των In The Woods. Παράλληλα, όμως, διακρίνουμε και σαφείς επιρροές από τον ευρύτερο χώρο του punk, ακόμα και του hardcore, θα έλεγα κυρίως από neocrust μπάντες, όπως οι προ δεκαπενταετίας - εικοσαετίας θεμελιωτές της crust αναβίωσης Fall Of Efrafa. Ωστόσο, οι Conifére διαφοροποιούνται, καθώς ξεφεύγουν αφενός από αυτόν τον κραυγαλέο ηχητικό όγκο που κυριαρχεί σε ένα μεγάλο μέρος του ακραίου metal σήμερα, ακόμα και στις πιο underground πλευρές του και αφετέρου από την κατήφεια που διακατέχει το crust από τα γεννοφάσκια του. 

Δηλαδή, από τη μία πλευρά ο ήχος τους είναι πιο messy και fuzz-αριστός, με την απαραίτητη και διακριτική προσθήκη των πλήκτρων, στοιχεία βέβαια που παραπέμπουν στο λεγόμενο atmospheric black metal, αλλά από την άλλη πλευρά στηρίζεται σε έξυπνα και τσαμπουκαλεμένα riffs, που βγάζουν μια οργισμένη χαρά. Συνεπώς στο L'Impôt du Sang θα βρείτε μουσική που προκαλεί νοσταλγία αλλά και διάθεση για ένα σούπερ δυνατό live. Η παραγωγή του Patrick McDowall των Spectral Wound αναδεικνύει όλη αυτή την ηχητική ιδιαιτερότητα. Θεωρώ πως το δεύτερο τραγούδι του άλμπουμ, "Le Grand Ηyver", εμπεριέχει ισόποσα όλα τα παραπάνω στοιχεία˙ ειδικά το γύρισμα στo 3'.29'' από μια μυστικιστική απαγγελία βυθισμένη στο crustened black metal σε ένα παιχνιδιάρικο classic metal solo του Nakkabre, πάνω σε ένα κεφάτο d-beat παιγμένο από τους Garoth (drums) και Martyr (μπάσο) φτιάχνει ένα πραγματικό αριστούργημα. 

Η θεματολογία των αποκλειστικά γαλλικών στίχων στο L'Impôt du Sang μπλέκει την ιστορία με τον τον μύθο και τον συμβολισμό. Το άλμπουμ ξεκινά εκπληκτικά με την απαγγελία του ποιήματος “Liberté” του Πωλ Ελυάρ, από τον ίδιο τον ποιητή. Πρόκειται για ένα ποίημα που γράφτηκε το 1942 κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής της Γαλλίας και έχει επομένως έντονη αντιφασιστική και Αριστερή χροιά, ειδικά αν αναλογιστούμε την πολιτική ταυτότητα του ίδιου του δημιουργού του. Στα καπάκια ο τραγουδιστής Cauchemar ξεκινά τα ωραία του ουρλιαχτά, συνοδεία του απαραίτητου οργανικού ορυμαγδού. Μας τραγουδά για τον ανελέητο πόλεμο, για “τα αρπακτικά πουλιά που γλεντούν σε μια μαύρη γιορτή σάρκας” (“Régalent les rapaces d’un noir festin de chair”). Το “Le Grand Hyver” παρουσιάζει μια τραγική κατάσταση ένδειας, ακόμα και πείνας που φέρνει ο χειμώνας στους χωρικούς του Μεσαίωνα ή της πρώιμης νεωτερικότητας, ενώ το  “Décombres Fumants” είναι αφιερωμένο στους χριστιανούς κατακτητές των παγανιστικών κοινοτήτων της Ευρώπης και της Αμερικής, ίσως και του Καναδά ακόμα… 

Last but not least, στο δωδεκάλεπτο “Rêve de Nos Ancêtres” ξεδιπλώνεται μια λυρική εξιστόρηση της πορείας του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος παρουσιάζεται αντιφατικά: από τη μια γνήσιο τέκνο της Γαλλικής Επανάστασης και του απελευθερωμένο γαλλικού λαού, αλλά από την άλλη ένας ιμπεριαλιστής κατακτητής, ζωσμένος από κόλακες και δολοπλόκους, ένα “πολίτης τύραννος”: “Citoyen Tyran”. Μετά από ένα ψάξιμο στο διαδίκτυο αυτός ο οπωσδήποτε μειωτικός χαρακτηρισμός, παραφθορά του τίτλου “Le Roi Citoyen” (πολίτης βασιλιάς) διατυπώθηκε από τον δημοσιογράφο Eugène Desmares σε σατιρικό του βιβλίο του 1830 εναντίον του βασιλιά της Γαλλίας, Louis Philippe I, ως κριτική της τάσης του για απολυταρχισμό. Ο Louis Philippe I ανατράπηκε το 1848, στο πλαίσιο μεγάλων αντιμοναρχικών και δημοκρατικών επαναστατικών κινήσεων στη Γαλλία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Δεν γνωρίζω αν ο στιχουργός του γκρουπ, Cauchemar, έχει υπόψη του το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά -όπως και να ‘χει- η διακειμενική αναφορά είναι πολύ ενδιαφέρουσα. 

Συνεπώς, βλέπουμε ότι τα κοινωνικοπολιτικά και τελικά ιδεολογικά αποτυπώματα των Conifére, τουλάχιστον στο L'Impôt du Sang, φανερώνουν μια προοδευτική πορεία, με μια -γνήσια γαλλική- επαναστατική εστίαση στον λαό ως φορέα της εθνικής και κοινωνικής ελευθερίας, από τη Γαλλική Επανάσταση ως και τον φλογερό ποιητικό λόγο του Πωλ Ελυάρ. Ωστόσο, μια πιο ενδελεχή έρευνα των κινήσεων του γκρουπ, από τότε που σχηματίστηκαν ως και σήμερα, αποκαλύπτει μια πιο αντιφατική πορεία, που έχει προφανώς μια θετική πολιτικά κατάληξη. 

Το πρώτο άλμπουμ των Conifére ονομάζεται Noblesse D'Épée και κυκλοφόρησε το 2020. Πρώτα απ’ όλα, ας ομολογήσουμε ότι είναι μια δουλειά πολύ κατώτερη του L'Impôt du Sang: ατμοσφαιρικότατο ambient black metal μεν, που τείνει έντονα προς το dungeon synth, αλλά υστερεί τόσο σε συνθέσεις, όσο και σε παραγωγή, η οποία είναι τόσο επιτηδευμένα lo-fi, που καταντά κάπως απρόσεκτη. Επίσης, το Noblesse D'Épée κυκλοφόρησε στην καναδική δισκογραφική Corde Raide, η οποία έχει φιλοξενήσει και κάποιους ξεκάθαρα εθνικοσοσιαλιστές black metal καλλιτέχνες. Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα αν το γκρουπ είχε υπόψη του το ποιόν της συγκεκριμένης δισκογραφικής, αλλά στο διαδικτυακό μας κόσμο δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο... Παράλληλα όμως, αυτό το ασφυκτικό περιτριγύρισμα της μπάντας από έναν ακραία συντηρητικό πολιτικό κλοιό είναι ακόμα πιο σύνθετο. 

Όσες και όσοι ασχολούμαστε με το black metal ξέρουμε πολύ καλά πως δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος των καλλιτεχνών του ιδιώματος ανήκει στον συντηρητικό πολιτικό χώρο, από μια ήπια δεξιά κατεύθυνση ως και πλήρως συνειδητοποιημένες νεοναζιστικές θέσεις. Έτσι και στην ευρύτερη περιοχή του Κεμπέκ του Καναδά όπου ζουν και δραστηριοποιούνται οι Conifére (συγκεκριμένα τα μέλη της μπάντας ζουν στο Μόντρεαλ),  έχει αναπτυχθεί ένα ολόκληρο κύμα black metal μπαντών που εκφράζουν το γαλλοθρεμμένο αυτονομιστικό εθνικιστικό κινημα της περιοχης, το οποίο έχει τις ρίζες  στον 19ο αι., ενώ εδώ και πολλά χρόνια έχει στραφεί προς μια καθαρά συντηρητική και επικίνδυνα φυλετική κατεύθυνση. Οι φίλοι μας οι Conifére είναι αναμφίβολα επηρεασμένοι από αυτή την τάση, καθώς στον ήχο τους συναντάμε πολλές επιρροές από την μπάντα - σήμα κατατεθέν της, δηλαδή τους Forteresse, οι οποίοι παίζουν ένα επικό, δυναμικό και αγέρωχο atmospheric black metal και αφετέρου είδαμε ήδη πως έχουν μια εμμονή με τη γαλλική ιστορία και κουλτούρα. 

Όμως, στο L'Impôt du Sang, το συγκρότημα από το Μόντρεαλ κάνει μια ανεπαίσθητη αλλά παράλληλα ανεξίτηλη ιδεολογική στροφή, ενισχύοντας τις δημοκρατικές και (πολιτικά) φιλελεύθερες του τάσεις, χωρίς να απαρνείται τη γαλλική επίδραση. Αυτή η αλλαγή αντικατοπτρίζεται και στον ανανεωμένο, πλουσιότερο και σαφώς βελτιωμένο ήχο του πιο πρόσφατου δισκογραφικού του πονήματος. Παράλληλα, η βινυλιακή έκδοση του άλμπουμ τους κυκλοφορεί από τη δισκογραφική Phantom Lure, στο roaster της οποίας συμπεριλαμβάνονται Αμερικάνοι καλλιτέχνες, όπως οι Old Nick  και οι Bloody Keep, οι οποίοι έχουν πάρει ξεκάθαρα αντιφασιστική στάση. Τέλος, ο κιθαρίστας των Conifére, Nakkabre, κατά κόσμον Mathias Fortier, φαίνεται ένας ωραίος τύπος, tattoo artist και γραφίστας, με ευρύ μουσικό γούστο και, κυρίως, με διασυνδέσεις στον χώρο του αντιφασιστικού πανκ της καναδικής μεγαλούπολης. Συνυπολογίζοντας όλα αυτά, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε πως οι Conifére πλέον βαδίζουν δημοκρατικά, ακόμα περισσότερο διαμορφώνουν μια πιο προοδευτική οπτική για το metal noir quebecois, όπως ονομάζεται αυτή η εντόπια εκδοχή του μαύρου μετάλλου. 

Κατά τη διάρκεια του 2024, άκουσα black metal περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της πορείας μου ως ακροατής. Σίγουρα οι εσωτερικές και οι εξωτερικές εμπειρίες δημιουργούν κάθε φορά τις συνθήκες για την έφεση προς ένα συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα. Στο L'Impôt du Sang των Conifére βρήκα έναν φίλο που με παρέσερνε σε ένα ενδογενές (ή και κανονικότατο) headbanging, αλλά παράλληλα μου προσέφερε στοχασμό, νοσταλγία και ψυχοθεραπεία! Πιστεύω πως στις επόμενες της κυκλοφορίες η μπάντα θα κινηθεί ακόμα πιο συναρπαστικά σε μουσικό επίπεδο και ακόμα πιο προοδευτικά σε πολιτικό. 

22/5/24

Επιστρέφοντας στην Τριαρχία των Χαμένων Εραστών


Ένα long read αφιερωμένο στο κορυφαίο 

Triarchy of The Lost Lovers των Rotting Christ


Τελικά αυτό εδώ το blog (σε μια εποχή που έχει περάσει η μόδα της “μπλογκόσφαιρας”) παραμένει πεισματικά ένα ημερολόγιο των μουσικων μου ακροάσεων και ένα πεδίο διοχέτευσης της επιθυμίας να γράφω για μουσική, με έναν τρόπο που θεωρώ ωραίο και ενδιαφέροντα, ακόμα κι αν δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις για το κάθε είδος και ύφος που κατά καιρούς καταπιάνομαι. Αλλά, ακούμε, διαβάζουμε, γράφουμε και μαθαίνουμε. Σαφέστατο παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί το παρακάτω κείμενο, στο οποίο εξωτερικεύω την σχετικά πρόσφατη επιστροφή μου στον metal ήχο, μετά από πολλά χρόνια που ασχολούμουν μαζί του παροδικά και επιλεκτικά. Βέβαια, αυτή η επιλεκτική ενασχόληση συνεχίζεται, αλλά έχει γίνει πολύ πιο πυκνή το τελευταίο καιρό, εξαιτίας της εστίασής μου στο ιδίωμα του black metal. Αλλά, αυτά τα έχουμε πει ήδη

Κεντρικό θέμα αυτού του κειμένου αποτελεί το τρίτο κατά σειρά ολοκληρωμένο άλμπουμ των θρυλικών Ελλήνων black metallers Rotting Christ, το εξίσου περίφημο Triarchy of the Lost Lovers. Ένα άλμπουμ που άκουσα για πρώτη φορά πολύ πρόσφατα, στην ηλικία των 44 χρονών… Κάπως ετεροχρονισμένα, θα έλεγε κανείς, αφού το αναμενόμενο θα ήταν να το είχα ακούσει ήδη από τα 14-15. Αλλά, σε αυτή την ώριμη (;) και σίγουρα προχωρημένη για headbanging ηλικία, η τριαρχία των Rotting Christ μου έκλεψε τα ώτα, το νου και την καρδιά και μ’ έκανε να λατρέψω χωρίς περιστροφές ξανά τη metal μουσική. Έτσι, αποφάσισα να μοιραστώ τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου δημιούργησε αυτό το άλμπουμ.

Ας ξεκινήσουμε με τα γνωστά και μη εξαιρετέα: στο Triarchy of the Lost Lovers οι Rotting Christ, αποτελούμενοι τότε από τον Σάκη Τόλη (Necromayhem) στα φωνητικά και στις κιθάρες, τον Δημήτρη Πατσούρη (Mutilator) στο μπάσο και τον Θέμη Τόλη (Necrosauron) στα τύμπανα, παρουσιάζουν μια στροφή και συνάμα εξέλιξη στον ήχο τους, βαίνοντας σε έναν δρόμο που δίνει έμφαση στη μελωδία, στις midtempo ταχύτητες και σε μια επική μελαγχολία gothic κλίματος. Πράγματι, τα riff που ξεχύνονται στα εννιά τραγούδια του άλμπουμ είναι πρώτης γραμμής, μοιρασμένα ανάμεσα στη μελωδικότητα και την αγριότητα. Παράλληλα, οι αλλαγές των θεμάτων και των ρυθμών έχουν έναν κάπως πολύπλοκο χαρακτήρα, αλλά το σημαντικό είναι ότι πραγματοποιούνται με οργανικότητα. Προσέξτε, για παράδειγμα το πως στο τραγούδι "Shadows Follow", το μελωδικό και groovy μέρος, ξαφνικά μα και με μια φυσικότητα, δίνει τη θέση του σε ένα ταχύ και τραχύ “νορβηγικού” ύφους ξέσπασμα. Ο Σάκης Τόλης στην κιθάρα παίζει δυναμικά μα και αρκετά δεξιοτεχνικά, αλλά κυρίως λιτά, στοιχεία που χαρακτηρίζουν και το παίξιμο και του αδερφού του Θέμη στα ντραμς. Αυτή η κυρίαρχη αίσθηση λιτότητας φτάνει σε επίπεδα μιας έκφρασης απογυμνωμένης από περιττά στολίδια, ωμής, κάμποσο παρανοϊκής, μα και γεμάτης πάθος στο τραγούδισμα του Σάκη, το αναμφίβολα πιο black metal χαρακτηριστικό του άλμπουμ. Όλα αυτά τα συστατικά συγκεράζονται σε ένα αρμονικό σύνολο χάρη στην παραγωγή του Andy Classen, η οποία αναδεικνύει τόσο την ωμότητα - σκληρότητα, όσο και την ατμοσφαιρικότητα - μελωδικότητα του ήχου της μπάντας. 

Τα προαναφερθέντα πιο τεχνικά ή ξεκάθαρα μουσικά στοιχεία του Triarchy of the Lost Lovers πρωταρχικά υπηρετούν το μοναδικό κλίμα αυτού του άλμπουμ. Mέσα σε αυτή ακριβώς την ατμόσφαιρα ένιωσα να χάνομαι δίχως επιστροφή. 

Πρώτα απ’ όλα, ο τίτλος της όλης κυκλοφορίας ήταν, για τα δεδομένα της black metal σκηνής των 90s, παράδοξος: ενώ η κυρίαρχη νοοτροπία, ακόμα και των πιο πειραματικών κυκλοφοριών του ιδιώματος, θεμελιωνόταν πάνω στη μισανθρωπία, τη βία και τον σατανισμό, η ελληνική μπάντα με το προκλητικό όνομα κυκλοφορεί ένα άλμπουμ που στον τίτλο του φιγουράρει η φράση “χαμένοι εραστές”... Βεβαια, τόσο ο Jim Mutilator, σε μια συνέντευξη του ‘96, όσο και ο Σάκης Τόλης, στο guest που έκανε στο αφιέρωμα της τηλεοπτικής εκπομπής TV War για τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του άλμπουμ, επέμεναν ότι η “τριαρχία των χαμένων εραστών” είναι τα ίδια τα μέλη της μπάντας που κυνηγούσαν γενναία, όχι μόνο ένα καλλιτεχνικό όραμα, αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, ο οποίος αισθάνονταν ότι εκείνη την περίοδο ροκανιζόταν από το πέρασμα του metal ήχου στο mainstream. Ωστόσο, αυτός ο τίτλος εισβάλλει τόσο έντονα στο φαντασιακό μας, ειδικά αφού αναφέρεται και στους στίχους των τραγουδιών...

Οι στίχοι, λοιπόν, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο χτίσιμο αυτής της μοναδικής ατμόσφαιρας του Triarcy of the Lost Lovers και συντελούν πολύ στη λογοτεχνική και φιλοσοφική διάστασή του. Στιχουργός όλων των τραγουδιών είναι ο Jim Mutilator, ο οποίος στην προαναφερθείσα συνέντευξη λέει: “it is hard to give a description of our music: it is full of emotions, full of inner freedoms, full of mysticism and wise occultism.” Ακούγοντας αυτούς τους τόσο συναισθηματικούς και ελευθερόφρονες στίχους, μου δημιουργήθηκε η ιδέα πως το άλμπουμ είναι concept, καθώς χαρακτήρες -με τα τόσο αλλόκοτα τους ονόματα- επανεμφανίζονται στους στίχους διαφορετικών τραγουδιών, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν μικρές αφηγήσεις κάπου ανάμεσα στον αποκρυφισμό, το fantasy και την επιστημονική φαντασία. Οι επιρροές από συγγραφείς, όπως οι αγαπημένοι Tolkien και Lovecraft, αλλά και από την αρχαιοελληνική μυθολογία, αφομοιώνονται σε ένα ιδιαίτερο σύμπαν του Φανταστικού. 

Κάπως έτσι, βιώνοντας τα σκοτεινά παραμύθια του Triarchy of the Lost Lovers, φαντασιώθηκα πως μιλά για μια οικογένεια αλχημιστών ("Diastric Alchemy") και βασιλιάδων ("A Dynasty From Ice"). Ο Atheron, ο μάγος του οποίου το θνητό σώμα πεθαίνει και η αθάνατη ψυχή του ταξιδεύει, χωρίς όρια πια, στη θάλασσα ("The Opposite Bank") ίσως είναι ο πατέρας του άρχοντα (Archon) Emeron, του βασιλιά του αστρικού πολέμου ("King of A Stellar War").  Έπειτα, ο φτωχός και μαζί μαχητικός βασιλιάς Emeron αποχαιρέτησε, ως παιδί, τον νεκρό  αδερφό του, για να τον ξαναβρεί ένα πρωινό, όταν κι οι δυο θα μεταμορφωθούν σε “μάγους με ανθρώπινη λαλιά” ("Snowing Still"). Χρόνια μετά , θα ξεσηκώσει τους σκλάβους, ως ένας “αετός του κυνηγιού”, για να μπει στο πρώτο πεδίο της μάχης ("First Field of The Battle"). 

Οι στίχοι και η μουσική στο Triarchy διαπλέκονται σε ένα σύνολο ποίησης και στοχασμού, χωρίς όμως ποτέ να χάνεται η σκοτεινή black metal προοπτική. Φανταζόμαστε τις ιστορίες να εξελίσσονται σε τόπους γωνιώδεις και ασπρόμαυρους μα ποτισμένους ως τον πυρήνα τους με ανθρώπινες μνήμες και θνητά συναισθήματα. Οι  ήρωες των ιστοριών αυτών είναι λαμπροί ήρωες, “που ξεκινούν τη μοναρχία” ("King of A Stellar War"), αλλά ταυτόχρονα οδηγούν έναν στρατό από “τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους” ("The First Field of the Battle"), από “απόκοσμες ψυχές” (King of A Stellar War)  σε έναν “αβέβαιο πόλεμο” ("A Dynasty from the Ice"). Με λίγα λόγια, το μεγαλείο προκύπτει μέσα από τη στέρηση και τη δυσκολία. Οι Rotting Christ ακολουθούν μια διαφορετική πορεία τους από αυτή του παγωμένου και μισανθρωπικού νορβηγικού black metal, τραγουδώντας ιστορίες μιας δύσκολης και απέλπιδης αισιοδοξίας, μιας προσδοκίας ότι η δικαίωση θα έρθει στο τέλος, ότι μετά την πίκρα, τις σκιές και τον θάνατο υπάρχει φως και ζωή. 

Η δική τους εκδοχή του ιδιώματος, το λεγόμενο hellenic black metal κουβαλά ένα ισχυρό εντόπιο πολιτισμικό στοιχείο, μεσογειακό ή και, ειδικότερα, ελληνικό. Πρόκειται για μια νοοτροπία, η οποία, αν και κομβική ιστορικά και γεωγραφικά, συνήθως δεν είναι κοινωνικοπολιτικά κυρίαρχη στη χώρα μας, όπου “αξίες” όπως το φλεξάρισμα (ή η ποζεριά, όπως λέγαμε στα 90s), η ευκολία, ο νεοπλουτισμός και το πελατειακό σύστημα έχουν τον πρώτο λόγο. Για να το πούμε με μουσικούς όρους, αυτή η νοοτροπία σπανιότατα έχει γίνει mainstream, όμως εκφράζει ανθρώπους που αγωνίζονται, με δυσκολία κι ελπίδα. Άλλες φορές πετυχαίνουν, άλλες αποτυγχάνουν, έχουν όμως  διδαχθεί πολλά, τόσο από τις σταδιακές εναλλαγές των εποχών, όσο και από τα σκληρά τραύματα της ιστορίας. Αυτό το ανεπιτήδευτο πάντρεμα ανάμεσα στη βία και στη μελωδία, αλλά και η εμμονή σε αυτή τη μουντή επικότητα αναδεικνύουν αυτή την κοσμοαντίληψη. Ακόμα και η επιμονή του Σάκη και του Θέμη Τόλη, αλλά και του Δημήτρη Πατσούρη, να μην εμφανίζονται με corpsepaint, καρφιά και άλλα δαιμονικά στολίδια, πέρα από την προβολή μιας ευρύτερης metal άποψης, σχετίζεται και με μια τέτοια φιλοσοφία, μια φιλοσοφία που ως κυρίαρχο μότο έχει το "μηδένα προ του τέλους μακάριζε" ή, καλύτερα, “μηδένα προ του τέλους οίκτιρε”. Εύστοχα ο Σάκης, σε μια παλιά του συνέντευξη δήλωνε: “παίζουμε μεσογειακό black metal”. 

Κλείνοντας το αφιέρωμα σε αυτό το κορυφαίο άλμπουμ του black metal ιδιώματος (ένα μεγάλο “μπράβο” για όσ@ς αντέξατε ως εδώ), θα προσπαθήσω να απαντήσω στο πιο δύσκολο ερώτημα που μου προκλήθηκε, ακούγοντας το: ποιες μπάντες και ποιες κυκλοφορίες αποτέλεσαν τις βασικές επιρροές για τη σχηματοποίηση του ήχου στο Triarchy of Lost Lovers; Όπως έγινε κατανοητό, στο συγκεκριμένο άλμπουμ οι Rotting Christ έφτασαν σε ένα πολύ προσωπικό ύφος, ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανιχνευθούν οι επιρροές τους. Στο Triarchy, οι Rotting Christ έχουν εξελίξει τον ήχο τους, από το ακατέργαστο death - black των πρώτων EPs σε μια ολοένα πιο έντονη εκλέπτυνση σε επίπεδο σύνθεσης, ενορχήστρωσης και παραγωγής, χωρίς όμως να στρογγυλέψουν τις αιχμές τους, οδηγούμενοι, τελικά, σε μια εμβάθυνση στην ουσία του προσωπικού τους στιλ. Έτσι, διακρίνουμε στοιχεία ωμά και ακατέργαστα, τα οποία παραπέμπουν ακόμα και black metal των 80s, από  τους Hellhammer και τους Sarcófago ως και το δικό τους Satanas Tedeum (1989), αλλά και τόσο οικείες, παθιασμένες και πιασάρικες μελωδίες, που -δεν θα πω ψέματα- μου θύμισαν ακόμα και τους Iron Maiden. Τελικά,  αυτό το αλλόκοτο αμάλγαμα ανάμεσα στην αγριότητα, την ποίηση και τη γοητεία της παρακμής, που συναντάμε στο Triarchy, έχει κατορθωθεί πρωτύτερα στο αριστουργηματικό Into the Pandemonium των Celtic Frost, ένα άλμπουμ που οι Christ σίγουρα έχουν παντοτινό οδηγό. 

Παράλληλα, απαραίτητος παράγοντας για την κατανόηση του Triarchy αποτελεί η ένταξή του στο ευρύτερο πεδίο του "hellenic black metal", το οποίο έδινε ιδιαίτερο βάρος στη μελωδικότητα και στη μυστικιστική και ποιητική ατμόσφαιρα. Παράλληλα, θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ ουσιαστικά αποτελεί το τελικό κεφάλαιο της ακμής του ελληνικού black metal, λαμβάνοντας τη σκυτάλη της επικής και οργισμένης μελαγχολίας που αρθρώθηκε υπέροχα στο Walpurgisnacht των Varathron δύο χρόνια πριν. Επομένως, το τρίο των Ελλήνων metallers συγκροτεί μια πραγματική “τριαρχία χαμένων εραστών”, καθώς ορμώνται από τη δεκαετία του ‘80, για να φυτέψουν το ύστατο άνθος της πιο γνήσιας φάσης hellenic black metal, αλλά και να σημαδέψουν ανεξίτηλα την παγκόσμια extreme metal σκηνή του δεύτερου μισού των 90s. 

Η συμφωνία με τη γερμανική δισκογραφική Century Media και η ηχογράφηση του Triarchy of the Lost Lovers αποτέλεσε μια πραγματική περιπέτεια για το συγκρότημα, την οποία διηγείται γλαφυρά ο ίδιος ο Σάκης στην προαναφερθείσα εμφάνιση του στο TV War. Μετά από αυτό το άλμπουμ, οι  Rotting Christ προχωρήσανε δισκογραφικά και προόδευσαν περαιτέρω, διοχετεύοντας τη μεν gothic πλευρά τους στην αμέσως επόμενη δουλειά τους, A Dead Poem, ενώ το πιο επικό κλίμα αλλά και η επαφή με την ελληνική παράδοση, άνθισαν πλήρως στο Theogonia, δέκα χρόνια αργότερα. Ωστόσο, η τριαρχία των χαμένων εραστών θα μείνει στη μνήμη ακροατών σε όλο τον κόσμο ως ένα αριστούργημα του black metal και του metal ευρύτερα. Πλέον κι εγώ έγινα ένας από αυτούς τους ακροατές.

Το κείμενο αφιερώνεται στον γιο μου, τον αληθινό βασιλιά του αστρικού πολέμου. 

5/3/24

Γιατί black metal; Για το "αγγελικό και μαύρο φως"...


Θυμάμαι, όταν ήμουν έφηβος στο β' μισό των 90s και είχα μπει με τα μπούνια στον χώρο του prog metal, με μπάντες όπως οι Dream Theater, οι Fates Warning, οι Conception κλπ., το black metal επίσης ήταν πολύ διάσημο στους “μεταλλάδικους” κύκλους του Βόλου, αλλά εμείς, που αυτοπροσδιοριζόμασταν ως “προγκρεσιβάδες”, το αντιμετωπίζαμε ως απλοϊκό και επιφανειακό. Παράλληλα, τα διαβάσματα μου τότε, ο H. P. Lovecraft και ο κύκλος των weirdos του, αντί να με ωθεί στα σατανικά μαύρα μέταλλα, με απομάκρυνε, επειδή σκεφτόμουν ότι η ελιτίστικη και υπαινιχτική αντίληψή του για τον τρόμο και το δαιμονικό δεν ταίριαζε με το corpsepaint και το κάψιμο των εκκλησιών. Ωστόσο, από τότε κάτι απροσδιόριστο με έλκυε στο black metal, αλλά και κάτι με φόβιζε σε αυτό - τώρα μπορώ να το ομολογήσω δίχως δισταγμό: η εισχώρηση σε έναν κόσμο γοητευτικό μα πολύ σκοτεινό και βίαιο. 

Οι άνεμοι του χρόνου πέρασαν πάνω από εκείνα τα αραχνιασμένα και δοξασμένα εφηβικά έτη, ορμητικό, γάργαρο και πολυποίκιλο νερό μπήκε στο αυλάκι του μουσικού μου γούστου και άκουσα πολλά είδη και ύφη, χωρίς να κατορθώσω να γίνω ειδικός σε κανένα! Και να τώρα που, αφού έχω καβαλήσει (εδώ και 3-4 χρόνια) τα 40, οδεύοντας στο οικείο και στο άγνωστο μαζί, ξανακούω -βασικά, ακούω για πρώτη φορά πιο οργανωμένα- black metal! Από τότε που το 2024 μας καλωσόρισε, πιάνω τον εαυτό μου να απολαμβάνει black metal άλμπουμ, τόσο τα κλασικά του λεγόμενου “second wave”, όσο και πιο ύστερα, το βράδυ πριν κοιμηθώ στα ακουστικά, αλλά και το πρωί, αφού έχω πάει τον γιο μου στον παιδικό σταθμό, και πίνω ήσυχα τον καφέ μου στο σπίτι. Καταπιάνομαι με σατανιστές, εγκληματίες, σχιζοφρενείς ή, απλά, κομπλεξικούς -αυτά μέσα μου τα συγχωρώ και τα αποδέχομαι- αλλά και υπερεθνικιστές, των οποίων η τέχνη με κάνει να μπω αλλόκοτα στην αντίληψη του οπωσδήποτε αρρωστημένου σωβινισμού τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους Drudkh. Καθαρά φασιστικό (national socialist) black metal, βέβαια, δεν αντέχω. Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον συρφετό βρίσκω και μπάντες με τις οποίες συμπλέω πολιτικά, και κυρίως συνομιλώ με ανθρώπους που έχουν σημαδέψει τη σύγχρονη τέχνη της μουσικής, ανεξαρτήτως ειδολογικής κατεύθυνσης, όπως ο κύριος Kristoffer Rygg.

Γιατί, λοιπόν, black metal; Συζητώντας με τον κολλητό μου φίλο, κουμπάρο και… παλαιό μύστη του είδους, που τελευταία επίσης το έχει ξαναθυμηθεί, έφτασα στο συμπέρασμα πως το black metal με κάνει να νοσταλγώ τα εφηβικά και τα πρώτα νεανικά μου χρόνια, με έναν τρόπο συγκινητικό, μα και ειρωνικό, κοντολογίς δημιουργικό, με μια “reflective nostalgia”, όπως γράφει η θεά Svetlana Boym. Η μελαγχολία, η απαισιοδοξία, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, μα και το θαύμα της ύπαρξης μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα στη Μεσόγειο, τα μοναδικά βιώματα της παρέας των μικρών κι αιώνιων φίλων μα και οι μοναχικές στιγμές της μυθολογίας Κθούλου, του Έπους της Γαιοθάλασσας και των θρίλερ του Alfred Hitchcock. Ακούγοντας black metal αναστοχάζομαι όλα αυτά, ανακαλύπτω ξανά ποιος είμαι και προσπαθώ να δω προς τα που οδεύω, καταφάσκω σε αυτή την μαζί σκοτεινή και φωτεινή ζωή, στο “αγγελικό και μαύρο φως”, όπως έχει γράψει και ένας άλλος παχουλός, διοπτροφόρος και ιδιοφυής κύριος που σφράγισε τη νεότητά μου. 

8/12/20

Top-20 | 2020: #13. Hail Spirit Noir - Eden In Reverse (Agonia Records)


 Ξεκινώ αυτή την παρουσίαση με μία πιο προσωπική παρατήρηση: η αλήθεια είναι πως εδώ και χρόνια η σχέση μου με το metal είναι μικρή και ακούω κάποιες επιλεγμένες μπάντες κατ’ εξαίρεση. Μία σταθερή αξία αποτελούν οι Hail Spirit Noir. Μιλάμε για μια από τις πιο μουσικά ασυμβίβαστες μπάντες σήμερα, ανεξαρτήτως είδους. Σε κάθε άλμπουμ τους ξετυλίγεται μια νέα απρόσμενη περιπέτεια. Προφανώς ξεφεύγουν από τα στεγανά του black metal, αλλά δεν προδίδουν το πηχτό του σκοτάδι, επενδύοντας παράλληλα στην πειραματική του πλευρά. 

Στο τέταρτο κατά σειρά άλμπουμ τους, Eden In Reverse παρουσιάζουν ένα δαιμόνιο πάντρεμα ανάμεσα στο progressive metal και την πρώιμη ηλεκτρονική μουσική. Ως επιρροές σκέφτομαι κυρίως τους Arcturus και μερικώς τους Opeth. Όπως και να ‘χει όμως, οι Hail Spirit Noir συνδυάζουν με έναν πρωτότυπο τρόπο ένα εξίσου έντονα μελωδικό και επιθετικό prog metal με τους δρόμους που άνοιξαν πριν δεκαετίες κοσμικοί ταξιδευτές όπως ο Klaus Schulze, ο Jean Michel Jarre και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου.

Η τεχνική δεινότητα και η συνθετότητα δηλώνουν ισχυρό παρών, χωρίς όμως περιττή πολυπλοκότητα και επιδειξιομανία. Επίσης, μνείας αξίζει και η ισορροπημένη παραγωγή, με την 70s ηχητική άποψη. Το black metal στοιχείο ως μουσικό στιλ είναι αισθητά μειωμένο, αλλά η αίσθηση του κακού παραμένει κυρίαρχη, παίρνοντας μια βαθιά υπαρξιακή, συμπαντική διάσταση. Μια καλή γεύση του ύφους του άλμπουμ δίνουν τα εξαιρετικά Alien Lip Reading και Crossroads.

Ένα από τα κεντρικά στοιχεία του Eden In Reverse είναι το στιχουργικό του concept, το οποίο δένεται άρρηκτα με τη μουσική. Οι στίχοι είναι δύσκολοι, αλλά μάλλον έχουμε να κάνουμε με μια αλλόκοτη αφήγηση της βιολογικής και κοινωνικής εξέλιξης του ανθρώπου, η οποία προκαλεί όχι μόνο δημιουργία αλλά και καταστροφή. Στο First Ape On Earth ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως ένας “πρωτεύων (με τη βιολογική έννοια) Μεφιστοφελής” (a simian Mephistopheles). Οι  Hail Spirit Noir αξιοποιούν ελεύθερα και δημιουργικά επιστημονικούς, θρησκευτικούς και λογοτεχνικούς συμβολισμούς. 

Λίγοι καλλιτέχνες σήμερα μπορούν να φέρουν εις πέρας με επιτυχία ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα, προσφέροντας ένα μοναδικό μουσικό έργο επιστημονικής φαντασίας. 


7/2/20

2010-2019: 50 albums

Αυτά είναι τα 50 αγαπημένα μου άλμπουμ για τη δεκαετία 2010-2019 με -όσο είναι μπορετό- ιεραρχική σειρά, μετά από πρόσκληση του περιοδικού Lung. Η λίστα μου δημοσιεύτηκε, μαζί με τις ανάλογες λίστες των συναδέλφων συντακτών του περιοδικού, στο 6ο τεύχος που είναι αφιερωμένο στην παρελθούσα δεκαετία.

Στην λίστα συμπεριλήφθηκαν αποκλειστικά studio album ενός μόνο συγκροτήματος ή καλλιτέχνη, οπότε αποκλείστηκαν συλλογές, ηχογραφήσεις συναυλιών και συλλογικά soundtrack.

Σας αφήνω να διαβάσετε τη λίστα, χωρίς να επεκταθώ περαιτέρω γραπτά, καθώς λίαν συντόμως θα ακολουθήσει εξειδικευμένη και εκτενής αποτίμηση των συγκεκριμένων ετών.

Μπορείτε, βέβαια, να ακούσετε την Spotify playlist με 70 από τα tracks που θεωρώ πως σημάδεψαν  -τουλάχιστον τα δικά μου- 2010s (plus ένα τραγούδι, το τελευταίο, που έρχεται από τα παλιά, αλλά αυτό κι αν σημάδεψε τα ακούσματα μου για αυτή τη δεκαετία...).

01. Nicolas Jaar - Space Is Only Noise (2011)

02. Pacific Horizons - Pacific Horizons (2012)

03. Caribou - Odessa (2010)

04. Alfa Mist - Antiphon (2017)

05. Jamie xx - In Colors (2015)

06. Public Service Broadcasting - Inform - Educate - Entertain (2013)

07. Vakula - Voyage To Arcturus (2015)

08. Atlanter - Vidde (2013)

09. Bonobo - Black Sands (2010)

10. Eziak - No Place Land (2015)

11. Michael Kiwanuka - Kiwanuka (2019)

12. Bambi Davidson - Brunswick (2015)

13. Floating Points - Elaenia (2015)

14. Nicolas Jaar - Sirens (2016)

15. Four Tet - There Is Love In You (2010)

16. Rosalía - El Mar Querer (2018)

17. Trevor Something - Death Dream (2015)

18. 2814 - Birth Of A New Day (2015)

19. Dungen - Häxan (2016)

20. Mount Kimbie - Crooks & Lovers (2010)

21. Almunia - Pulsar (2013)

22. Goat - World Music (2012)

23. Daphni - Jiaolong (2012)

24. Galcher Lustwerk - 100% Galcher (2013)

25. Childish Gambino - "Awaken My Love!" (2016)

26. Bison - Travellers (2014)

27. Michael Kiwanuka - Love & Hate (2016)

28. Bandjo - Bandjo (2010)

29. Murmuüre - Murmuüre (2010)

30. The War On Drugs - Slave Ambient (2011)

31. David Datunashvili - Composure (2014)

32. Xylouris White - Goats (2014)

33. Xxyyxx - Xxyyxx (2012)

34. Mildlife - Phase (2018)

35. Oddisee - The Odd Tape (2016)

36. Ryan Francesconi And Mirabai Peart - Road To Palios (2012)

37. Black Midi - Schalgenheim (2019)

38. The Edison Electrics - Oneironautics (2012)

39.Woods - Love Is Love (2017)

40. Time Is A Mountain - Time Is A Mountain (2013)

41. Smith & Mudd - Gorthleck (2016)

42. Damian Marley, Nas - Distant Relatives (2010)

43. John Talabot - ƒIN (2012)

44. Radiohead - The King of Limbs (2011)

45. Bicep - Bicep (2017)

46. Stromae - Racine Carrée (2013)

47. Oktoberklubben - The Orust Tapes (2018)

48. Alda - Tahoma (2011)

49. Against All Logic - 2012-2017 (2018)

50. Daft Punk - Random Access Memories (2013)


Εικόνα: λεπτομέρεια από εξώφυλλο σοβιετικού avant-garde περιοδικού, με τίτλο Radio Front (1934).

27/12/16

Τα καλύτερα albums, EPs & singles του 2016

Τώρα που το 2016 κλείνει τον κύκλο του, συνειδητοποιώ ότι κατά τη διάρκεια αυτής της χρονιάς, η σχέση μου με τη μουσική εξελίχθηκε. Πρώτα απ’ όλα, έγινα πιο απαιτητικός ακροατής, δηλαδή πλέον κρίνω πιο αυστηρά, ειδικά τις νέες κυκλοφορίες. Μάλιστα, είμαι ακόμα πιο αυστηρός όταν ασχολούμαι με ένα άλμπουμ ενός αγαπημένου καλλιτέχνη ή ενός νεότερου που είναι πολλά υποσχόμενος. Στην ουσία,  κατάφερα να εμπιστεύομαι ακόμα περισσότερο τη δική μου αισθητική και άποψη, χωρίς να επηρεάζομαι καταλυτικά από τρίτους, είτε πρόκειται για ένα περιοδικό ή ιστοσελίδα, είτε ακόμα και για έναν φίλο. Εννοείται ότι η ανταλλαγή απόψεων και η αλληλεπίδραση ακόμα με συναρπάζει, αλλά η τελική σφραγίδα σε ό,τι ακούσω θα είναι προσωπική.
 

Με αυτή τη νοοτροπία επέλεξα και τη δεκάδα των καλύτερων άλμπουμ του 2016, η οποία συμπληρώνεται με δέκα EPs και singles. Όπως και την προηγούμενη χρονιά, έτσι και αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με μουσική φρέσκια, ενδιαφέρουσα, με ανόθευτη καλλιτεχνική κατεύθυνση. Ορίστε οι λίστες:

Albums


Trevor Something – The Soulless Computer Boy and the Eternal Render 
Kutiman – 6 AM 
Atlanter – Jewels of Crime 
Smith & Mudd – Gorthleck  
Nicolas Jaar – Sirens
Wilson Tanner – 69
Cantoma – Just Landed 
Mmoths – Luneworks 
Hail Spirit Noir – Mayhem In Blue 
Michael Kiwanuka – Love and Hate 
 
EPs – Singles


Fontän– Babylon 
Fontän– Polar Star 
Pumarosa – Pumarosa
Lena Platonos – Red Axes Remixes
Mihalis Rakintzis – I Don’t Believe
Ross From Friends – You’ll Understand
Palms Trax – High Point on Low Ground 

White Elephant – The Old Euphonium 
Islandman – Agit 
Zmatsutsi – Mogadishu




Στην πρώτη θέση των albums συναντάμε τον Trevor Something και το τρίτο του full-length με τον εκκεντρικό τίτλο The Soulless Computer Boy and the Eternal Render. O Trevor Something είναι ένας μυστήριος τύπος από το Μαϊάμι που εμφανίζεται με κουκούλα και αποκρύπτει το πραγματικό του όνομα. Η μουσική του εντάσσεται στο κίνημα του retrowave, μία νοσταλγική και ταυτόχρονα μοντέρνα αναβίωση του 80s electropop- φανταστείτε μια πιο εξωστρεφή εκδοχή του chillwave. Ο Trevor μέσω απατηλά απλών ποπ συνθέσεων ασκεί κριτική στη σχέση ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς με την τεχνολογία, άλλες φορές με σαρκασμό και κάποιες άλλες με λυρισμό. Αλλά, όσο το άλμπουμ προχωρά, η κριτική διάθεση δίνει τη θέση της σε πιο αιθέρια κλίματα και μεταφυσικές αναζητήσεις. Ένα καταπληκτικό άλμπουμ.


Στη δεύτερη θέση των LPs, ο Ισραηλινός Kutiman, με το  6AM προσφέρει απλόχερα ευχαρίστηση στους ακροατές της downtempo και της nu funk . Τα θεμέλια γερά ριζωμένα στους Thievery Corporation, τον Bonobo και τον Quantic, τα οποία όμως ο Kutiman εμπλουτίζει με το πάντα οξύ καρύκευμα του ψυχεδελικού ροκ των 60s. Για παράδειγμα το τραγούδι Shine Again με την επαναλαμβανόμενη τριπαρισμένη μελωδία, τον αργό και μετρημένα επικό τόνο και  τον έντονο συναισθηματισμό του μπορεί να αρέσει πολύ τόσο έναν τριαντάρη, όσο και έναν εξηντάρη.


Για το Jewels of Crime των Atlanter τα έχω γράψει αναλυτικά στην κριτική για λογαριασμό του Progrocks.gr. Απλά εδώ να τονίσω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα από τα καλύτερα νέα συγκροτήματα στο indie/ alternative rock. Οι ακροατές που ψάχνουν κάτι διαφορετικό ας προσέλθουν…



Στη θέση νο4 επέλεξα το τρίτο άλμπουμ των Smith & Mudd, Gorthleck. Αντίθετα με τις δύο προηγούμενες δουλειές τους, στο τρίτο τους full-length ο παραγωγός και κιμπορντίστας Paul Murphy (Mudd) και ο κιθαρίστας Benjamin Smith δεν συνθέτουν το soundtrack για μια καλοκαιρινή παραλία, αλλά για ένα μειλίχιο φθινοπωρινό τοπίο του Βορρά. Άλλωστε το Gorthleck είναι μια μικρή πόλη της Σκωτίας. Οι δύο συνεργάτες και φίλοι, μέσα από τον γνώριμο downtempo balearic ήχο τους, φιλτράρουν αριστοτεχνικά jazz, blues, post rock και ψυχεδέλεια.



Όσο για το Sirens του νεαρού αλλά ιδιοφυούς Nicolas Jaar δεν έχω να γράψω ακόμα κάτι με βεβαιότητα. Το σίγουρο είναι πως  η πρότασή του με ενθουσίασε και βρήκα την τέχνη του πολύ προχωρημένη. Ωστόσο, αυτός ο γεμάτος εσωστρέφεια ιστός από προσωπικές μνήμες και πολιτικοκοινωνικούς υπαινιγμούς, αυτές οι πλούσιες σε αναφορές συνθέσεις – από Can και Neu! ως Suicide- χρειάζονται ακόμα πολλές ακροάσεις για να χαρτογραφηθούν πλήρως.



Στην έκτη θέση της λίστας βρίσκεται το ambient άλμπουμ 69 των John Tanner και Andrew Wilson. Και για αυτή τη δουλειά έχω γράψει κάποια πράγματα εδώ, οπότε απλά να συμπληρώσω ότι οι Wilson Tanner μπαίνουν στην άτυπη ομάδα των καλλιτεχνών, οι οποίοι κάθε χρόνο μας δίνουν καλοκαιρινά ambient κομψοτεχνήματα. To 2014 ήταν ο Gigi Masin με τους Tempelhof, το 2015 οι Gaussian Curve και φέτος το ντουέτο από την Αυστραλία.


Στο ίδιο κείμενο, σχετικά με το balearic revival μέσα στο 2016, είχα παρουσιάσει και το Just Landed του Cantoma. Ένα άλμπουμ που επαναφέρει την ποιότητα στο chill out. Προτείνω να το απολαύσετε δίπλα στη θάλασσα, ένα καλοκαιριάτικο δειλινό.



Αν οι Wilson Tanner έχουν αφιερωθεί ηλιόλουστες ambient ατμόσφαιρες, ο Mmoths, κατά κόσμον Jack Korelan εξ Ιρλανδίας ορμώμενος, με το ντεμπούτο του Luneworks μας προσκαλεί σε ένα σκοτεινό ταξίδι, συνδυάζοντας ρετρό synths, εύθραυστες μελωδίες και ένα drone βάρος που φέρνει στο νου ακόμα και Tim Hecker. 


Κοιτάζοντας το άλμπουμ στη θέση 9, είμαι σίγουρος ότι θα αναρωτηθείτε πως και επέλεξα ένα black metal άλμπουμ στη δεκάδα. Κι όμως το Mayhem in Blue των δικών μας Hail Spirit Noir αποτελεί  μία συναρπαστική δουλειά που φέρνει κοντά τρείς διαφορετικούς κόσμους: το avant-garde metal  των Arcturus, τον αναλογικό ζεστό ήχο του παλιού καλού progressive rock των 60s-70s και vintage soundtrack ταινιών τρόμου. Ακούστε το Lost In Satan’s Charms:




Κλείνουμε τη λίστα των LPs με το Love and Hate του Michael Kiwanuka. Ένα μεστό εξομολογητικό άλμπουμ που ανακαλεί στην μνήμη τις καλύτερες στιγμές της χρυσής εποχής των soul  τραγουδοποιών, όπως ο  Bill Withers και ο Terry Callier. Αν ο φίλος μας ο Michael δεν επέμενε τόσο στο παρελθόν, αλλά και στη μορφή της μπαλάντας, το Love and Hate θα έπαιζε πιο ψηλά στη λίστα.




 
Περνώντας στα EPs, βλέπουμε ότι τις δύο πρώτες θέσεις καταλαμβάνουν οι Σουηδοί Fontän. H παρουσίαση των κορυφαίων Babylon και Polar Star στο Progrocks.gr ελπίζω να σας πείσει… 




 

Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες θέσεις της λίστας καλύπτονται από δουλειές προερχόμενες από τον ευρύτερο χώρο της dance electronica, κάτι λογικό καθώς  παραγωγοί και DJs πάντα προτιμούσαν το συγκεκριμένο format. Ως πιο ξεκάθαρα dance δουλειές, ξεχώρισα το You’ll Understand του Ross From Friends και το High Point on Low Ground του Palms Trax. Εξαιρετικοί καλλιτέχνες και οι δύο, αν και στην ουσία εδώ εμφανίζονται ως αντιπρόσωποι μιας ολόκληρης underground σκηνής που με όπλα τον πειραματικό, lo-fi ήχο και  την DIY άποψη ανανεώνει όλο το φάσμα του techno και του house, είδη που έχουν βασανιστεί από την εμπορικότητα και το κακό γούστο. 


Βέβαια και οι Red Axes κουβαλάν μία παρόμοια άποψη για τον ήχο, καθώς και μία κοντινή αισθητική με τους προαναφερθέντες, σύμφωνα με τις οποίες ρεμίξαραν κάποια κλασικά τραγούδια της Λένας Πλάτωνος σε acid house κατεύθυνση. Τολμηρή κίνηση η οποία όμως κατά τη γνώμη μου στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία.




Το nu balearic, ένα στιλ που κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε-έξι ετών παρακολουθώ με αμείωτο ενδιαφέρον, στη λίστα αντιπροσωπεύεται με το EPs των White Elephant, Islandman και Zmatsutsi. καλλιτέχνες οι οποίοι καταφέρνουν να εκμηδενίσουν τις συνήθως μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα σε cosmic disco, deep house, world music και psychedelic folk. Αλλά, τελικά η πιο δυνατή βαλεαρική κυκλοφορία της χρονιάς  έρχεται από την ελληνική δισκογραφική Isigude των φίλων Γιάννη Τζώντζο και Kassetta Rec.. Με το υπέροχο remix του Zac στο Δεν Πιστεύω της Ελένης Δήμου, σε μουσική και στίχους Μιχάλη Ρακιντζή, μπορούμε πλέον να μιλάμε  για Aegean beat.


Ωστόσο, για την τρίτη θέση της λίστας των EPs και των singles επέλεξα ένα νέο και λίγο γνωστό indie rock συγκρότημα, το οποίο ανακάλυψα στις αρχές του 2016. Ονομάζονται Pumarosa και μας έρχονται από το Λονδίνο . Η ταυτόχρονα δυναμική και ευαίσθητη μουσική τους πρόταση βασίζεται σε shoegaze κιθάρες, ένα δυνατό dance-punk rhythm section και τη μαγευτική φωνή της Isabel Munoz-Newsome. Οι απανταχού fans του indie rock νομίζω πως βρήκαν μία νέα πολύ ελπιδοφόρα μπάντα.



Αυτές είναι οι προτάσεις της μουσικής του 2016 από το blog Music on Air και τη ραδιοφωνική Εκπομπή που ψάχνει  τίτλο – η οποία παρεμπιπτόντως με τη νέα χρονιά κάπως θα επιστρέψει στον Nova Fm 106 της Μαγνησίας. Επιλογικά, να σημειώσω ότι η σχέση μου με τη μουσική κατά τη διάρκεια αυτού του έτους, δεν έγινε μονάχα πιο βαθιά και προσωπική, αλλά και εξελίχθηκε και σε ένα άλλο επίπεδο: συνειδητοποίησα ακόμα περισσότερο την αναγκαιότητα της καλής μουσικής σε έναν κόσμο που - η αλήθεια να λέγεται- γίνεται ολοένα πιο μπερδεμένος και δύσκολος. Η μουσική, όπως και η τέχνη ευρύτερα, αποτελεί μία πυξίδα προς την ειλικρινή, θετική και ανεξάρτητη σκέψη, τελικά προς την ανθρωπιά μας.


Καλή χρονιά!