Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα philosophy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα philosophy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/12/25

Η μουσική στο 2025: ένας άνεμος δημιουργίας κόντρα στη βία, στον ρατσισμό και στον αυταρχισμό

Τί να πούμε για αυτό το έτος, το 2025; Η μουσική, όπως και κάθε τέχνη, μπλέχτηκε μέσα στο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό του γίγνεσθαι, εμπλουτίζοντας την εποχή μας, αλλά και ευτυχώς κοντράροντας τις ηγεμονικές της κατευθύνσεις.

Και ποιες ήταν αυτές οι κατευθύνσεις; Διαβάζοντας το αξιόλογο μα και σίγουρα απαισιόδοξο άρθρο του Νικόλα Σεβαστάκη για τον απολογισμό της χρονιάς, τις βλέπεις να ξεδιπλώνονται μπροστά σου: πόλεμος και βία, αυταρχισμός και ρατσισμός, κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Παγκόσμιο ναδίρ η γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού στη Γάζα. Αλλά και στη χώρα μας, μια αίσθηση αλαζονείας που μένει ατιμώρητη κυριαρχεί: υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν εγκαταλείπω τη θεμελιώδη ιδέα ότι η ανθρωπότητα, όσο προχωρά, καλυτερεύει, αλλά τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει πέσει σε μια επικίνδυνη σπείρα.

Ο Χέρμπερτ Μαρκούζε σε ομιλία του στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 1967, έλεγε: 

Όλες οι υλικές και διανοητικές δυνάμεις, που μπορούν να δραστηριοποιηθούν για την πραγμάτωση μιας ελεύθερης κοινωνίας, είναι εδώ, παρούσες. Το γεγονός, ότι δεν δραστηριοποιούνται, οφείλεται στην ολοκληρωτική επιστράτευση της κατεστημένης κοινωνίας εναντίον των ίδιων της των απελευθερωτικών δυνατοτήτων. 

Κοντά 60 χρόνια μετά, οι σκέψεις του Γερμανού στοχαστή ισχύουν περισσότερο παρά ποτέ. Οι τεχνολογικές εξελίξεις, ακόμα και η τόσο αμφιλεγόμενη ΑΙ με την αλματώδη ανάπτυξη, ειδικά μέσα στο 2025, θα μπορούσαν να πάρουν έναν δρόμο προς την απελευθέρωση, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία. Ωστόσο, η “κατεστημένη κοινωνία”, η ηγεμονική ιδεολογία, η οποία συγκροτείται από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ, κατά βάση απομακρύνει, όχι μόνο την τεχνολογία, αλλά και το σύνολο της κοινωνίας από αυτόν τον δρόμο.

Βέβαια, σε ολόκληρο τον κόσμο κινούνται άτομα και συλλογικότητες που κοντράρουν τις παραπάνω κατεστημένες ιδεολογικές κατευθύνσεις. Έτσι και ένα μεγάλο μέρος της τέχνης και συνεπώς η μουσική, ειδικά στις πιο εναλλακτικές (alternative), ανεξάρτητες (indie) και υπόγειες (underground) εκφράσεις της, αξιοποιεί τη δύναμη της ώστε να αρθρώσει κριτική στον ηγεμονικό λόγο, αλλά και να προσφέρει, έστω σε ένα αισθητικό και δημιουργικό επίπεδο, διεξόδους συνεργασίας, διαπολιτισμικότητας, δράσης “από τα κάτω” και δημοκρατικότητας. Όπως τραγουδάνε και οι Arsenal στο "Barbara", από το άλμπουμ τους Okan Okunkun, που επέλεξα ως νο1 για το 2025: 

This man is pulling me down,

I wanna jump, I can hear the sounds

Clap you hands and give me love.

Η μουσική μας δίνει τη μαγιά για έναν καλύτερο κόσμο, είναι στο χέρι μας να την αξιοποιήσουμε για μια καλύτερη προσωπική και δημόσια ζωή. 

Θα κλείσω αυτό το κείμενο με ένα τραγούδι εκτός των 20 άλμπουμ που παρουσιάστηκαν σε αυτό το blog, ίσως το καλύτερο τραγούδι του έτους, ένα instant classic: Lady Blackbird vs. Crooked Man - Purify



Ακολουθούν τα 20 άλμπουμ του 2025 που μου άρεσαν σε μια, όσο είναι δυνατό, ιεραρχική σειρά. Η βαθύτερη και πιο διαχρονική αξία των άλμπουμ αυτών θα φανεί στο πέρασμα του χρόνου. Ο  Βαλάντης Τερζόπουλος στο άρθρο για το δικό του top-20 γράφει: "είναι, απλώς, το αποτύπωμα μιας χρονιάς όπως πραγματικά την βίωσα σε πραγματικό χρόνο." Φυσικά, συμφωνώ μαζί του. 

Τσεκάρετε, παράλληλα, και τις δύο λίστες Music is my fuel πρώτη και η δεύτερη), με tracks του έτους.

01. Arsenal - Okan Okunkun 

02. Ptaki Polski - Ptaki Polski 

03. Birdsnake - Biofilter 

04. The South Hill Experiment - Earthbreaks 

05. Zeitgeist Freedom Energy Exchange - Inspire /// Radicalise

06. Gates of Dawn - III 

07. Pig&Dan - Journey Within 

08. Floating Points - Lazarus Soundtrack

09. Humble B Flat - Blessings Of The Sun 

10. Sewell and the Gong - Patron Saint Of Elsewhere

11. Zangoma - Faka Mulilo

12. Chaos in the CBD - A Deeper Life

13. King Garcia - Hamelin 

14. Madrid De Los Austrias - Tercero 

15. Sunbörn Meets Clap! Clap! - Earth Is Begging 

16. ANAN - Room 

17. Liberato - III 

18. Sandwell District - End Beginnings

19. Eric Hilton - Midnight Ragas

20. Emancipator & Lapa - Stories Of The Melting Sun


16/12/25

20 άλμπουμ για το 2025 | #07. Pig&Dan - Journey Within (Café del Mar Music)

Οι Ισπανοί Pig&Dan (Dan Duncan και Igor Tchkotoua), αν και έγιναν γνωστοί από τις house παραγωγές τους, τα τελευταία χρόνια ακολουθούν πιο χαμηλόφωνα μονοπάτια. Έτσι και σε αυτό τους το άλμπουμ παρουσιάζουν ένα ταξίδι προς τα ψυχικά, αλλά και ιδεολογικά μας εσώτερα. Δηλαδη προτάσσουν μια ολόκληρη κοσμοαντίληψη με κεντρικές αξίες αυτές της αλληλεγγύης (“Can’t do it my own”), της παράδοσης στο θαύμα της ζωής (“Let it slide”), της εσωτερικής αυτονομίας (“Freedom is a state of mind”), της αποστροφής προς την κερδοσκοπία (“Hold the money”), της υπεράσπισης της ταυτότητάς μας (“Ready de fem”). Αυτές οι ιδέες αποτελούν τον πυρήνα ενός φουλ λιτού μα υπογείως δυναμικού, ως και οργισμένου παλιομοδίτικου dubby trip hop/ downtempo, το οποίο στηρίζεται σε γειωμένα beats, γερές μπασογραμμές, ατμοσφαιρικά ambient synths και μαύρες φωνές, από το soul ως τη reggae. 

Tελικά το Journey Within αποτελεί ένα trip hop μανιφέστο. 



Κλικάροντας την εικόνα του εξωφύλλου, ακούτε ολόκληρο το άλμπουμ.

22/5/24

Επιστρέφοντας στην Τριαρχία των Χαμένων Εραστών


Ένα long read αφιερωμένο στο κορυφαίο 

Triarchy of The Lost Lovers των Rotting Christ


Τελικά αυτό εδώ το blog (σε μια εποχή που έχει περάσει η μόδα της “μπλογκόσφαιρας”) παραμένει πεισματικά ένα ημερολόγιο των μουσικων μου ακροάσεων και ένα πεδίο διοχέτευσης της επιθυμίας να γράφω για μουσική, με έναν τρόπο που θεωρώ ωραίο και ενδιαφέροντα, ακόμα κι αν δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις για το κάθε είδος και ύφος που κατά καιρούς καταπιάνομαι. Αλλά, ακούμε, διαβάζουμε, γράφουμε και μαθαίνουμε. Σαφέστατο παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί το παρακάτω κείμενο, στο οποίο εξωτερικεύω την σχετικά πρόσφατη επιστροφή μου στον metal ήχο, μετά από πολλά χρόνια που ασχολούμουν μαζί του παροδικά και επιλεκτικά. Βέβαια, αυτή η επιλεκτική ενασχόληση συνεχίζεται, αλλά έχει γίνει πολύ πιο πυκνή το τελευταίο καιρό, εξαιτίας της εστίασής μου στο ιδίωμα του black metal. Αλλά, αυτά τα έχουμε πει ήδη

Κεντρικό θέμα αυτού του κειμένου αποτελεί το τρίτο κατά σειρά ολοκληρωμένο άλμπουμ των θρυλικών Ελλήνων black metallers Rotting Christ, το εξίσου περίφημο Triarchy of the Lost Lovers. Ένα άλμπουμ που άκουσα για πρώτη φορά πολύ πρόσφατα, στην ηλικία των 44 χρονών… Κάπως ετεροχρονισμένα, θα έλεγε κανείς, αφού το αναμενόμενο θα ήταν να το είχα ακούσει ήδη από τα 14-15. Αλλά, σε αυτή την ώριμη (;) και σίγουρα προχωρημένη για headbanging ηλικία, η τριαρχία των Rotting Christ μου έκλεψε τα ώτα, το νου και την καρδιά και μ’ έκανε να λατρέψω χωρίς περιστροφές ξανά τη metal μουσική. Έτσι, αποφάσισα να μοιραστώ τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου δημιούργησε αυτό το άλμπουμ.

Ας ξεκινήσουμε με τα γνωστά και μη εξαιρετέα: στο Triarchy of the Lost Lovers οι Rotting Christ, αποτελούμενοι τότε από τον Σάκη Τόλη (Necromayhem) στα φωνητικά και στις κιθάρες, τον Δημήτρη Πατσούρη (Mutilator) στο μπάσο και τον Θέμη Τόλη (Necrosauron) στα τύμπανα, παρουσιάζουν μια στροφή και συνάμα εξέλιξη στον ήχο τους, βαίνοντας σε έναν δρόμο που δίνει έμφαση στη μελωδία, στις midtempo ταχύτητες και σε μια επική μελαγχολία gothic κλίματος. Πράγματι, τα riff που ξεχύνονται στα εννιά τραγούδια του άλμπουμ είναι πρώτης γραμμής, μοιρασμένα ανάμεσα στη μελωδικότητα και την αγριότητα. Παράλληλα, οι αλλαγές των θεμάτων και των ρυθμών έχουν έναν κάπως πολύπλοκο χαρακτήρα, αλλά το σημαντικό είναι ότι πραγματοποιούνται με οργανικότητα. Προσέξτε, για παράδειγμα το πως στο τραγούδι "Shadows Follow", το μελωδικό και groovy μέρος, ξαφνικά μα και με μια φυσικότητα, δίνει τη θέση του σε ένα ταχύ και τραχύ “νορβηγικού” ύφους ξέσπασμα. Ο Σάκης Τόλης στην κιθάρα παίζει δυναμικά μα και αρκετά δεξιοτεχνικά, αλλά κυρίως λιτά, στοιχεία που χαρακτηρίζουν και το παίξιμο και του αδερφού του Θέμη στα ντραμς. Αυτή η κυρίαρχη αίσθηση λιτότητας φτάνει σε επίπεδα μιας έκφρασης απογυμνωμένης από περιττά στολίδια, ωμής, κάμποσο παρανοϊκής, μα και γεμάτης πάθος στο τραγούδισμα του Σάκη, το αναμφίβολα πιο black metal χαρακτηριστικό του άλμπουμ. Όλα αυτά τα συστατικά συγκεράζονται σε ένα αρμονικό σύνολο χάρη στην παραγωγή του Andy Classen, η οποία αναδεικνύει τόσο την ωμότητα - σκληρότητα, όσο και την ατμοσφαιρικότητα - μελωδικότητα του ήχου της μπάντας. 

Τα προαναφερθέντα πιο τεχνικά ή ξεκάθαρα μουσικά στοιχεία του Triarchy of the Lost Lovers πρωταρχικά υπηρετούν το μοναδικό κλίμα αυτού του άλμπουμ. Mέσα σε αυτή ακριβώς την ατμόσφαιρα ένιωσα να χάνομαι δίχως επιστροφή. 

Πρώτα απ’ όλα, ο τίτλος της όλης κυκλοφορίας ήταν, για τα δεδομένα της black metal σκηνής των 90s, παράδοξος: ενώ η κυρίαρχη νοοτροπία, ακόμα και των πιο πειραματικών κυκλοφοριών του ιδιώματος, θεμελιωνόταν πάνω στη μισανθρωπία, τη βία και τον σατανισμό, η ελληνική μπάντα με το προκλητικό όνομα κυκλοφορεί ένα άλμπουμ που στον τίτλο του φιγουράρει η φράση “χαμένοι εραστές”... Βεβαια, τόσο ο Jim Mutilator, σε μια συνέντευξη του ‘96, όσο και ο Σάκης Τόλης, στο guest που έκανε στο αφιέρωμα της τηλεοπτικής εκπομπής TV War για τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του άλμπουμ, επέμεναν ότι η “τριαρχία των χαμένων εραστών” είναι τα ίδια τα μέλη της μπάντας που κυνηγούσαν γενναία, όχι μόνο ένα καλλιτεχνικό όραμα, αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, ο οποίος αισθάνονταν ότι εκείνη την περίοδο ροκανιζόταν από το πέρασμα του metal ήχου στο mainstream. Ωστόσο, αυτός ο τίτλος εισβάλλει τόσο έντονα στο φαντασιακό μας, ειδικά αφού αναφέρεται και στους στίχους των τραγουδιών...

Οι στίχοι, λοιπόν, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο χτίσιμο αυτής της μοναδικής ατμόσφαιρας του Triarcy of the Lost Lovers και συντελούν πολύ στη λογοτεχνική και φιλοσοφική διάστασή του. Στιχουργός όλων των τραγουδιών είναι ο Jim Mutilator, ο οποίος στην προαναφερθείσα συνέντευξη λέει: “it is hard to give a description of our music: it is full of emotions, full of inner freedoms, full of mysticism and wise occultism.” Ακούγοντας αυτούς τους τόσο συναισθηματικούς και ελευθερόφρονες στίχους, μου δημιουργήθηκε η ιδέα πως το άλμπουμ είναι concept, καθώς χαρακτήρες -με τα τόσο αλλόκοτα τους ονόματα- επανεμφανίζονται στους στίχους διαφορετικών τραγουδιών, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν μικρές αφηγήσεις κάπου ανάμεσα στον αποκρυφισμό, το fantasy και την επιστημονική φαντασία. Οι επιρροές από συγγραφείς, όπως οι αγαπημένοι Tolkien και Lovecraft, αλλά και από την αρχαιοελληνική μυθολογία, αφομοιώνονται σε ένα ιδιαίτερο σύμπαν του Φανταστικού. 

Κάπως έτσι, βιώνοντας τα σκοτεινά παραμύθια του Triarchy of the Lost Lovers, φαντασιώθηκα πως μιλά για μια οικογένεια αλχημιστών ("Diastric Alchemy") και βασιλιάδων ("A Dynasty From Ice"). Ο Atheron, ο μάγος του οποίου το θνητό σώμα πεθαίνει και η αθάνατη ψυχή του ταξιδεύει, χωρίς όρια πια, στη θάλασσα ("The Opposite Bank") ίσως είναι ο πατέρας του άρχοντα (Archon) Emeron, του βασιλιά του αστρικού πολέμου ("King of A Stellar War").  Έπειτα, ο φτωχός και μαζί μαχητικός βασιλιάς Emeron αποχαιρέτησε, ως παιδί, τον νεκρό  αδερφό του, για να τον ξαναβρεί ένα πρωινό, όταν κι οι δυο θα μεταμορφωθούν σε “μάγους με ανθρώπινη λαλιά” ("Snowing Still"). Χρόνια μετά , θα ξεσηκώσει τους σκλάβους, ως ένας “αετός του κυνηγιού”, για να μπει στο πρώτο πεδίο της μάχης ("First Field of The Battle"). 

Οι στίχοι και η μουσική στο Triarchy διαπλέκονται σε ένα σύνολο ποίησης και στοχασμού, χωρίς όμως ποτέ να χάνεται η σκοτεινή black metal προοπτική. Φανταζόμαστε τις ιστορίες να εξελίσσονται σε τόπους γωνιώδεις και ασπρόμαυρους μα ποτισμένους ως τον πυρήνα τους με ανθρώπινες μνήμες και θνητά συναισθήματα. Οι  ήρωες των ιστοριών αυτών είναι λαμπροί ήρωες, “που ξεκινούν τη μοναρχία” ("King of A Stellar War"), αλλά ταυτόχρονα οδηγούν έναν στρατό από “τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους” ("The First Field of the Battle"), από “απόκοσμες ψυχές” (King of A Stellar War)  σε έναν “αβέβαιο πόλεμο” ("A Dynasty from the Ice"). Με λίγα λόγια, το μεγαλείο προκύπτει μέσα από τη στέρηση και τη δυσκολία. Οι Rotting Christ ακολουθούν μια διαφορετική πορεία τους από αυτή του παγωμένου και μισανθρωπικού νορβηγικού black metal, τραγουδώντας ιστορίες μιας δύσκολης και απέλπιδης αισιοδοξίας, μιας προσδοκίας ότι η δικαίωση θα έρθει στο τέλος, ότι μετά την πίκρα, τις σκιές και τον θάνατο υπάρχει φως και ζωή. 

Η δική τους εκδοχή του ιδιώματος, το λεγόμενο hellenic black metal κουβαλά ένα ισχυρό εντόπιο πολιτισμικό στοιχείο, μεσογειακό ή και, ειδικότερα, ελληνικό. Πρόκειται για μια νοοτροπία, η οποία, αν και κομβική ιστορικά και γεωγραφικά, συνήθως δεν είναι κοινωνικοπολιτικά κυρίαρχη στη χώρα μας, όπου “αξίες” όπως το φλεξάρισμα (ή η ποζεριά, όπως λέγαμε στα 90s), η ευκολία, ο νεοπλουτισμός και το πελατειακό σύστημα έχουν τον πρώτο λόγο. Για να το πούμε με μουσικούς όρους, αυτή η νοοτροπία σπανιότατα έχει γίνει mainstream, όμως εκφράζει ανθρώπους που αγωνίζονται, με δυσκολία κι ελπίδα. Άλλες φορές πετυχαίνουν, άλλες αποτυγχάνουν, έχουν όμως  διδαχθεί πολλά, τόσο από τις σταδιακές εναλλαγές των εποχών, όσο και από τα σκληρά τραύματα της ιστορίας. Αυτό το ανεπιτήδευτο πάντρεμα ανάμεσα στη βία και στη μελωδία, αλλά και η εμμονή σε αυτή τη μουντή επικότητα αναδεικνύουν αυτή την κοσμοαντίληψη. Ακόμα και η επιμονή του Σάκη και του Θέμη Τόλη, αλλά και του Δημήτρη Πατσούρη, να μην εμφανίζονται με corpsepaint, καρφιά και άλλα δαιμονικά στολίδια, πέρα από την προβολή μιας ευρύτερης metal άποψης, σχετίζεται και με μια τέτοια φιλοσοφία, μια φιλοσοφία που ως κυρίαρχο μότο έχει το "μηδένα προ του τέλους μακάριζε" ή, καλύτερα, “μηδένα προ του τέλους οίκτιρε”. Εύστοχα ο Σάκης, σε μια παλιά του συνέντευξη δήλωνε: “παίζουμε μεσογειακό black metal”. 

Κλείνοντας το αφιέρωμα σε αυτό το κορυφαίο άλμπουμ του black metal ιδιώματος (ένα μεγάλο “μπράβο” για όσ@ς αντέξατε ως εδώ), θα προσπαθήσω να απαντήσω στο πιο δύσκολο ερώτημα που μου προκλήθηκε, ακούγοντας το: ποιες μπάντες και ποιες κυκλοφορίες αποτέλεσαν τις βασικές επιρροές για τη σχηματοποίηση του ήχου στο Triarchy of Lost Lovers; Όπως έγινε κατανοητό, στο συγκεκριμένο άλμπουμ οι Rotting Christ έφτασαν σε ένα πολύ προσωπικό ύφος, ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανιχνευθούν οι επιρροές τους. Στο Triarchy, οι Rotting Christ έχουν εξελίξει τον ήχο τους, από το ακατέργαστο death - black των πρώτων EPs σε μια ολοένα πιο έντονη εκλέπτυνση σε επίπεδο σύνθεσης, ενορχήστρωσης και παραγωγής, χωρίς όμως να στρογγυλέψουν τις αιχμές τους, οδηγούμενοι, τελικά, σε μια εμβάθυνση στην ουσία του προσωπικού τους στιλ. Έτσι, διακρίνουμε στοιχεία ωμά και ακατέργαστα, τα οποία παραπέμπουν ακόμα και black metal των 80s, από  τους Hellhammer και τους Sarcófago ως και το δικό τους Satanas Tedeum (1989), αλλά και τόσο οικείες, παθιασμένες και πιασάρικες μελωδίες, που -δεν θα πω ψέματα- μου θύμισαν ακόμα και τους Iron Maiden. Τελικά,  αυτό το αλλόκοτο αμάλγαμα ανάμεσα στην αγριότητα, την ποίηση και τη γοητεία της παρακμής, που συναντάμε στο Triarchy, έχει κατορθωθεί πρωτύτερα στο αριστουργηματικό Into the Pandemonium των Celtic Frost, ένα άλμπουμ που οι Christ σίγουρα έχουν παντοτινό οδηγό. 

Παράλληλα, απαραίτητος παράγοντας για την κατανόηση του Triarchy αποτελεί η ένταξή του στο ευρύτερο πεδίο του "hellenic black metal", το οποίο έδινε ιδιαίτερο βάρος στη μελωδικότητα και στη μυστικιστική και ποιητική ατμόσφαιρα. Παράλληλα, θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ ουσιαστικά αποτελεί το τελικό κεφάλαιο της ακμής του ελληνικού black metal, λαμβάνοντας τη σκυτάλη της επικής και οργισμένης μελαγχολίας που αρθρώθηκε υπέροχα στο Walpurgisnacht των Varathron δύο χρόνια πριν. Επομένως, το τρίο των Ελλήνων metallers συγκροτεί μια πραγματική “τριαρχία χαμένων εραστών”, καθώς ορμώνται από τη δεκαετία του ‘80, για να φυτέψουν το ύστατο άνθος της πιο γνήσιας φάσης hellenic black metal, αλλά και να σημαδέψουν ανεξίτηλα την παγκόσμια extreme metal σκηνή του δεύτερου μισού των 90s. 

Η συμφωνία με τη γερμανική δισκογραφική Century Media και η ηχογράφηση του Triarchy of the Lost Lovers αποτέλεσε μια πραγματική περιπέτεια για το συγκρότημα, την οποία διηγείται γλαφυρά ο ίδιος ο Σάκης στην προαναφερθείσα εμφάνιση του στο TV War. Μετά από αυτό το άλμπουμ, οι  Rotting Christ προχωρήσανε δισκογραφικά και προόδευσαν περαιτέρω, διοχετεύοντας τη μεν gothic πλευρά τους στην αμέσως επόμενη δουλειά τους, A Dead Poem, ενώ το πιο επικό κλίμα αλλά και η επαφή με την ελληνική παράδοση, άνθισαν πλήρως στο Theogonia, δέκα χρόνια αργότερα. Ωστόσο, η τριαρχία των χαμένων εραστών θα μείνει στη μνήμη ακροατών σε όλο τον κόσμο ως ένα αριστούργημα του black metal και του metal ευρύτερα. Πλέον κι εγώ έγινα ένας από αυτούς τους ακροατές.

Το κείμενο αφιερώνεται στον γιο μου, τον αληθινό βασιλιά του αστρικού πολέμου. 

16/12/20

Top-20 | 2020: #06. Soft Power - Brink Of Extinction (RR Gems)

Η πιο ουσιαστική και απολαυστική ακρόαση του δεύτερου άλμπουμ των Φινλανδών Soft Power, με τίτλο Brink of Extinction, πραγματοποιήθηκε στην αλλονησιώτικη παραλία του Αγίου Δημητρίου ένα πρωινό στα τέλη του Ιουλίου, μετά από μια βουτιά στη θάλασσα. Σε αυτή τη μαγική εμπειρία, συνειδητοποίησα την "ήρεμη δύναμη" που κρύβει η μουσική αυτής της μπάντας. 

Όπως τονίζουν οι ίδιοι, στο κέντρο του άλμπουμ βρίσκεται η εύθραυστη βιοποικιλότητα του πλανήτη μας:  «Καθώς η βιοποικιλότητα βρίσκεται σε τόσο επισφαλή κατάσταση, μπορεί εύκολα να παραδοθεί σε μια κατάσταση παραίτησης. Ωστόσο, για όσους αναζητούν την ομορφιά, υπάρχει ακόμα ομορφιά που μπορεί να βρεθεί. Και θα υπάρχει, ελπίζω. Ομοίως, για εκείνους που επιθυμούν να εκφράσουν την αγάπη και τη συμπόνια τους για τον κόσμο και για τη ζωή που τον κατοικεί, η πιθανότητα είναι ακόμα εκεί. Η δυνατότητα της αγάπης να έχει ένα σπίτι σε μια ανθρώπινη καρδιά.». 

Αυτή η οικολογική, μα και υπαρξιακή αντίληψη αναπαρίσταται μέσα από ένα smooth jazz rock ύφος. Οι μελωδίες ξεδιπλώνονται αβίαστα και γλυκά και τα solos –ειδικά του σαξοφώνου και του φλάουτου– ξεχειλίζουν από δεξιοτεχνία. Παράλληλα, τόσο τα κρουστά όσο και τα πλήκτρα παρουσιάζονται ζεστά (από πλευράς ήχου) και εντυπωσιακά (από πλευράς παιξίματος). Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το υπόγειο αλλά εμβληματικό στοιχείο ενός βουνίσιου folk ηχοχρώματος, που ξεπροβάλλει συχνά στις μελωδίες και στους τζαζ αυτοσχεδιασμούς. Αν και ολόκληρο το άλμπουμ ακούγεται απνευστί, ως πρώτη γεύση θα πρότεινα το εναρκτήριο Brink of Extinction και το Orange Red Yellow.

Οι Soft Power πλέον απομακρύνονται αρκετά από το psych rock του ντεμπούτου τους, τείνοντας προς ένα πιο library ή ακόμα και lounge ύφος. Αυτή η επιλογή ίσως ξενίσει τους ξεκάθαρα ροκ ακροατές, αλλά συμβάλλει στη μέθη και στη μέθεξη μιας πλανητικής αλληλεγγύης που συνοδεύει κάθε ακρόαση.

Έτσι, κάτω από αυτή την ήπια προσέγγιση σπινθιρίζει το πνεύμα του σκανδιναβικού folk/jazz rock των ’70s, με κορυφαίες μπάντες όπως οι επίσης Φινλανδοί Piirpauke. Ακόμα περισσότερο αναδύονται τα αειθαλή μηνύματα του hippie κινήματος και του Μάη του ’68, που πέρα από πολιτικοκοινωνικά, ήταν και οικολογικά. Το 13λεπτο Window of Opportunity που κλείνει το άλμπουμ, με το λοξοκοίταγμά του σε ένα πιο εγκεφαλικό prog rock, αναδεικνύει αυτές τις αναφορές. 

Σε αυτό έτος της πανδημίας, η οποία δείχνει τη διαταραγμένη σχέση ανθρώπου - φύσης, το Brink of Extinction αποτέλεσε ένα πεδίο ψυχαγωγίας, στοχασμού και ατόφιων συναισθημάτων. 


Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί διασκευή άρθρου μου που δημοσιεύτηκε στο 8ο τεύχος του fanzine-περιοδικού Lung.

13/12/20

Top-20 | 2020: #09. Kruder & Dorfmeister - 1995 (G-Stone Recordings)


Η πρώτη φορά που άκουσα downtempo ηλεκτρονική μουσική ήταν στα πλέον μακρινά 90s όταν έφηβος και κατά βάση ροκ και μέταλ ακροατής, αγόρασα σε cd το πρώτο άλμπουμ των Enigma. Αυτό όμως το ξεκίνημα αφέθηκε, καθώς ακολούθησα διαφορετικές μουσικές ατραπούς, μέχρι που, στα μέσα της δεκαετίας του 2000, μετά την πρώτη και καθοριστική φοιτητική περίοδο, χώθηκα με τα μπούνια στον κόσμο των Massive Attack, των Thievery Corporation, του Bonobo και βέβαια των Kruder & Dorfmeister. Μάλιστα, όσο μεγάλωνα, η μουσική των δύο Αυστριακών μου άρεσε ολοένα και περισσότερο, κυρίως το μεγαλειώδες K & D Sessions. Κάπως έτσι έγινα ένας fan αυτού του στιλ, καταλήγοντας ότι αν υπάρχει Παράδεισος, το soundtrack δεν θα είναι άλλο από downtempo μουσική. 

Στο φετινό, πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ, οι Peter Kruder και Richard Dorfmeister μας ανοίγουν τις θύρες για μια μέρα στον παράδεισο, όπως τον φανταζόμαστε εμείς και -νομίζω- οι ίδιοι. Σε μουσικό επίπεδο, οι εκπλήξεις είναι λίγες ως και μηδαμινές. Οι δύο φίλοι και συνεργάτες ξαναδούλεψαν μουσικές συνθέσεις που είχαν ξεκινήσει να δημιουργούν στα μέσα των 90s, εξ ου και ο τίτλος του άλμπουμ: 1995. Επομένως, θα ακούσουμε την κλασική ταξιδιάρικη, χαλαρωτική και ομιχλώδη downtempo των K&D. Η παραγωγή είναι 100% ηλεκτρονική, χωρίς φυσικά όργανα, αλλά με μια λεπτομερή ύφανση από samples, synths & beats. Ωστόσο έχει κατορθωθεί ένας ήχος ζεστός, αναλογικός και με ένα απίστευτο βάθος. Το ντουέτο από τη Βιέννη μας καλεί σε ένα ρετροφουτουριστικό noir μπαρ, όπου ακούγεται τζαζ, bossa nova, dub μα και trip hop και drum n bass, ενώ οι θαμώνες είναι ταυτόχρονα ράθυμοι, επικούρειοι και οξυδερκείς.  Όπως κατανοείτε, μόνο και μόνο η αναφορά σε συγκεκριμένα κομμάτια του άλμπουμ μάλλον θα χαλάσει το ταξίδι. 

Βέβαια, παρόλες τις παλιότερες ή πιο νέες παρελθοντικές αναφορές της, η καταπληκτική μουσική των K&D κατά βάση αφορά το σήμερα. Σας συμβουλεύω να αράξετε ένα βράδυ, με φίλους ή/και με το αμόρε σας και να αφήσετε το 1995 να κυλήσει από ένα καλό ηχοσύστημα και να απλωθεί στον χώρο μεθυστικά και μαγεμένα. Αυτός είναι  δικός μας παράδεισος. 


11/1/20

Ένα αντίο στον Neil Peart


Ως έναρξη της ενεργούς ενασχόλησης μου με τη μουσική λογαριάζω την ηλικία περίπου των 15 ετών, όταν σεργιάνισα για πρώτη φορά στο παλάτι του hard rock και του heavy metal, το οποίο τότε μου φαινόταν μυθικό (κι η αλήθεια πως και σήμερα δεν έχει χάσει, στα μάτια μου, τη μυθική του λάμψη).

Σχετικά γρήγορα άρχισα να αναζητώ καλλιτέχνες που ξέφευγαν από την πεπατημένη ροκ νοοτροπία, η οποία ξεκινούσε με αλκοόλ, αλητεία και σεξ (πράγματα που φυσικά μου άρεσαν, κυρίως σε θεωρητικό επίπεδο ακόμα τότε...) και κατέληγε σε fantasy ή horror θεματολογία, δύο λογοτεχνικά είδη που διάβαζα φανατικά. Ωστόσο, έψαχνα καλλιτέχνες που ανοίγονταν σε μια άλλη, πιο "ψαγμένη" και intellectual αισθητική. Βέβαια πως αλλιώς θα μπορούσε να ταυτιστεί πραγματικά με το ροκ ιδίωμα ένας εσωστρεφής και ντροπαλός έφηβος, που χωνόταν και χανόταν στα βιβλία; 

Κάπως έτσι έφτασα και στους Rush, ως αντιπροσωπευτική μπάντα του progressive rock. Στο Καναδικό super trio των Geddy Lee (μπάσο-φωνητικά-πλήκτρα), Alex Lifeson (κιθάρα) και Neil Peart (drums-κρουστά) βρήκα ό,τι έψαχνα: την οργισμένη ένταση του σκληρού κιθαριστικού ροκ ιδιοφυώς συνδυασμένη με μελωδικά περάσματα, υψηλή τεχνική και στίχους τόσο φιλοσοφημένους, που για πολλά χρόνια - ακόμα και σήμερα- μένουν ως διδάγματα ζωής: 

Those who wish to be
must put aside the alienation
get on with the fascination,
the real relation
the underlying theme.
(Limelight)

The blacksmith and the artist
reflect it in their art
they forge their creativity
closer to the heart
yeah, it's closer to the heart.
(Closer to the Heart)

No, his mind is not for rent
to any god or government
always hopeful, yet discontent
he knows changes aren't permanent
but change is.
(Tom Sawyer)

Ο κύριος στιχουργός και γενικότερα  βασικός υπεύθυνος όλης της επαφής των Rush με την υψηλή κουλτούρα ήταν ο Neil Peart. Τώρα, η δική μου κριτική στο drumming του σίγουρα θα είναι ελλιπής, αφού για αυτό το θέμα είναι καλύτερο να μιλήσουν οι ίδιοι οι μουσικοί. Απλά, να σημειώσω ότι πάντα μου προκαλούσε εντύπωση η δημιουργικότητα και κυρίως η μελωδικότητα του παιξίματός του.

Φυσικά, είχα κι εγώ συγκλονιστεί με την τραγική οικογενειακή περιπέτεια του Neil Peart το 1997, όταν έχασε πρώτα την κόρη του σε ατύχημα κι έπειτα από μόλις λίγους μήνες τη γυναίκα του από καρκίνο. Έπειτα συνειδητοποίησα, όχι μόνο το καλλιτεχνικό, αλλά και το ανθρώπινό του μεγαλείο στον τρόπο που αντιμετώπισε αυτή την τραγωδία: οργώνοντας την Αμερική σε ένα μοναχικό ταξίδι λύτρωσης με τη μοτοσυκλέτα του. Το ταξίδι αποτυπώθηκε στο βιβλίο Ghost Rider: Travels on the Healing Road, το οποίο χρήζει άμεσης παραγγελίας.  

Έτσι, στα μέσα των 00s, επέστρεψα στους Rush και στο άλμπουμ Vapor Trails (2002), ειδικότερα στο βασανιστικά και συγκλονιστικά ελπιδοφόρο, μα και τόσο "γκρουβάτο", Ghost Rider:


Χθες έμαθα πως ο Neil Peart έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών. Πραγματικοί και διαδικτυακοί φίλοι μου τον θυμούνται και τον μακαρίζουν, επιβεβαιώνοντας για ακόμα μια φορά το ότι εμείς που γουστάρουμε την intellectual, φιλοσοφική και ποιητική (hard) rock μουσική είμαστε πάρα πολλοί!

Αντίο στον drummer, ποιητή, φιλόσοφο, προφέσορα, τον Ghost Rider Neil Peart.

30/4/19

Anatolian Weapons (Άγγελος Μπαλτάς) & Σείριος Σαββαΐδης - Οφιοδαίμων


Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα και βάλε χρόνων, συχνά  ως ακροατής κινούμαι επάνω στους δρόμους που ενώνουν την ηλεκτρονική μουσική με το ψυχεδελικό και προοδευτικό ροκ. Καθώς όμως αυτοί οι δρόμοι ενώνουν δύο είδη που φαινομενικά σχετίζονται ελάχιστα, παραμένουν κάπως αχαρτογράφητοι. Αλλά ευτυχώς πλέον υπάρχουν μουσικοί που, όχι μόνο τους ακολουθούν, αλλά τους χαράσσουν κιόλας, δηλαδή στέκονται αληθινά πρωτοπόροι σε έναν ιδιάζοντα ψυχεδελικό ηλεκτρονικό ήχο.

Σε αυτούς τους καλλιτέχνες συγκαταλέγεται και ο «δικός μας» Άγγελος Μπαλτάς, ο οποίος ήδη από το 2008, κυκλοφορεί μουσική με τα ψευδώνυμα Fantastikoi Hxoi, Dream Weapons και Anatolian Weapons. Το πάντρεμα μουσικών υφών που κατορθώνει ο Άγγελος δεν είναι κι εύκολο: μια ιδιαίτερη και πειραματική downtempo-midtempo electronica βυθίζεται στο παρελθόν, μέσω τόσο της ψυχεδέλειας, όσο και της ελληνικής μουσικής. Το κομμάτι που τον έφερε στο προσκήνιο – ως Fantastikoi Hxoi- ήταν το εντελώς διαστημικό remix στο κλασικό Αν Σ’ Αρνηθώ Αγάπη μου, αν και προσωπικά παραδέχτηκα τον Άγγελο, όταν ρεμίξαρε εκπληκτικά το Ήλιε Μου των Poll. 

Τα τελευταία 3-4 χρόνια, ο Άγγελος Μπαλτάς εμφανίζεται ως Anatolian Weapons, παρουσιάζοντας -  όπως άλλωστε φανερώνει και το ψευδώνυμο που έχει επιλέξει – dance electronica με πιο σαφείς επιρροές από την παράδοση της Ανατολής και της Μεσογείου. Μέχρι πριν λίγες μέρες, το αγαπημένο μου track από αυτό του το project ήταν το A Strange Light From The East (2015), αλλά πλέον δηλώνω ενθουσιασμένος με τη νέα του κυκλοφορία.



Το νέο single του Anatolian Weapons δείχνει πως η σχέση του με την ευρύτερη ανατολική μεσογειακή παράδοση δεν είναι επιδερμική , σε ένα μοδάτο worldbeat-ethnohouse ύφος, αλλά συνειδητοποιημένη. Ο Άγγελος επιλέγει να παρουσιάσει μια νέα εκδοχή του τραγουδιού Οφιοδαίμων του Σείριου Σαββαΐδη. Με τον Σείριο τώρα, μπαίνουμε σε διαφορετικές αλλά το ίδιο συναρπαστικές αναζητήσεις.

Ο Σείριος Σαββαΐδης, αν και δραστηριοποιείται ως τραγουδοποιός από το 2008, έχοντας κυκλοφορήσει πέντε ολοκληρωμένα άλμπουμ, συν κάποιες live ηχογραφήσεις και μία συλλογή, παραμένει σχεδόν άγνωστος στο πιο ευρύ κοινό. Ωστόσο, αρκετοί ακροατές – μέσα σε αυτούς κι εγώ- θεωρούμε πως η μουσική του πρόταση είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες στην ελληνική σκηνή τα τελευταία χρόνια. Κατά τη γνώμη μου, ο Σαββαΐδης αποτελεί τον πιο άξιο επίγονο του Θανάση Παπακωνσταντίνου, με κυρίαρχο το 60s psych folk rock στοιχείο, έχοντας παράλληλα εκλεκτικές επιρροές τόσο από μπάντες όπως οι Dead Can Dance, όσο και από την παράδοση, χωρίς όμως να προδίδει το πλήρως προσωπικό του ύφος.

Ο Άγγελος Μπαλτάς-Anatolian Weapons, λοιπόν, συνεργάστηκε με τον Σείριο Σαββαΐδη ώστε να δουλέψουν ξανά – ή και επαναηχογραφήσουν; Δεν είμαι βέβαιος- το τραγούδι Οφιοδαίμων από το άλμπουμ του δεύτερου, Το Αξιακό Σύστημα των Άστρων (2013). Μάλιστα αυτό το single αποτελεί πρόγευση του full-length Εις Μητέρα Θεών/ To The Mother of Gods που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τη δισκογραφική Beats In Space του φοβερού Νεοϋορκέζου Tim Sweeney. 

Με την πρώτη κιόλας ακρόαση, ενθουσιάστηκα με τον Οφιοδαίμονα. Φυσικά, ήδη ήξερα το τραγούδι από το άλμπουμ του Σαββαΐδη και μου άρεσε πολύ, αλλά σε αυτή την εκδοχή πραγματώνεται ιδανικά αυτό το πάντρεμα που τόσο αναζητώ: τα επαναλαμβανόμενα ηλεκτρονικά beats και τα space ambient soundscapes συνοδεύουν τις βαριές και βαθιές drone μελωδίες που σκαλίζει ο αρχαιοελληνικός άσκαυλος, πιο γνωστός ως γκάιντα. Το αποτέλεσμα, ένα ψυχεδελικό και παγανιστικό ηχητικό ποίημα, με το τραγούδισμα του Σαββαΐδη να ιχνηλατεί όσα δίνουν και όσα αφαιρούν ζωή.

Ακούγοντας το προϊόν της συνεργασίας του Άγγελου και του Σείριου, ήρθαν στο μυαλό μου κυκλοφορίες των Αμερικάνων Pacific Horizons, του Έλληνα (που ζει στη Νέα Ζηλανδία) Βασίλη Βρακά, των Σουηδών Fontän και των Ρουμάνων Khidja. Όπως και αυτοί οι καλλιτέχνες, έτσι και ο Άγγελος, με την απαραίτητη αρωγή του Σείριου, μπολιάζει την προχωρημένη και κάπως σκοτεινή του electronica με στοιχεία από την ανεξάντλητη πηγή του παρελθόντος, από το krautrock ως τις παραδόσεις των λαών του κόσμου. 

Σε ένα φιλοσοφικό επίπεδο, αυτοί οι μουσικοί αποτελούν εκφραστές μιας αισθητικής, με κεντρικό προβληματισμό τη σχέση ενός τεχνοκρατικού  παρόντος με το παρελθόν, που εμφανίζεται μαγικό, δεμένο με τη φύση και γεμάτο από σεβασμό για την ύπαρξη. Τελικά, μέσω της μουσικής τους, ασκούν κριτική στη στροφή του δέους  του μεταμοντέρνου ανθρώπου από το φυσικό σύμπαν προς μια τεχνολογική εξέλιξη, όχι μόνο παγκοσμιοποιημένη και ακατάπαυστη, μα και σχεδόν ακατανόητη για τον ίδιο. Και, όπως αναφέρει ο Fredric Jameson*, αυτή η κυριαρχία της τεχνοκρατίας αναπαριστά τον ίδιο τον ύστερο καπιταλισμό.  Τελικά οι εν λόγω μουσικοί αξιοποιούν άφοβα την τεχνολογία, ώστε να κριτικάρουν τις κοινωνικές και οικονομικές της αντιφάσεις. Αυτή ακριβώς η αισθητική κατεύθυνση, στον Οφιοδαίμονα βρίσκεται σε πλήρη και ώριμη άνθιση. 

Αν, λοιπόν, ψάχνετε τους ανθρώπους που πάνε την ελληνική μουσική μπροστά στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, δεν θα τους βρείτε ούτε στις «έντεχνες» εξομολογήσεις, ούτε στις swing διασκευές**, αλλά εδώ:




* F. Jameson (1991), Postmodernism or The Cultural Logic Of Late Capitalism, Duke University Press, p. 37-38

** Επίσης ακόμα έχουμε αξιόλογο το ελληνόφωνο hip hop και ροκ, αλλά αυτή είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα…


12/3/19

Paul Voudouris - Speak To Me (1987): ένα από τα καλύτερα ελληνικά ambient άλμπουμ


Αν και ακούω εδώ και πολλά χρόνια μουσική, νιώθοντας πως αυτή η πράξη γίνεται ολοένα πιο συνειδητή και ουσιαστική, ακόμα μένω έκπληκτος όταν ανακαλύπτω φοβερά άλμπουμ, τα οποία παραμένουν σχεδόν άγνωστα, ακόμα και στους πιο υποψιασμένους ακροατές. Άλλωστε, κι αυτό εδώ το blog σταδιακά διαμορφώθηκε σε ένα μέσο παρουσίασης αυτών των άλμπουμ, ουσιαστικά σε ένα αρχείο από μνήμες, οι οποίες τόσο εύκολα φθείρονται στον μεταμοντέρνο κόσμο μας. 

Αν αυτή η εισαγωγή σας φαίνεται υπερβολικά φιλοσοφική και  εξομολογητική, να με συγχωρέσετε, καθώς η ανάρτηση αυτή αφορά ένα άλμπουμ στο οποίο οι χαρακτηρισμοί «φιλοσοφικό» και «εξομολογητικό» ταιριάζουν γάντι. Πρόκειται για Speak To Me που κυκλοφόρησε το 1987 ο Paul Voudouris, με το ψευδώνυμο Radio Voodoo, αποκλειστικά στο format της κασέτας˙  ένα μουσικό έργο που, αν και πρωτοποριακό, παραμένει άγνωστο, χωρίς καν μια καταχώριση στο Discogs…



Ο δημιουργός του είναι ο Ελληνοαμερικάνος μουσικοσυνθέτης και τραγουδιστής Paul Voudouris, γνωστότερος κατά τη δεκαετία του ’80 από τις new age συνεργασίες του με τον Chris Spheeris. Βέβαια, ο Voudouris κυκλοφορεί μουσική, ήδη από τα τέλη των 70s ως και σήμερα, κυρίως στον χώρο του ambient και του AOR/ sophisticated pop. 

Ωστόσο, στο Speak To Me, o Voudouris ξεφεύγει από τους ασφαλείς δρόμους του new age και του «ποπ για ενήλικες» και στρέφεται σε μία μουσική μορφή ταυτόχρονα λιτή και πειραματική: ήσυχο ambient συνοδεύει τηλεφωνικές συνομιλίες και εξομολογήσεις που έχει ηχογραφήσει ο καλλιτέχνης με φίλους και συγγενείς του. Μέσω αυτού του συνδυασμού, η σύνθεση μουσικής διευρύνεται σε μια καλλιτεχνική δραστηριότητα βασισμένη στην ουσιώδη ευγένεια του συνθέτη να αφουγκράζεται τον λόγο των άλλων. Αυτός ο λόγος, σε συνδυασμό με τη διακριτική μουσική επένδυση και την lo-fi παραγωγή, αποκτά λυρισμό, χωρίς να προδίδεται η εξομολογικότητά του. Σαν να ακούς τα μυστικά καθημερινών ανθρώπων με γνήσιο ενδιαφέρον κι όχι από νοσηρή περιέργεια.

Κι αυτοί οι άνθρωποι έχουν να πουν πολλά: για την αξία της αγάπης (The Delivery of Love), για τον αγώνα προς την αυτογνωσία (Face Yourself), για το νόημα της τέχνης και το αίνιγμα της δημιουργικότητας (Radio Transmitter) και άλλα εξίσου σημαντικά. Ο ίδιος ο Voudouris κρατά κυρίως τον ρόλο του ακροατή-καταγραφέα, αλλά οι  επιλογές του λειτουργούν σχολιαστικά. Έτσι, η κουβέντα που αφορά τον ρόλο του χρήματος στη ζωή μας είναι ειρωνικά απογυμνωμένη από μουσική συνοδεία, ενώ το μοναδικό ορχηστρικό του άλμπουμ, After I’m taken in, διακρίνεται από μια δωρική μελωδικότητα που θυμίζει – τι άλλο; - Βαγγέλη Παπαθανασίου. Και μιας και έγινε μια έμμεση αναφορά στους ελληνικούς συσχετισμούς του άλμπουμ, να σημειώσω ότι κάποια από τα τηλεφωνικά αποσπάσματα είναι στην ελληνική γλώσσα, στοιχείο που σε έναν Έλληνα ακροατή προκαλεί μια ζεστή, βιωματική νοσταλγία. 

Πέρσι επανανακυκλοφόρησε από την δισκογραφική Emotional Rescue το άλμπουμ Passage, προϊόν συνεργασίας του 1982 ανάμεσα στον Βουδούρη με τον Σφυρή. Κατά τη γνώμη μου, το Speak To Me είναι σαφώς καλύτερο, ένα από τα πιο αλλόκοτα, πρωτοπόρα και συγκινητικά άλμπουμ που έχω ακούσει από Έλληνα καλλιτέχνη. Ένα βαθιά συναισθηματικό και υπαρξιακό μουσικό έργο, που φανερώνει πόσο κοντά βρίσκεται η σιωπή στη φωνή και οι προσωπικές ιστορίες στο μεγάλο ανθρώπινο θέμα. 

Ας διαβάσουμε τι έχει γράψει και ο ίδιος ο συνθέτης για το Speak To me

Upon one of my visits to Milwaukee to visit the Spheeris family, I was struck with the initial inspiration for what would become my favorite and most unique work.

“Speak To Me” (1987) began by my recording every single telephone call I made or received onto my pro-walkman.  I’d set up a tap and trained myself to turn on the recorder before picking up the receiver.  The results were listened to, dated, and labeled under groupings such as “death”, “love”, “relationships”, etc.  Then, I manually taped (this is pre-digital editors) selected passages to a 4-track cassette machine.  Adding voice after voice, I created aural collages where people who didn’t know each other appeared to be conversing.  Ambient music behind the theater of voices completed the sonic portraits.  Using a photograph of me, Chris created an innovative cover and I manufactured 1,000 cassettes.  Played in its entirety, once, on KPFK, a progressive L.A. radio station, the tape never made a profit but remains dear to my heart.  “Speak To Me” made me examine myself and question the sanity of continuing to live in an environment such as L.A.

πηγή

2/12/18

Magical Mystery Tour - episode 02 | Paranoise Radio


Second time for Magical Mystery TourDubby downtempo disco & kraut punk electronics against opression and junk culturein favour of free and positive human expression.

Every 4 weeks, Friday 18.00-20.00 (gr time) on Paranoise Radio.





Tracklist

01. Shimshon Miel - Nueiba Nueiba
02. Kruder & Hunter - Addicted To Ganja (Original Mix)
03. Steve Cobby - Babylon On The Hudson
04. Cruisin' Gang - Chinatown (Architeq Acid Mix)
05. Ashra - Morgana Da Capo
06. Beanfield - Keep On Believing
07. Bison  - Familiar Stranger (Baldelli & Dionigi Remix)
08. The Diaphanoids - What The Fuck Do You Want With Us, Eathlings?
09. Kazino - Binary
10. C.A.R. -  Cholera (Anna Lann Runway Edition)
11. Alexander Robotnick - Dance Boy Dance
12. Psychic Youth - The Future Now
13. Jah Wobble, Jaki Liebezeit, Holger Czukay - How Much Are They?
14. Rheingold - Dreiklangsdimensionen
15. Råå  - Till minne av William Onyeabor
16. The Flying Lizards - Money (That's What I Want)
17. Elvis Costello - This Year's Girl
18. The Clash - Magnificent Dance 
19. LCD Soundsystem - (We Don't Need This) Fascist Groove Thang
20. La Düsseldorf - Cha Cha 2000

16/6/17

Vasili - Unity Through Diversity (2017, self released)


Ο Βασίλης Βρακάς είναι ένας Έλληνας μουσικός που τα τελευταία 16 χρόνια ζει και δραστηριοποιείται στη Νέα Ζηλανδία. Εδώ και τρία περίπου χρόνια παρακολουθώ τα βήματα του στον κόσμο της μουσικής, μάλιστα, το καλοκαίρι που μας πέρασε, ήρθε στην Ελλάδα και βρεθήκαμε και από κοντά, έχοντας μια πολύ ωραία κουβέντα. 

Η νοοτροπία του Βασίλη, όσον αφορά τη δημιουργία και την κυκλοφορία της μουσικής, χαρακτηρίζεται από χαμηλούς τόνους, εσωστρέφεια και ουσία. Δεν τον ενδιαφέρει η πλατιά εμπορική απήχηση, αλλά η ουσιώδη επικοινωνία με τον ακροατή. Στο πιο πρόσφατο άλμπουμ του, που έχει τίτλο Unity Through Diversity, κατορθώνει να στείλει ένα πλήρες καλλιτεχνικό μήνυμα. Μάλιστα, προκειμένου να με βοηθήσει να κατανοήσω και να παρουσιάσω αυτό το άλμπουμ, μου έστειλε ένα επεξηγηματικό κείμενο, στοιχεία από το οποίο θα αξιοποιήσω στη συνέχεια.  

To Unity Through Diversity, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί την καλύτερη του δουλειά, μετά το Last Warrior EP του 2014. Σε αυτό το άλμπουμ ο Βασίλης κινείται σε κοντινά μονοπάτια με εκείνο το EP, καθώς η έντονη αίσθηση του χορευτικού ρυθμού συνδυάζεται με την πνευματικότητα. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο συνδυασμός, δίνεται πρωτοκαθεδρία τόσο στα αφαιρετικά, επαναληπτικά synth μοτίβα του techno ιδιώματος, όσο και στα tribal κρουστά. Ο ίδιος μου έγραψε ότι είναι επηρεασμένος από τα mantra, δηλαδή τα επαναλαμβανόμενα μουσικά θέματα ινδικής παράδοσης,  που οδηγούν στη φώτιση. Γενικότερα σε αυτή του τη δουλειά, δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ψυχολογική και πνευματική σημασία του ρυθμού, τον οποίο μοιράζονται όλοι πολιτισμοί του κόσμου από την πρωτόγονη ακόμα εποχή.

Η δομή της κάθε σύνθεσης είναι χτισμένη με προσοχή, καθώς οδηγεί σε μια κορύφωση από την οποία λείπει ο εύκολος εντυπωσιασμός. Αντιθέτως τα κομμάτια χαρακτηρίζονται από μια ήρεμη και σίγουρη αισιοδοξία.  Όπως μου γράφει ο Βασίλης, με αυτό το άλμπουμ επιθυμεί να κάνει ένα statement: σε μια εποχή που κατακλύζεται από βία και μίσος, βγάζει στην επιφάνεια την επιθυμία των ανθρώπων για ισότητα και ενότητα. Unity through diversity

Όπως γίνεται κατανοητό, ένα άλμπουμ σαν το συγκεκριμένο ιδανικά ακούγεται ολόκληρο, αλλά - όπως και να το κάνουμε- έχω ξεχωρίσει κάποιες συνθέσεις, ειδικότερα δύο. 

 
Η πρώτη τιτλοφορείται Te Kari Kotiro. Είχα την εύλογη απορία σε ποια γλώσσα είναι ο τίτλος και ποιο το νόημα του. Ο Βασίλης με πληροφόρησε ότι πρόκειται για τη γλώσσα τον Maori, του ιθαγενούς δηλαδή λαού της Νέας Ζηλανδίας και μεταφράζεται ως "Το Κορίτσι του Κήπου". Το συγκεκριμένο κομμάτι είναι αφιερωμένο στην μεγάλη του κόρη και ουσιαστικά εκφράζει την έγνοια του ώστε εκείνη να διατηρήσει τη φαντασία και την αθωότητα της ανόθευτες. Εγώ, ακούγοντας το Te Kari Kotiro, ένιωσα σαν βρισκόμουν σε ένα ψηλό σημείο και να αγνάντευα τα διάφορα επίπεδα του τοπίου ως το τέρμα του ορίζοντα.  Έτσι και στο κομμάτι γίνεται ένα παιχνίδι με τα επίπεδα έντασης του ήχου, τα οποία εναρμονίζονται  για να κορυφωθούν σε ένα κρεσέντο ήρεμης δύναμης.

 
Το δεύτερο track που ξεχώρισα ήταν το Never Ending Pleasure, με το οποίο κλείνει το άλμπουμ.  Εδώ η ένταση του ρυθμού υποχωρεί, τα κρουστά απλώνονται χαλαρωτικά, ενώ οι απλές, μινιμαλιστικές μελωδίες στο πιάνο οδηγούν σε ακόμα μια εσωστρεφή κορύφωση. Ο Βασίλης μου έγραψε ότι εδώ εμπνεύστηκε από τον Πέρση θεολόγο και ποιητή Τζελαλεντίν Ρουμί, από τον οποίο ξεκίνησε η παράδοση των περιστρεφόμενων δερβίσηδων. Το Never Ending Pleasure αποτελεί τον ιδανικό επίλογο του άλμπουμ, καθώς σε αυτό επανέρχονται οι προβληματισμοί και οι ιδέες του Unity Through Diversity: η πανάρχαια προέλευση του μουσικού χορευτικού ρυθμού, ως το μέσο για την ψυχική ισορροπία και το αίτημα για την αλήθεια και ευτυχία σε έναν ταραγμένο κόσμο. 

Εγώ, με την ακρόαση του Never Ending Pleasure, συνέδεσα τις παραπάνω αναφορές με ακόμα μία, πιο προσωπική. Για αρκετά χρόνια θεωρούσα ότι η ικανοποίηση κάθε επιθυμίας μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην μαλθακότητα και στον πνευματικό περιορισμό. Αντιθέτως, πλέον έχω βεβαιωθεί ότι, όταν ο άνθρωπος είναι ισορροπημένος, η επιθυμία του έχει μέτρο και αρμονία, οπότε και η ικανοποίησή της μπορεί να οδηγήσει στην ευτυχία, τη δική του και των άλλων. Η καταληκτήρια σύνθεση του Unity Through Diversity δίνει μουσική, καλλιτεχνική μορφή σε αυτό ακριβώς το πιστεύω.

Μπορείτε να κάνετε free download του άλμπουμ εδώ.
Για περισσότερα: http://vasili.website/ 

21/11/16

Viva Utopia!

Πριν λίγες μέρες ολοκλήρωσα την ανάγνωση του κλασικού έργου του Thomas More, Ουτοπία, σε μια παλιά αλλά προσεγμένη έκδοση του 1970, από τις εκδόσεις Κάλβος σε μετάφραση Γιώργου Καραγιάννη. Μου προκάλεσε έκπληξη κι έπειτα ενδιαφέρον η σκέψη, αλλά και το συγγραφικό ύφος του More. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι το 1516, τη χρονιά της πρώτης έκδοσης του έργου, κάποιος άνθρωπος μπορούσε να έχει τόσο πρωτοποριακές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές ιδέες. Αν και ο Μαρξ είχε τεθεί κατά του ουτοπικού σοσιαλισμού, στο πλάνο του για την κομουνιστική κοινωνία σίγουρα επηρεάστηκε από την περιγραφή της φανταστικής χώρας της Ουτοπίας. Αλλά, το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο More χειρίζεται αριστοτεχνικά την ειρωνεία και τον σαρκασμό. Δεν σαρκάζει μονάχα την καταστρεπτική μανία των ανθρώπων για χρήμα και εξουσία ή ακόμα και τη διαφθορά των αριστοκρατών και της εκκλησίας, αλλά ειρωνεύεται και την ίδια του την λογοτεχνική κατασκευή, την ίδια του την κοσμοαντίληψη. Η ουτοπική του σκέψη δεν είναι μονολιθική, αντίθετα δέχεται τα βέλη ενός ισορροπημένου, ανθρώπινου, αναγεννησιακού, θα λέγαμε, χιούμορ.

Η ανάγνωση αυτού του αριστουργήματος, μου έδωσε το έναυσμα να σκεφτώ για τον ρόλο της ουτοπίας στην τέχνη.  Πρόσφατα ολοκλήρωσα τη σειρά anime Cowboy Bebop του 1998. Επίσης μου προκάλεσε έκπληξη η καλλιτεχνική ποιότητα αυτής της δουλειάς. Ο σκηνοθέτης της, Shinichirō Watanabe, παρουσιάζει ένα φανταστικό μέλλον, χτισμένο σε αναφορές τόσο στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της εποχής μας, όσο και στην ποπ κουλτούρα. Για παράδειγμα, παρακολουθούμε διαστημόπλοια να χορεύουν όπως στην Οδύσσεια του Διαστήματος του Stanley Kubrick, αλλά τη βαριά κλασική μουσική έχουν αντικαταστήσει παιχνιδιάρικα jazz, blues και electrofunk θέματα, για τα οποία υπεύθυνη είναι η Yoko Kanno. Οι αστρικές πόλεις που επισκέπτονται οι νοσταλγικοί , αγωνιστικοί και παράλληλα χιουμοριστικοί πρωταγωνιστές πότε θυμίζουν noir ταινία των 50s, άλλες φορές το Blade Runner, ενώ κάποιες άλλες, φτωχές τσιμεντούπολεις του πρώην ανατολικού μπλοκ. Στο Cowboy Bebop, ο Watanabe δημιουργεί μία δική του ουτοπία, ένα διακειμενικό φουτουριστικό κόσμο, με υπαρξιακό και μεταμοντέρνο χαρακτήρα.


Τέλος, αυτή η ουτοπική διάσταση της τέχνης απλώνεται και στη μουσική (για να δικαιολογήσουμε, συν τοις άλλοις, την παρουσία αυτού του άρθρου σε ένα μουσικό blog). Προτείνω, λοιπόν, να ακούσετε την μπάντα Archimedes Badkar. Μας έρχονται από τη Σουηδία, δραστηριοποιήθηκαν τη δεκαετία του ’70, κυκλοφορώντας συνολικά τέσσερα άλμπουμ, με πιο αντιπροσωπευτικό το τρίτο του 1977 με τον λιτό τίτλο Tre. Οι Archimedes Badkar ουσιαστικά κατορθώνουν να πλάσουν τη δική τους ηχητική ουτοπία, συνδυάζοντας προοδευτικό και ψυχεδελικό ροκ, free jazz, πειραματισμό, τη σουηδική παράδοση, αλλά και γενικότερα τις μουσικές παραδόσεις από διάφορα μέρη της Γης, κυρίως από την Αφρική. Η τέχνη τους έχει πολιτική διάσταση, βασίζεται στα θεμελιώδη για τη γενιά των 60s κοινοβιακά και αναρχικά ιδεώδη αλληλεγγύης και αποδοχής του διαφορετικού. Η τρελή παρέα των Σουηδών παρουσιάζει έναν μουσικό κόσμο συναδελφωμένο, αισιόδοξο και γεμάτο ανθρωπιά.



Μήπως και ο DJ David Mancuso, που μας άφησε πριν λίγες μέρες στα 72 του χρόνια, με τα ξακουστά Loft parties του μια παρόμοια ουτοπία  δεν είχε καταφέρει να δημιουργήσει; Το διαμέρισμά του, στο οποίο λάμβαναν χώρα οι βραδιές με την ονομασία Love Saves The Day, μεταμορφωνόταν σε έναν κόσμο που άνθρωποι με διαφορετικό χρώμα δέρματος, με διαφορετικό φύλο, σεξουαλικό προσανατολισμό, άνθρωποι ποικίλων ταυτοτήτων χόρευαν και περνούσαν υπέροχα με οδηγό τους τη μουσική, ένα μίγμα από disco, funk, jazz, dub, deep house και ψυχεδελικό ροκ. Αυτό είναι το αληθινό πρόσωπο της χορευτικής μουσικής και όχι το εμπορικό κιτς κατασκεύασμα που προπαγανδίζεται τόσο έντονα.

 

Ο Nicolas Jaar σε συνέντευξη που έδωσε για το νέο του άλμπουμ Sirens, δήλωσε το εξής:  «I feel an affinity with the political aspect of dance music—maybe it can increasingly become a place of protest.» (πηγή)

Αυτός ο «τόπος διαμαρτυρίας» αποτελεί μία ακόμα ου-τοπία.