Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα live review. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα live review. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12/6/19

Οι Marvin & Guy στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης


Είναι αναμφισβήτητο πως η Ιταλία έχει μια σημαίνουσα παράδοση στη μουσική, από την προκλασική και κλασική ως τη τζαζ, τη ροκ και την ηλεκτρονική. Προσωπικά, τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να αντιλαμβάνομαι τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της ευρύτερα ποπ μουσικής ιταλικής προέλευσης, με μία ιδιαίτερη εστίαση στις εξελίξεις που οδήγησαν το prog-jazz rock των 70s στο disco και στο electro, με κατάληξη το φαινόμενο που ονομάζεται italo-disco. 

Το περίπου δίωρο DJ set που παρουσίασαν οι Marvin & Guy στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης πριν λίγες μέρες, δηλαδή το βράδυ της Κυριακής 9 Μάιου, αν και άνηκε ξεκάθαρα στην dance electronica, ωστόσο είχε υπαινιγμούς σε αυτή την μοναδική πορεία που αναφέραμε παραπάνω. Οι Alessandro Parlatore και Marcello Giordani από την Πάρμα παρουσίασαν ένα συναρπαστικό set που κινητοποίησε τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου. 

Επομένως, αυτό το κείμενο δεν αποτελεί μία σφαιρική και αντικειμενική παρουσίαση του party που διοργάνωσαν οι ομάδες Street Outdoors και CHICness την Κυριακή στη Θεσσαλονίκη. Έτσι, παρόλο που, αφενός το warm-up των DJs του Street Outdoors ήταν ιδανικό για ένα απόγευμα με θέα τον Θερμαϊκό, αφετέρου ο Ολλανδός Masalo προσέφερε ένα εκλεκτικό και ξεσηκωτικό afro house-disco πρόγραμμα και τέλος, μιας και ειλικρινά δεν έχω ιδέα για τον τελευταίο εμφανιζόμενο της βραδιάς Milo Spykers, καθώς δεν τον παρακολούθησα καν, θα ασχοληθώ αποκλειστικά με τους Marvin & Guy. 

Μετά από μια μικρή καθυστέρηση λόγω βροχής και την εμφάνιση του Masalo, στα decks ανέβηκαν οι Ιταλοί φίλοι μας, με ένα εναρκτήριο track που έβαλε απευθείας στο νόημα τους μυημένους: ένα – τουλάχιστον άγνωστο σε μένα- remix του Pagaia του Toni Esposito. Μόλις συνειδητοποίησα την οικεία φωνητική μελωδία, ενθουσιάστηκα καθώς τους τελευταίους μήνες έχω κάνει μια βουτιά στα άλμπουμ του Esposito από το Rosso Napoletano (1975) ως το Tamburo (1982). Το ξεκίνημα, λοιπόν, έγινε σε αγνό ιταλιάνικο στιλ! 

Στη συνέχεια του back to back set τους οι δύο Παρμεζάνοι έμπλεξαν αριστοτεχνικά τα ψυχεδελικά techno ακόμα και trance sequences με ζεστά και γήινα synths και beats που παρέπεμπαν στην disco και στη house. Φυσικά, οι δύο συνεργάτες έκλειναν συχνά το μάτι στον εξίσου underground και πιασάρικο κόσμο του italo-disco, ενώ ακόμα περισσότερα στοιχεία δανείζονταν από τον afro-coscmic ήχο ενός Daniele Baldelli ή ενός DJ Mozart. Ωστόσο, τις επιλογές τους δεν ήταν παρούσα μόνο η δεκαετία του ’80, αλλά και αυτή του ’90 (κυρίως των αρχών της), σε βαθμό που συχνά στο νου μου ερχόταν το αξέχαστο hit Xta Si, Xta No του Chimo Bayo… 

Έτσι, οι Marvin & Guy έχτισαν ένα εκλεκτικό dance set που συνδύαζε τη μουντάδα, τη μοναχικότητα και την φρενίτιδα ακόμα μιας καθαρά τεχνολογικής αστικής μουσικής με μία μεσογειακή αύρα. Μια τέτοια αισθητική βρήκα στα αστικά κέντρα της Ιταλίας, τόσο στο Μιλάνο όσο και στη Νάπολη, δύο πόλεις τόσο διαφορετικές αλλά με κοινό χαρακτηριστικό τη συμπόρευση της αστικής ανάπτυξης με μια αίσθηση μεσογειακής δροσιάς, λαϊκότητας και πάθους. Άλλωστε την ίδια συμπόρευση, ως ένα βαθμό, συναντάται και στη Θεσσαλονίκη.

Ο Marcello και ο Alessandro έκλεισαν το πρόγραμμά τους με ένα εκπληκτικό rare groove τραγούδι σε italo-electro στιλ, το οποίο δυστυχώς δεν γνωρίζω… Δεν σας κρύβω πως χρησιμοποίησα το Shazam για να το ανακαλύψω, το πρόγραμμα εντόπισε κάποιο τραγούδι, αλλά όχι το σωστό. Καθώς άφηνα το λιμάνι της Θεσσαλονίκης -με τα πόδια μου πονεμένα από τον χορό- συνειδητοποίησα ακόμα μια φορά πως το αινιγματικό και το άγνωστο είναι απαραίτητο συστατικό τόσο ενός πραγματικά καλού DJ set, όσο και της μοντέρνας τέχνης ευρύτερα.

6/10/17

Ο Nicolas Jaar στη Θεσσαλονίκη (Principal Club Theatre, 4/10)

Παρόλο που, περίπου από το 2011, ο Nicolas Jaar έχει κερδίσει όχι μόνο την εκτίμηση των πιο ψαγμένων ακροατών, αλλά και την αποδοχή ενός πολύ ευρύτερου κοινού, η δική μου σχέση με τη μουσική του βρίσκεται σχετικά στην αρχή της. Λίγο εξαιτίας της φήμης του σε ανθρώπους που αρέσκονται σε mainstream club hits, λίγο εξαιτίας της αποστασιοποίησης μου από τον minimal techno ήχο, τον οποίο ο Jaar ως ένα βαθμό εκπροσωπεί, κρατιόμουν μακριά από τη δουλειά του. Πριν 2-3 χρόνια είχα ακούσει το ωραιότατο project του Darkside, αλλά πραγματικά "κόλλησα" πέρσι, με το άλμπουμ Sirens, που μου άρεσε τόσο, ώστε το συμπεριέλαβα στο top-10 του 2016. Από τότε, άρχισα να προσεγγίζω τη μουσική αυτού του πολυδιάστατου, σύγχρονου, ανήσυχου καλλιτέχνη. 

Οπότε, όταν ανακοινώθηκε ότι ο Nicolas Jaar θα εμφανιστεί ζωντανά στην Ελλάδα, σχεδόν ενθουσιάστηκα. Η συναυλία του στην Αθήνα συνέπεσε με υποχρεώσεις, αλλά κατάφερα να παρακολουθήσω εκείνη της Θεσσαλονίκης, 4 Οκτώβρη στο Principal. 


Οι εντυπώσεις από τη ζωντανή εμφάνιση του Χιλιανού/ Αμερικάνου καλλιτέχνη ήταν θετικότατες. Κατά τη διάρκεια του live πέρασα τόσο ωραία, ώστε υπέμεινα κάποια χτυπητά μειονεκτήματα:  τις κακές συνθήκες του χώρου -βλέπε υπερβολική ζέστη και κάπνα που έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική- αλλά και μία μερίδα του πολυπληθούς κοινού, η οποία κατά βάση δεν ήρθε για να ακούσει μουσική, αλλά για να παρευρεθεί στη ζωντανή εμφάνιση ενός ονόματος με έντονο hype, κουτσομπολεύοντας και απαιτώντας να "βαρέσει περισσότερο". 

Απολαμβάνοντας τον Nicolas Jaar ζωντανά, συνειδητοποίησα πιο ξεκάθαρα ότι η τέχνη του είναι πειραματική και περιπετειώδης, αρνούμενη να μπει σε κάθε είδους καλούπια. Στάθηκε μόνος του  απέναντι σε εκατοντάδες κόσμου, περιτριγυρισμένος από τα synths και τα μηχανήματά του και για δύο ώρες συνδύασε την αληθινά δημιουργική έκφραση με τον επαγγελματισμό. Παρουσίασε το καλλιτεχνικό του όραμα σε όλο του το συναισθηματικό βάθος, παραμένοντας ένας εγκεφαλικός "mixing engineer", όπως αποκαλείται στην επίσημη ιστοσελίδα του.


Σκοτεινές και χαμηλόφωνες ambient συνθέσεις, οι οποίες έφερναν στο νου Tangerine Dream και τις πιο ηλεκτρονικές στιγμές των Pink Floyd, εναλλάσσονταν με ξέφρενο και την ίδια στιγμή πειραματικό microhouse και minimal techno. Σε αυτό το πάντρεμα, ο Jaar φρόντιζε να εντάξει στοιχεία από krautrock, ειδικά όταν τραγούδησε τα κομμάτια The Governor και Three Sides of Nazareth του άλμπουμ Sirens, από free jazz, παίζοντας με επιτηδευμένο φάλτσο το σαξόφωνό του, και βέβαια deep house, καθώς σύσσωμο το κοινό σείονταν με τις επιτυχίες του A Time For Us, Space Is Only Noise και Mi Mujer. Φυσικά, όσο η ώρα περνούσε και το ταξίδι έφτανε στο τέλος του, ο Nicolas φρόντισε να μας ταρακουνήσει για τα καλά, ανεβάζοντας τον χορευτικό ρυθμό στο ζενίθ. 

Ωστόσο, προσωπική αγαπημένη στιγμή της συναυλίας ήταν το encore, όπου τραγούδησε το αριστουργηματικό No. Η απαραίτητη πολιτική - τολμώ να πω αριστερής απόχρωσης - πινελιά είχε προστεθεί, από έναν δημιουργό που επιμένει να δίνει κοινωνικοπολιτική κατεύθυνση στη μουσική του.

Κλείνοντας, είναι άδικο να μην γίνει αναφορά στον ικανοποιητικό ήχο του live και γενικά στην πολύ καλή διοργάνωση. 


Με αυτή τη συναυλία ο Nicolas Jaar επιβεβαίωσε για ακόμα μια φορά ότι είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της σύγχρονης ηλεκτρονικής σκηνής. Είμαι σίγουρος ότι στα επόμενα χρόνια μας επιφυλάσσει πολλές καλλιτεχνικές εκπλήξεις και έχω την προσδοκία ότι η μουσική του θα αποδειχθεί διαχρονικά σημαντική.