Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sociopolitical. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sociopolitical. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30/12/24

Απολογισμός των ακροάσεων του 2024: 10 LPs








Μετά από την παρουσίαση των 10 EPs και singles του 2024, περνάμε δίχως καθυστέρηση στα LPs:


(H εικόνα του κάθε εξωφύλλου αποτελεί link για το αντίστοιχο άλμπουμ)


10. Monoplay - Nine Lives

Ο πολυταξιδεμένος Ρώσος τραγουδοποιός βρίσκει μια αρκετά δική του μουσική γλώσσα, κάπου ανάμεσα στο downtempo και το microhouse, για να μας διηγηθεί  ιστορίες, οι οποίες διέπονται από την ίδια μελαγχολία, είτε αν (φανταζόμαστε πως) εξελίσσονται στις μεγαλουπόλεις  της καπιταλιστικής Δύσης, είτε σε εκείνες του μετασοβιετικού κόσμου.



09. Khirki - Κυκεώνας

Με αυτό το δεύτερο full -length τους, οι δικοί μας Khirki σερβίρουν ένα μοντέρνο, μελωδικό και γκρουβάτο metal, που εμπλουτίζεται με αναφορές στο κλασικό heavy rock, καθώς και με καίρια ανοίγματα στην ελληνική παραδοσιακή μουσική. Δίκαιη, λοιπόν, η μεγάλη τους επιτυχία. 




08. Starsiren - All Dust

Στο αφιέρωμα μας σε μερικές από τις πιο συναρπαστικές trip hop κυκλοφορίες του 2024, αναφερθήκαμε και στους Starsiren. Το ντουέτο από τη Georgia των ΗΠA κυκλοφόρησε ένα ντεμπούτο σκοτεινού ως και goth μα εξίσου soulful trip hop, που ακούγεται απνευστί. 




07. Common & Pete Rock - The Auditorium Vol. 1

Δύο βετεράνοι του καλού αμερικάνικου hip hop συνεργάζονται σε ένα άλμπουμ δυναμίτη: ο Common δίνει ένα εξίσου δυναμικό και μελωδικό ραπ ρεσιτάλ, θίγοντας σημαντικά κοινωνικά προβλήματα, ενώ ο Pete Rock δομεί μια παραγωγή γεμάτη τόσο τεχνική όσο και συναίσθημα. Παράλληλα, αμφότεροι οι συμμετέχοντες στηρίζονται αλλά και προάγουν σφαιρικά την αφροαμερικανική κουλτούρα. Αυτό το hip hop αγαπάμε. 


06. VA - Chill Pill Vol. VI

Το έκτο μέρος της συλλογής Chill Pill συγκεντρώνει tracks λιγότερο ή περισσότερο νέων εκπροσώπων του chill out και του Balearic, οι οποι@ ανεβάζουν τον πήχη σε ένα υπο-είδος που συχνά σχετίζεται με αδιάφορες συλλογές για κυριλέ beach bar και ξενοδοχεία, μπλέκοντας το με krautrock, ambient house, bass music και γενικώς την πιο απρόβλεπτη όψη της ηλεκτρονικής μουσικής. 


05. Viive - Sen J​ä​lkeen Kun

Η Riika Suutari και ο  Antti Niiranen από τη Φινλανδία, πολύ καλοί φίλοι μεταξύ τους, αποφάσισαν να μοιραστούν το μουσικό τους όραμα, με αποτέλεσμα ένα πραγματικά μαγευτικό πάντρεμα ανάμεσα στην χαμηλόφωνη τζαζ και στην ακουστική folk, το οποίο αποπνέει αλλόκοτο λυρισμό και ορεσίβια ελευθερία.  



04. Floating Points - Cascade

Ο κύριος Samuel Shepherd αποτελεί, για μένα, τον μπροστάρη της leftfield electronica σήμερα. Στο Cascade επανέρχεται στην dance, μαστορεύοντας ένα άλμπουμ εκρηκτικό, μα και γεμάτο με συγκίνηση, δείχνοντας παράλληλα τον σωστό δρόμο για το συγκαιρινό techno και house, το οποίο δεν λησμονεί γόνιμες επιρροές ακόμα και από το πιο μακρινό πειραματικό του παρελθόν. 


03. Conifère - L'Impôt du Sang

Αυτό το άλμπουμ το άκουσα φέτος περισσότερες φορές από κάθε άλλο, ανεξαρτήτως είδους, για αυτό και του αφιέρωσα ένα long-read. Έχουμε να κάνουμε με επικό, ατμοσφαιρικό και μελωδικό black metal πρώτης γραμμής, με κεφάτες (crust) punk ενέσεις, αλλά και υφέρποντα folk μπολιάσματα. Οι στίχοι ξετυλίγουν το νήμα ουσιαστικών προβληματισμών σχετικά με το ιστορικό παρελθόν. 


02. Gatt & Shoaib Kaminpour - Over The Oceans

Νιώθω ότι ο  Ιρανός κιθαρίστας και συνθέτης Shoaib Kaminpour έκανε αυτό το άλμπουμ δώρο προσωπικά σε μένα, ώστε να αντιμετωπίζω, έστω λίγο πιο ψύχραιμα, εκείνες τις στιγμές που ο φόβος και η αβεβαιότητα γυρνάνε δύσκολα σε προσδοκία και φως. Παράλληλα, το Over The Oceans είναι διαποτισμένο από τον ιστορικό πόνο του ιρανικού λαού. Σε μουσικό επίπεδο, το post-rock των Gy!be συνδυάζεται με το singing-songwriting, την avant-jazz καθώς και με τη μακρά ιρανική - περσική παράδοση. Ένα άλμπουμ πολύ κοντά στο αριστούργημα, το οποίο αποδεικνύει πως, όπως λέει και φίλος μας ο Σωκράτης, “το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή”. 


01. Procida Ritual Project - Misteri

Το συγκεκριμένο άλμπουμ αρχικά στήθηκε, ώστε να παρουσιαστούν, με κάποια μουσική επεξεργασία, field recordings τα οποία πραγματοποιήθηκαν το 2022 στο νησί της Procida, με θέμα αποκλειστικά τοπικά Καθολικά δρώμενα και έθιμα, που όμως διακρίνονται από μουσουλμανικές επιδράσεις και προχριστιανικές μνήμες. Στην ουσία όμως αυτό το πρωτογενές υλικό μεταβάλλεται σε ένα από τα κεντρικά νήματα που υφαίνουν το κορυφαίο αυτό άλμπουμ, στο οποίο η άποψη των Dead Can Dance για τις μουσικές του κόσμου συναντά το downtempo και το dub. Τελικά, το Misteri των Procida Ritual Project, το οποίο καθοδηγείται από τον μουσικό και παραγωγό Pier Paolo Porcari (μέλος των σπουδαίων Almamegretta), αποτελεί ένα μουσικό έργο πολιτισμικού και ανθρωπολογικού βάθους, παράλληλα όμως ακούγεται εύκολα, ξανά και ξανά. 


Στο πρώτο μέρος των best του 2024 έγραψα πως οι περισσότερες από τις μουσικές κυκλοφορίες που επιλέχτηκαν έχουν μια κοινωνικοπολιτική διάσταση, κάτι που ισχύει, αρκεί να αντιληφθούμε τον πολιτισμό/ την κουλτούρα ως ένα σύνολο ή ως ένα σύστημα, αν θέλετε, που αγκαλιάζει κάθε πλευρά της ανθρώπινης ζωής, από την υψηλή τέχνη ως την ποπ κουλτούρα και από την πολιτική ως τη μαγειρική. Κάτω από αυτή την οπτική, στις καλλιτεχνικές δράσεις, όπως είναι στην περίπτωση μας η μουσική, βράζουν δυνάμεις πολιτικής, νοοτροπίας και ιδεολογίας. 

Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε πως οι επιλεγμένες κυκλοφορίες διαπερνώνται από κάποια κοινά νήματα άρα, κατά κάποιο τρόπο, μπορούν να ομαδοποιηθούν: πρώτο νήμα η αναδιαπραγμάτευση του ιστορικού παρελθόντος και της εντόπιας/ εθνικής πολιτισμικής μνήμης, η εμπλοκή τους με τον μύθο και η σκιά τους στο σήμερα, δεύτερο νήμα η προβολή της διαπολιτισμικής επαφής ως ένα αδιαμφισβήτητα θετικό φαινόμενο και τρίτο νήμα η σημασία της συνεργασίας και κατ' επέκταση της συντροφικότητας. Και οι τρείς αυτές τάσεις κοντράρουν κυρίαρχες ιδεολογικές τάσεις των ημερών μας, ειδικότερα, την αίσθηση του διαρκούς παρόντος και τη λησμονιά του παρελθόντος, έπειτα τον σωβινισμό και τον ρατσισμό και τέλος, την αντίληψη της ατομικής επιτυχίας και του σκληρού ανταγωνισμού, αντίστοιχα.

Κάπως έτσι, η μουσική δημιουργία μα και ακρόαση συντελεί σε ένα καλύτερο αύριο. 


Η εικόνα αποτελεί έργο του Nikolai Lutohin

29/11/24

Conifére - L'Impôt du Sang: επαναστατικό, παθιασμένο και νοσταλγικό black metal από το Μόντρεαλ του Καναδά

Δεν είμαι βέβαιoς αν το L'Impôt du Sang των Conifére είναι το καλύτερο άλμπουμ της χρονιάς... αυτός όμως που μπορώ να δηλώσω με βεβαιότητα είναι πως πρόκειται για το πιο απολαυστικό άλμπουμ της χρονιάς. Μια δισκογραφική κατάθεση που έχω ακούσει πολλές φορές ήδη, περισσότερο από κάθε άλλη κυκλοφορία του 2024- ανεξαρτήτως είδους και ύφους- και συνεχίζω να ακούω με μεγάλη ευχαρίστηση. Κι αυτό επειδή το black metal συγκρότημα από το Μόντρεαλ του Καναδά παντρεύει αλλόκοτα και γοητευτικά τη μελωδία και την αγριότητα, την οργή και το πανηγύρι. 

Βέβαια, το άρθρο που ακολουθεί δεν έχει μονάχα διθυραμβικό, αλλά και κριτικό χαρακτήρα, καθώς το μουσικό ύφος, το  πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο οι Conifére κινούνται, καθώς και οι ευρύτερες επιρροές τους σχηματίζουν ένα υλικό ταμάμ για αισθητικό, αλλά και πολιτικοκοινωνικό σχολιασμο. Ας μπούμε, λοιπόν -όπως θα έλεγαν και οι φίλοι μας οι Emperor- στο μαγικό emperium των Conifére.

Πρώτα απ’ όλα, ο ιδιοσυγκρασιακός ήχος της μπάντας αξίζει την προσοχή μας: από τη μια πλευρά έχουμε ένα ενεργητικό, μελωδικό και επικό black metal, με μικρά μα ουσιαστικά ακουστικά διαλείμματα, ένας ήχος που χρωστά πολλά στην νορβηγική σκηνή των 90s, ειδικότερα στα folk, ψυχεδελικά και επικολυρικά πειράματα των πρώτων άλμπουμ των Enslaved και των In The Woods. Παράλληλα, όμως, διακρίνουμε και σαφείς επιρροές από τον ευρύτερο χώρο του punk, ακόμα και του hardcore, θα έλεγα κυρίως από neocrust μπάντες, όπως οι προ δεκαπενταετίας - εικοσαετίας θεμελιωτές της crust αναβίωσης Fall Of Efrafa. Ωστόσο, οι Conifére διαφοροποιούνται, καθώς ξεφεύγουν αφενός από αυτόν τον κραυγαλέο ηχητικό όγκο που κυριαρχεί σε ένα μεγάλο μέρος του ακραίου metal σήμερα, ακόμα και στις πιο underground πλευρές του και αφετέρου από την κατήφεια που διακατέχει το crust από τα γεννοφάσκια του. 

Δηλαδή, από τη μία πλευρά ο ήχος τους είναι πιο messy και fuzz-αριστός, με την απαραίτητη και διακριτική προσθήκη των πλήκτρων, στοιχεία βέβαια που παραπέμπουν στο λεγόμενο atmospheric black metal, αλλά από την άλλη πλευρά στηρίζεται σε έξυπνα και τσαμπουκαλεμένα riffs, που βγάζουν μια οργισμένη χαρά. Συνεπώς στο L'Impôt du Sang θα βρείτε μουσική που προκαλεί νοσταλγία αλλά και διάθεση για ένα σούπερ δυνατό live. Η παραγωγή του Patrick McDowall των Spectral Wound αναδεικνύει όλη αυτή την ηχητική ιδιαιτερότητα. Θεωρώ πως το δεύτερο τραγούδι του άλμπουμ, "Le Grand Ηyver", εμπεριέχει ισόποσα όλα τα παραπάνω στοιχεία˙ ειδικά το γύρισμα στo 3'.29'' από μια μυστικιστική απαγγελία βυθισμένη στο crustened black metal σε ένα παιχνιδιάρικο classic metal solo του Nakkabre, πάνω σε ένα κεφάτο d-beat παιγμένο από τους Garoth (drums) και Martyr (μπάσο) φτιάχνει ένα πραγματικό αριστούργημα. 

Η θεματολογία των αποκλειστικά γαλλικών στίχων στο L'Impôt du Sang μπλέκει την ιστορία με τον τον μύθο και τον συμβολισμό. Το άλμπουμ ξεκινά εκπληκτικά με την απαγγελία του ποιήματος “Liberté” του Πωλ Ελυάρ, από τον ίδιο τον ποιητή. Πρόκειται για ένα ποίημα που γράφτηκε το 1942 κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής της Γαλλίας και έχει επομένως έντονη αντιφασιστική και Αριστερή χροιά, ειδικά αν αναλογιστούμε την πολιτική ταυτότητα του ίδιου του δημιουργού του. Στα καπάκια ο τραγουδιστής Cauchemar ξεκινά τα ωραία του ουρλιαχτά, συνοδεία του απαραίτητου οργανικού ορυμαγδού. Μας τραγουδά για τον ανελέητο πόλεμο, για “τα αρπακτικά πουλιά που γλεντούν σε μια μαύρη γιορτή σάρκας” (“Régalent les rapaces d’un noir festin de chair”). Το “Le Grand Hyver” παρουσιάζει μια τραγική κατάσταση ένδειας, ακόμα και πείνας που φέρνει ο χειμώνας στους χωρικούς του Μεσαίωνα ή της πρώιμης νεωτερικότητας, ενώ το  “Décombres Fumants” είναι αφιερωμένο στους χριστιανούς κατακτητές των παγανιστικών κοινοτήτων της Ευρώπης και της Αμερικής, ίσως και του Καναδά ακόμα… 

Last but not least, στο δωδεκάλεπτο “Rêve de Nos Ancêtres” ξεδιπλώνεται μια λυρική εξιστόρηση της πορείας του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος παρουσιάζεται αντιφατικά: από τη μια γνήσιο τέκνο της Γαλλικής Επανάστασης και του απελευθερωμένο γαλλικού λαού, αλλά από την άλλη ένας ιμπεριαλιστής κατακτητής, ζωσμένος από κόλακες και δολοπλόκους, ένα “πολίτης τύραννος”: “Citoyen Tyran”. Μετά από ένα ψάξιμο στο διαδίκτυο αυτός ο οπωσδήποτε μειωτικός χαρακτηρισμός, παραφθορά του τίτλου “Le Roi Citoyen” (πολίτης βασιλιάς) διατυπώθηκε από τον δημοσιογράφο Eugène Desmares σε σατιρικό του βιβλίο του 1830 εναντίον του βασιλιά της Γαλλίας, Louis Philippe I, ως κριτική της τάσης του για απολυταρχισμό. Ο Louis Philippe I ανατράπηκε το 1848, στο πλαίσιο μεγάλων αντιμοναρχικών και δημοκρατικών επαναστατικών κινήσεων στη Γαλλία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Δεν γνωρίζω αν ο στιχουργός του γκρουπ, Cauchemar, έχει υπόψη του το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά -όπως και να ‘χει- η διακειμενική αναφορά είναι πολύ ενδιαφέρουσα. 

Συνεπώς, βλέπουμε ότι τα κοινωνικοπολιτικά και τελικά ιδεολογικά αποτυπώματα των Conifére, τουλάχιστον στο L'Impôt du Sang, φανερώνουν μια προοδευτική πορεία, με μια -γνήσια γαλλική- επαναστατική εστίαση στον λαό ως φορέα της εθνικής και κοινωνικής ελευθερίας, από τη Γαλλική Επανάσταση ως και τον φλογερό ποιητικό λόγο του Πωλ Ελυάρ. Ωστόσο, μια πιο ενδελεχή έρευνα των κινήσεων του γκρουπ, από τότε που σχηματίστηκαν ως και σήμερα, αποκαλύπτει μια πιο αντιφατική πορεία, που έχει προφανώς μια θετική πολιτικά κατάληξη. 

Το πρώτο άλμπουμ των Conifére ονομάζεται Noblesse D'Épée και κυκλοφόρησε το 2020. Πρώτα απ’ όλα, ας ομολογήσουμε ότι είναι μια δουλειά πολύ κατώτερη του L'Impôt du Sang: ατμοσφαιρικότατο ambient black metal μεν, που τείνει έντονα προς το dungeon synth, αλλά υστερεί τόσο σε συνθέσεις, όσο και σε παραγωγή, η οποία είναι τόσο επιτηδευμένα lo-fi, που καταντά κάπως απρόσεκτη. Επίσης, το Noblesse D'Épée κυκλοφόρησε στην καναδική δισκογραφική Corde Raide, η οποία έχει φιλοξενήσει και κάποιους ξεκάθαρα εθνικοσοσιαλιστές black metal καλλιτέχνες. Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα αν το γκρουπ είχε υπόψη του το ποιόν της συγκεκριμένης δισκογραφικής, αλλά στο διαδικτυακό μας κόσμο δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο... Παράλληλα όμως, αυτό το ασφυκτικό περιτριγύρισμα της μπάντας από έναν ακραία συντηρητικό πολιτικό κλοιό είναι ακόμα πιο σύνθετο. 

Όσες και όσοι ασχολούμαστε με το black metal ξέρουμε πολύ καλά πως δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος των καλλιτεχνών του ιδιώματος ανήκει στον συντηρητικό πολιτικό χώρο, από μια ήπια δεξιά κατεύθυνση ως και πλήρως συνειδητοποιημένες νεοναζιστικές θέσεις. Έτσι και στην ευρύτερη περιοχή του Κεμπέκ του Καναδά όπου ζουν και δραστηριοποιούνται οι Conifére (συγκεκριμένα τα μέλη της μπάντας ζουν στο Μόντρεαλ),  έχει αναπτυχθεί ένα ολόκληρο κύμα black metal μπαντών που εκφράζουν το γαλλοθρεμμένο αυτονομιστικό εθνικιστικό κινημα της περιοχης, το οποίο έχει τις ρίζες  στον 19ο αι., ενώ εδώ και πολλά χρόνια έχει στραφεί προς μια καθαρά συντηρητική και επικίνδυνα φυλετική κατεύθυνση. Οι φίλοι μας οι Conifére είναι αναμφίβολα επηρεασμένοι από αυτή την τάση, καθώς στον ήχο τους συναντάμε πολλές επιρροές από την μπάντα - σήμα κατατεθέν της, δηλαδή τους Forteresse, οι οποίοι παίζουν ένα επικό, δυναμικό και αγέρωχο atmospheric black metal και αφετέρου είδαμε ήδη πως έχουν μια εμμονή με τη γαλλική ιστορία και κουλτούρα. 

Όμως, στο L'Impôt du Sang, το συγκρότημα από το Μόντρεαλ κάνει μια ανεπαίσθητη αλλά παράλληλα ανεξίτηλη ιδεολογική στροφή, ενισχύοντας τις δημοκρατικές και (πολιτικά) φιλελεύθερες του τάσεις, χωρίς να απαρνείται τη γαλλική επίδραση. Αυτή η αλλαγή αντικατοπτρίζεται και στον ανανεωμένο, πλουσιότερο και σαφώς βελτιωμένο ήχο του πιο πρόσφατου δισκογραφικού του πονήματος. Παράλληλα, η βινυλιακή έκδοση του άλμπουμ τους κυκλοφορεί από τη δισκογραφική Phantom Lure, στο roaster της οποίας συμπεριλαμβάνονται Αμερικάνοι καλλιτέχνες, όπως οι Old Nick  και οι Bloody Keep, οι οποίοι έχουν πάρει ξεκάθαρα αντιφασιστική στάση. Τέλος, ο κιθαρίστας των Conifére, Nakkabre, κατά κόσμον Mathias Fortier, φαίνεται ένας ωραίος τύπος, tattoo artist και γραφίστας, με ευρύ μουσικό γούστο και, κυρίως, με διασυνδέσεις στον χώρο του αντιφασιστικού πανκ της καναδικής μεγαλούπολης. Συνυπολογίζοντας όλα αυτά, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε πως οι Conifére πλέον βαδίζουν δημοκρατικά, ακόμα περισσότερο διαμορφώνουν μια πιο προοδευτική οπτική για το metal noir quebecois, όπως ονομάζεται αυτή η εντόπια εκδοχή του μαύρου μετάλλου. 

Κατά τη διάρκεια του 2024, άκουσα black metal περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της πορείας μου ως ακροατής. Σίγουρα οι εσωτερικές και οι εξωτερικές εμπειρίες δημιουργούν κάθε φορά τις συνθήκες για την έφεση προς ένα συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα. Στο L'Impôt du Sang των Conifére βρήκα έναν φίλο που με παρέσερνε σε ένα ενδογενές (ή και κανονικότατο) headbanging, αλλά παράλληλα μου προσέφερε στοχασμό, νοσταλγία και ψυχοθεραπεία! Πιστεύω πως στις επόμενες της κυκλοφορίες η μπάντα θα κινηθεί ακόμα πιο συναρπαστικά σε μουσικό επίπεδο και ακόμα πιο προοδευτικά σε πολιτικό. 

9/10/24

Steve Cobby - FUCK NO (2024, Déclassé)

 


Ο Steve Cobby είναι ένας από τους υπόγειους ήρωες της βρετανικής και ευρύτερα ευρωπαϊκής electronica. Ήδη από τις αρχές των 90s, παρέα με τον Dave “Porky” Brennand σχημάτισαν τους Fila Brazilia, ένα από τα πιο επιδραστικά σχήματα στον χώρο της acid jazz, του trip hop και του downtempo. Το συγκεκριμένο ντουέτο φιλοξενήθηκε στη -δημιουργημένη επίσης από τους Cobby και Brennard- Pork Recordings, την indie δισκογραφική που σταδιακά έγινε το καταφύγιο, όχι μόνο των πολλών project του δαιμόνιου Βρετανού (Solid Doctor, Heights of Abraham), αλλά και άλλων συνοδοιπόρων του, όπως οι Baby Mammoth και ο Leggo Beast. Φυσικά, ο Steve Cobby δεν επαναπαύτηκε από τότε, αντιθέτως συνεχίζει να κυκλοφορεί συχνά άλμπουμ στον γνωστό του ήχο, τον οποίο όμως προσαρμόζει στα σημερινά στιλιστικά και ηχητικά δεδομένα

Φέτος, λοιπόν, κυκλοφόρησε το νέο του full-length, με τον κάμποσο προκλητικό τίτλο FUCK NO, που με ιντρίγκαρε να ακούσω. Και έπραξα πολύ καλά, επειδή η μουσική του γραφή είναι πιο ώριμη από ποτέ. Πρώτα απ’ όλα, αυτή η υπέρ το δέον χαλαρότητα και η έλλειψη έντασης που χαρακτηρίζουν κάποιες από τις προηγούμενες κυκλοφορίες του, ήδη από τα 90s, έχουν δώσει τη θέση τους σε ένα πιο σκληρό και υπόγεια οργισμένο funky groove το οποίο υφέρπει ακόμα και στα πιο ράθυμα track αυτού του καθ’ όλα ορχηστρικού άλμπουμ.

Το FUCK NO ξεκινά δυναμικά, με το κομμάτι "Silent Windmills", στο οποίο κυριαρχούν ρετρό 80s synths και ένα στιβαρό old school hip hop beat, όπως σημειώνει και ο Robbert Harris στην κριτική του. Άρα, οι ανεμόμυλοι με τους οποίους ο κ. Cobby μας καλωσορίζει μόνο σιωπηλοί δεν είναι. Το αμέσως επόμενο κομμάτι έχει τον τίτλο "Sepulveda" και είναι αφιερωμένο προφανώς στον φοβερό Χιλιανό συγγραφέα Luis Sepulveda (1949-2020), με τη βαθιά Αριστερή και οικολογική, αγωνιστική και ανθρώπινη του πένα. Αυτό το track θυμίζει ένα χαλαρό μα γκρουβάτο jamming ενός ψυχεδελικού ροκ συγκροτήματος. Κάπου εκεί, λοιπόν, άρχισα να ψυλλιάζομαι το θεματικό και ουσιαστικά ιδεολογικό concept του άλμπουμ: ο Steve Cobby αρθρώνει ένα συνειδητό “fuck no” στις ολοένα και περισσότερες πλευρές της σύγχρονης κοινωνικοπολιτικής ζωής που κοντράρουν τις αξίες της ισότητας και της δημοκρατίας. Οι τίτλοι των tracks στέκονται ως οδηγοί σε μια τέτοια ερμηνεία του άλμπουμ.

Το "United States of Africa" με το ζεστό jazzy φλάουτο και τον ανάλαφρο μα στακάτο ρυθμό σαν να διαυγάζει τις ουτοπικές Ηνωμένες Πολιτείες της Αφρικής, όπου κάθε ίχνος φυλετικού ρατσισμού θα έχει σβηστεί και η αναζήτηση για μια πρωτόλεια ανθρωπιά θα κυριαρχεί. Στο midtempo reggae "Owl of Minerva" η κουκουβάγια της θεάς Αθηνάς ανάγεται σε ένα σύμβολο της μαχόμενης σοφίας. Τώρα, η λέξη Chūgi που δίνει τον τίτλο στο επόμενο track του άλμπουμ έχει ιαπωνική προέλευση και μάλλον δείχνει την ανόσια, θα έλεγα, ειρωνεία του δημιουργού μας. Σας αφήνω να το ψάξετε από μον@ σας. 

Το FUCK NO κλείνει με δύο αργά και ιδιαίτερα ατμοσφαιρικά κομμάτια, το dubby "Mind Dem Doorstep" και το jazzy "It's Raining Diamonds on Neptune". Ειδικά το τελευταίο δημιουργεί ένα συναίσθημα ήρεμο ακόμα και καθησυχαστικό. Ίσως στο τέλος του άλμπουμ του, ο Steve θέλει να περιγράψει με τα δικά του καλλιτεχνικά μέσα την πολιτική και κοινωνική ουτοπία για την οποία πολεμά σε όλη τη διάρκεια του. 

Βέβαια, όλη αυτή η πολεμική δεν συνοδεύεται από τον αρκετά συνήθη πεσιμισμό τέτοιων καλλιτεχνικών εκφράσεων, αλλά από ένα διαολεμένο κέφι, που ο Steve Cobby επιστρατεύει ώστε να υποβάλλει πως αξίζει να παλέψουμε για τέτοιες αλλαγές στο επίπεδο της ζωής και της νοοτροπίας μας. Το εξώφυλλο του άλμπουμ αναδεικνύει αυτή την κεφάτη και, βέβαια, σαρκαστική αγωνιστικότητα: εμπνευσμένο από τη street αλλά και την pop art των 80s και των 90s, δείχνει τρεις γελοιογραφικά σχεδιασμένες φιγούρες, έναν ήλιο, ένα φεγγάρι και ένα μπουκάλι (αναφορά στην οικολογική καταστροφή, στον υπερκαταναλωτισμό ή, απλά, στη διασκέδαση;) να περπατάνε χαμογελαστές χέρι χέρι, ενώ βλέπουμε καθαρά και ξάστερα την επιγραφή: FUCK NO


29/8/24

Music is my fuel 2024 III: Hasta La Vista Beyond Evil


Η τρίτη συνέχεια της σειράς Music is My Fuel 2024, με επιλεγμένα πρόσφατα tracks κατά βάση της λεγόμενης leftfield electronica ήρθε γρήγορα, καθώς ο αγαπημένος σας μουσικός επιλογεύς είναι on fire! Αρκετά τα ενδιαφέροντα κομμάτια, EPs και full-lenghts μέσα στο 2024, για τα οποία θα μιλήσουμε εν ευθέτω χρόνω, βέβαια πριν τελειώσει η χρονιά. Προς το παρόν απολαμβάνουμε μουσική και, όποια/ όποιος θέλει ψάχνει περαιτέρω.

Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί πως σε αυτή την έντονη καταφυγή στην τέχνη της μουσικής συντέλεσε κατά πολύ η τραγική αποκορύφωση της καταστροφικής παρακμής που βιώνει η πόλη μας, ο Βόλος. Έτσι, φτιάξαμε μια αφήγηση τραγουδιών και ορχηστρικών από το 2024 που κρατά δυόμιση ώρες και είναι αφιερωμένη σε όσες/ όσους κατοίκους του Βόλου και της Μαγνησίας αντιστέκονται στην οικολογική, πολιτική, κοινωνική, αισθητική και νοοτροπική, τελικά, σήψη της πόλης και της περιοχής μας: hasta la vista beyond evil


Η εικόνα προέρχεται από καρτ-ποστάλ του λιμανιού του Βόλου, από τις αρχές του 20ού αι. 

28/5/24

Ελληνικό hip hop: από τη δεκαετία του '90 σ' αυτή του 2020


Το hip hop, όπως και το ροκ, η ηλεκτρονική μουσική και εν μέρει η τζαζ, αποτελεί ένα μουσικό είδος που αφορά σε ένα μεγάλο βαθμό τα νιάτα. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια το hip hop, έχει κερδίσει την παρτίδα, εκφράζοντας χιλιάδες νέες και νέους σε όλο τον κόσμο, τόσο ως ακροατές και και ως δημιουργούς.

Έτσι κι εγώ, ακούγοντας που και που hip hop, αισθάνομαι μικρότερος, κάπου ανάμεσα στην εφηβεία και την πρώτη νεοτητα κι ακόμα πιο βαθιά, αναστοχάζομαι αυτή τη φάση της ζωής, σχεδιάζοντας παράλληλα το αύριο. Το ίδιο μου συμβαίνει ακούγοντας metal και dance μουσική. Είμαι καλά γιατρέ μου; 

Anyway, τα παραπάνω λόγια γράφτηκαν εξαιτίας του παρακάτω YouTube playlist, με μια αρμαθιά από αγαπημένα ελληνόφωνα hip hop τραγούδια, από τα 90s ως και σήμερα. Η λίστα αυτή δεν διεκδικεί δάφνες αντικειμενικότητας, καθώς λείπουν κυκλοφορίες - σταθμοί στον χώρο. Άλλωστε, φανατικός του ελληνικού hip hop δεν είμαι, καθώς με κουράζει συχνά η προβλεπόμενη και συχνά ντεμέκ αλητεία, όσο και η εξίσου προβλεπόμενη κατάθλιψη, δύο χαρακτηριστικά που όχι σπάνια μαστίζουν το hip hop στη χώρα μας. Αλλά, και σε αυτό το είδος, έχουμε φτιάξει σπουδαία κομμάτια. 

Στη λίστα έχουν συμπεριληφθεί και αρκετά βίντεοκλιπ, ώστε η κουλτούρα του ελληνικού hip hop να παρουσιαστεί πιο σφαιρικά. Επίσης, η σειρά των βίντεο είναι, όχι μόνο στιλιστική, αλλά και ως επί το πλείστον χρονολογική. 

 

Η λίστα είναι αφιερωμένη στον ανθό της νεότητας, στις μαθήτριες/ φοιτήτριες και τους μαθητές/ φοιτητές μου, των οποίων τα όνειρα, τις προσδοκίες και τους αγώνες επιβίωσης, σχέσεων, κοινωνίας και ψυχολογίας περιγράφουν, θαρρώ, διαχρονικά τα τραγούδια αυτά.

14/9/23

"Με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια": ένα εκπαιδευτικό μουσικό project (2022-2023)


Από τότε που ξεκίνησα να δουλεύω στην ιδιωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή στον χώρο των ιδιαίτερων και των φροντιστηρίων, παίδευα το νου μου για το πώς θα συνδυάσω τα φιλολογικά μαθήματα με τη μεγάλη μου αδυναμία, τη μουσική. Αυτός ο συγκερασμός δουλευόταν στο μυαλό μου για χρόνια και που και που εκδηλωνόταν, ωστόσο ανοργάνωτα και χωρίς συνέχεια. Εκείνα τα ταραγμένα βήματα οφειλόταν τόσο στη δική μου αβεβαιότητα, όσο και στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας, το οποίο, ως γνωστόν, ευνοεί πολύ λίγο τη δημιουργική σκέψη και την καλλιτεχνική ενασχόληση. 

Μέχρι που, κατά την προηγούμενη σχολική σεζόν (2022-2023), το πήρα απόφαση κι έστησα ένα άτυπο project σε ένα φροντιστηριακό τμήμα της Γ' Λυκείου, στο οποίο δίδασκα το μάθημα της λογοτεχνίας. Στα πέντε παιδιά που αποτελούσαν το τμήμα πρότεινα κάθε εβδομάδα από ένα τραγούδι προς ακρόαση. Οι επιλογές ήταν εντελώς διευρυμένες: ελληνική και ξένη μουσική, rock, jazz, electronica, disco, metal, λαϊκά και ρεμπέτικα. Ο Μάλαμας συνάντησε τους Joy Division, ο Τσιτσάνης τους Thievery Corporation και ο Σαββόπουλος τους Savatage. 

Η αλήθεια είναι ότι, από τα πέντε παιδιά, ενδιαφέρον έδειξαν δύο μαθήτριες, αλλά ενδιαφέρον ζωηρό και ιδιαίτερα συναισθηματικό. Στο περιθώριο του μαθήματος, συζητούσαμε για τα προτεινόμενα tracks και το feedback ήταν πολυποίκιλο: με το She's Lost Control ενθουσιάστηκαν αμφότερες, απόρησαν με την απαισιοδοξία που διακατέχει τους στίχους του Time των Pink Floyd, λιγάκι παραξενεύτηκαν με το avant-garde στοιχείο στη Μαύρη Θάλασσα του Σαββόπουλου, ενώ μπορώ να πω ότι φρίκαραν πολύ με το Dunkelheit των Burzum. 

Φυσικά, για το προαναφερθέν μισανθρωπικό άσμα δόθηκε το απαραίτητο trivia, όπως άλλωστε και για όλες τις μουσικές επιλογές. Λίγα σχόλια, αλλά ελπίζω ουσιώδη. Άλλωστε, τα κορίτσια έδειξαν προσοχή μα και έμπνευση, αφού, ως ένα βαθμό, ταίριαζαν στην προσωπικότητα μιας νεαρής κοπέλας του σήμερα, όπως σκιαγραφείται, εύστοχα και ευαίσθητα, από τον ΛΕΞ στο Ευτυχισμένες Μέρες: κορίτσια που πιστεύουν στη μαγεία, αποζητάν την κριτική σκέψη, θέλουν να γυρίσουν τον κόσμο, αγαπάνε την τέχνη, μα κάποιες φορές αισθάνονται ξένα, σαν εξωγήινες. Σίγουρα το τελευταίο τους χαρακτηριστικό προσπαθήσαμε να το δουλέψουμε μέσω της μουσικής. 

Ακολουθούν τα περισσότερα από τα κομμάτια που συγκρότησαν το project, με τη σειρά που προτάθηκαν, σε μια Spotify λίστα. Κάποια τραγούδια, όπως ο Ηλεκτρικός Θησέας του Μαρκόπουλου, δεν υπάρχουν στο Spotify… 

Το τελευταίο track που προτάθηκε ήταν το περίφημο Born Slippy των Underworld: μ' αυτό το τραγούδι αποχαιρετιστήκαμε και ταυτόχρονα καλωσορίσαμε ένα καλοκαίρι που αποδείχτηκε μεν δύσκολο, αλλά δεν έχασε τη μαγεία του, ειδικά για ανθρώπους που βγαίνουν απ΄την εφηβεία και μπαίνουν στη νεότητα.

Προσωπικά απόλαυσα κάθε στιγμή αυτής της φάσης και θεωρώ πως, "με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια", έβαλα ένα λιθαράκι στην αληθινή παιδεία αυτών των κοριτσιών. 


13/3/23

2 Avocados - Tooo Deep (2003): ένα άλμπουμ κορυφαίας ρωσικής ambient electronica

Τον Μάρτη του 2019, δηλαδή πριν 4 χρόνια, είχαμε σε αυτό εδώ το ιστολόγιο παρουσιάσει το εν πολλοίς άγνωστο, αλλά αξιολογότατο ambient άλμπουμ Speak To Me (1987) του Ελληνοαμερικάνου Paul Voudouris. Στην εισαγωγή εκείνης της παρουσίασης, είχα γράψει τα εξής:

"Αν και ακούω εδώ και πολλά χρόνια μουσική, νιώθοντας πως αυτή η πράξη γίνεται ολοένα πιο συνειδητή και ουσιαστική, ακόμα μένω έκπληκτος όταν ανακαλύπτω φοβερά άλμπουμ, τα οποία παραμένουν σχεδόν άγνωστα, ακόμα και στους πιο υποψιασμένους ακροατές. Άλλωστε, κι αυτό εδώ το blog σταδιακά διαμορφώθηκε σε ένα μέσο παρουσίασης αυτών των άλμπουμ, ουσιαστικά σε ένα αρχείο από μνήμες, οι οποίες τόσο εύκολα φθείρονται στον μεταμοντέρνο κόσμο μας."

Αυτές οι προλογικές θέσεις ταιριάζουν ταμάμ και για το συγκεκριμένο κείμενο, στο οποίο θα αποπειραθούμε να αναδείξουμε ακόμα ένα underground αλλά εξαιρετικό ambient άλμπουμ, το Tooo Deep (2003) των 2 Avocados.

 

Η ιστορία της συγκρότησης του σχήματος με το τόσο περίεργο όνομα ξεκινά κατά τη δεκαετία του 1990, ειδικά στο δεύτερο μισό της, στην πόλη της Μόσχας. Ενώ ακόμα οι κάτοικοι της ρωσικής μητρόπολης και ευρύτερα ο λαός όλης της χώρας δεν έχουν συνέλθει από την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και γενικά του Ανατολικού Μπλοκ, μία ομάδα μουσικών και παραγωγών της ηλεκτρονικής μουσικής, επηρεασμένη έντονα από τις εξελίξεις στην electronica της Δύσης, αγωνίζεται να βρει μία πιο προσωπική έκφραση. Οι καλλιτέχνες αυτοί έχουν συγκεντρωθεί γύρω από την δισκογραφική Citadel Records και εξειδικεύονται σε στιλ όπως ambient, trip hop, downtempo, IDM και techno, δηλαδή τάσεις που από τα μέσα των 90s ως και τις αρχές των 00s είναι ισχυρές. 

Το project των 2 Avocados αποτέλεσε προϊόν συνεργασίας ανάμεσα στον επικεφαλής ίσως της πιο σημαντικής μπάντας της Citadel Records, των Moscow Grooves Institute, Arkady Marto (Аркадий Мартыненко), στον Dimitry Pronin - ο οποίος που και που χρησιμοποιεί και το ψευδώνυμο Dimitry from Moscow, μια αναφορά στον Dimitri from Paris- στον Dima Novikov και last but not least στον Hans Holman. Σκοπός του project ήταν η διοχέτευση των πιο αφαιρετικών, μινιμαλιστικών αναζητήσεων του κουαρτέτου, πέρα από τους ορίζοντες του trip hop, του IDM ή του techno. 

Ειδική μνεία αξίζει στον Hans Holman (Ганс Хольман), ψευδώνυμο του Andrej Savčenko (Андрей Савченко). Ο Holman αποτελεί μια φοβερά ενδιαφέρουσα μορφή του μοσχοβίτικου και ευρύτερα Ρωσικού underground, για τον οποίο αξίζει ένα ξεχωριστό αφιέρωμα. Ας αναφερθεί ενδεικτικά ότι μαζί με τον ήρωα της ρωσικής ηλεκτρονικής σκηνής Dolphin (Andrey Lysikov / Андрей Лысиков) ίδρυσε το hip hop - electronica - alt rock γκρουπ Dubovyy Gaay" (Дубовый Гаайъ) (1994-2003) - που μεταφράζεται ως “άλσος από βελανιδιές”- αλλά και το post punk - industrial - noise rock συγκρότημα των Alien Pat. Holman, που πήρε το όνομά του από τη λογοτεχνική ηρωίδα Patricia Holman του μυθιστορήματος Οι Τρεις Σύντροφοι του Έριχ Μαρία Ρέμαρκ. Ο Hans πλέον είναι DJ στο club Gazgolder της Μόσχας, παίζοντας μια μίξη από minimal techno, organic- world house, ambient και IDM. 

Φανταστείτε, λοιπόν, μία ομάδα νέων ανθρώπων, οι οποίοι αρχικά μεγάλωσαν στο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον της ΕΣΣΔ, δηλαδή σε ένα κλίμα αντιφατικό, που από τη μία ευνοούσε την πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργεια, αλλά από την άλλη περιόριζε την ελευθερία της έκφρασης μέσα από ένα στενό κομματικό και γραφειοκρατικό πλέγμα. Στη συνέχεια όμως, μετά το 1990-91 έβαλαν πλώρη για τους ανοιχτούς, αλλά χαοτικούς και αγχωτικούς δρόμους του Δυτικού κόσμου. Αυτή ακριβώς η πορεία γίνεται αισθητή στο άλμπουμ τους Tooo Deep ως 2 Avocados. 


Ουσιαστικά, το Tooo Deep είναι το αποτέλεσμα κάποιων κατά κύριο λόγο αυτοσχεδιαστικών session των συμμετεχόντων, οι οποίοι παίζουν synths, πιάνο, ακουστική κιθάρα και κρουστά, αποφεύγοντας συνειδητά τη χρήση midi. Κατά συνέπεια, το ύφος των 2 Avocados είναι αφαιρετικό και χαμηλόφωνο, με διακριτικά και επαναλαμβανόμενα μελωδικά, ρυθμικά και ευρύτερα ηχητικά μοτίβα μπλεγμένα με απλωτά ατμοσφαιρικά synth pads. Οι Ρώσοι μουσικοί αξιοποιούν ταυτόχρονα με κέφι, σεβασμό και εσωστρέφεια μνήμες κυρίως από την τευτονική kosmische μουσική (Zoo, किया है ?Liquid Sky) και από το new age (Defleuration7.40), αλλά και από το πρώιμο avant-garde (D.I.P.) και τη τζαζ (The Last Dump). Βέβαια, δεν πρέπει να παραλείψουμε και μια πιθανή επιρροή από τον συντοπίτη των 2 Avocados και πρόσφατα αποθανόντα Eduard Artemyev, υπεύθυνο για το soundtrack ταινιών του Andrei Tarkovsky. Αυτές οι επιρροές αφομοιώνονται στο jamming των μελών του γκρουπ,  που ενώ παραμένει ελεύθερο και χαλαρό, χωρίς κέντρο και σκοπό, σπάνια φτάνει στην παντελή έλλειψη συνοχής, όπως στη σύνθεση με τον αυτοσαρκαστικό τίτλο Smartsong.

Συμπεραίνουμε ότι αυτή η στιλιστική κατεύθυνση των 2 Avocados προϋποθέτει αφενός μια λεπτά δουλεμένη καλλιτεχνική αντίληψη, μια βαθιά και διευρυμένη μουσική και αισθητική βάση, αφετέρου μια ελευθερία έκφρασης, ειδικά όσον αφορά το παιχνίδι με τα δυτικόφερτες αποχρώσεις της ηλεκτρονικής μουσική, καθώς και την παράδοση άνευ όρων σε μία τέχνη που δεν κουβαλά ένα σαφές πολιτικό ή κοινωνικό μήνυμα. Προφανώς, η σύζευξη του σοβιετικού παρελθόντος και του δυτικότροπου (τότε) παρόντος είναι εμφανής. Βέβαια, εδώ χρειάζεται να σημειωθεί ότι στο Tooo Deep, πέρα από τον αυτοσκοπό του παιχνιδιού με τις φόρμες και τις δομές του ήχου, υφέρπει ένα σαφές νόημα που έχει και μία κοινωνική πτυχή: η πραγμάτωση μιας προσωπικής ελεύθερης έκφρασης, η οποία όμως περιορίζεται από τους άγραφους νόμους της αισθητικής, της ευαισθησίας και της πνευματικής καλλιέργειας. 

Ωστόσο αυτή η αισθητικά οριοθετημένη ελευθερία με τη σειρά της εξυπηρετεί την εξωτερίκευση μιας βαθιάς ψυχολογικής αναζήτησης, μιας εξίσου συνειδητής και ασύνειδης τάσης για εσωτερική γαλήνη.  Επομένως, μια δεύτερη αναφορά στον Tarkovsky δεν θα ήταν άτοπη. Στο εναρκτήριο track του άλμπουμ 2 Deep ακούγεται μία ψιθυριστή φωνή από τα βάθη, αναζητώντας το έξω και τη σύνδεση με τον ακροατή

Hello,

I’m too deep

One two…

I’m too deep

extra extra… 

23/12/22

Οι καλύτερες κυκλοφορίες του 2022 / Α' μέρος: όταν η τρέχουσα σκηνή ανοίγεται στις παραδόσεις των λαών

Φτιάχνοντας σιγά σιγά τη λίστα με τις μουσικές κυκλοφορίες του 2022 που ξεχώρισα, συνειδητοποίησα ότι το ενδιαφέρον μου αυτή τη χρονιά τράβηξε ενα ύφος ή -καλύτερα- κατεύθυνση της μουσικής, που έχει αναδειχθεί ως μία από τις κυρίαρχες τάσεις στην τρέχουσα σκηνή παγκοσμίως: το δημιουργικό παιχνίδι με τη world μουσική και το μπλέξιμο στοιχείων αντλημένων από τις παραδόσεις των λαών. Αυτό το αμάλγαμα θεωρώ ότι εκφράζει μία τάση όχι αμιγώς καλλιτεχνική, αλλά και κοινωνικοπολιτική. 

Το μυαλό μου πάει σε έναν, λ.χ., εντόπιο τραγουδιστή, μουσικοσυνθέτη ή μία τοπική μπάντα, δηλαδή σε καλλιτέχνες που προέρχονται από κοινωνίες βρισκόμενες στο περιθώριο της σημερινής πολιτισμικής ηγεμονίας των ΗΠΑ. Αυτοί οι καλλιτέχνες δημιουργούν σε ένα πλαίσιο εντός του οποίου συντίθενται οι βασικές κατευθύνσεις της ηγεμονίας αυτής, από τη τζαζ και το ροκ ως το hip hop και το trap (όλα είδη, βέβαια, των αφροαμερικανών που ιδιοποιήθηκε και ακομα ιδιοποιείται η ηγεμονική κουλτούρα των λευκών κεφαλαιοκρατών των ΗΠΑ) με στοιχεία από την πλούσια και βαθιά παράδοση του τόπου τους, τα οποία όχι σπάνια ανακαλούν μια αρχέγονη αισθητική και πολιτισμικη φαση. Μέσω αυτής της διαδικασίας που, με μια γκραμσιανή λογική, οργανώνει ένα παιχνιδι συνεναίνεσης και μαζί αντίστασης στην ηγεμονική κουλτούρα, οι καλλιτέχνες αυτοί προτείνουν έναν δρόμο ο οποίος: πρώτον δεν αναπαράγει άκριτα την ηγεμονική κουλτούρα, δεύτερον δεν βρίσκεται εκτός των κυρίαρχων μουσικών ρευμάτων, τρίτον οδηγει τις τοπικές μουσικές και ευρύτερα παραδόσεις στο αύριο, τέταρτον συνδέεται με την άρθρωση και διεκδίκηση εθνοτικών, φυλετικών, έμφυλων, ταξικών και ευρύτερα κοινωνικών αιτημάτων στο πολιτισμικό επίπεδο. 

Βέβαια, δεν εμπίπτουν όλα Τα LPs και τα EPs του 2022 που εχω ξεχωρίσει στον παραπάνω συγκερασμό, ωστόσο πολλά από αυτά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τον εκφράζουν. Αυτά, λοιπόν, τα άλμπουμ θα μονοπωλήσουν το πρώτο μέρος της αποτίμησής μας για το 2002.

 

Στο νο1 της λίστας των LPs για το 2022 βρίσκεται το δεύτερο ολοκληρωμένο full-length του μυστηριώδους Liberato από τη Νάπολη. Βέβαια, στην ουσία πρόκειται για το τρίτο κατά σειρά άλμπουμ του, αν συνυπολογίσουμε και το προπέρσινο soundtrack για το φιλμ Ultras του Francesco Lettieri. Στο ΙΙ ο Liberato παρουσιάζει ποπ μουσική που απενοχοποιημένα αφομοιώνει επιρροές από τις κυρίαρχες τάσεις του mainstream, κυρίως το trap και το rnb, αλλά και την ίδια στιγμή εντάσσει μελετημένες αναφορές στην πλούσια κουλτούρα της Νάπολης, από την όπερα και το commedia del’ arte ως το canzone napoletana και τον Eduardo de Filippo. Παράλληλα ο Liberato πλάθει μια στιχουργική ιδιόλεκτο με ιταλικές, ναπολιτάνικες, αγγλικές ακόμα και ελληνικές λέξεις - μια αναφορά στην ελληνόφωνη παρουσία στην Κάτω Ιταλία. Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με ένα άλμπουμ που φιλοδοξεί και καταφέρνει να εκφράσει μια μερίδα της νεολαίας που ασφυκτιά ανάμεσα στις απαιτήσεις μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και στην μέγγενη της οικονομικής δυσπραγίας. 

Σε μια παρόμοια νοοτροπία κινείται και η δική μας Μαρίνα Σάττι, με το ντεμπούτο της ΥΕΝΝΑ. Η Μαρίνα κατόρθωσε γεννήσει έναν ποπ ήχο, του οποίου το ένα πόδι πατάει γερά -όπως συμβαίνει και με τον Liberato- στο trap, στο rnb και στο reggaeton, ενώ το άλλο βυθίζεται στο υγρό και γόνιμο έδαφος της ελληνικής παράδοσης. Τα ασφαλή όρια της ελληνικής μουσικής σκηνής διαταράσσονται, καθώς η Μαρίνα συνεργάζεται τόσο με τον Σωκράτη Μάλαμα, όσο και με τον Saske. Τέλος, η ευαισθησία και η εσωστρέφειά της παντρεύονται υποδειγματικά με την αναπαράσταση μιας τρέχουσας νεανικής - εφηβικής αμιγώς λαϊκής κουλτούρας, που συναντάμε στις πιο λαϊκές (και οικονομικά ασθενείς) περιοχές της Αθήνας και όλης της χώρας. 

Ορίστε που η πιο απείθαρχη πλευρά της mainstream pop αλώνει το σύμπαν της παράδοσης και αλληλεπιδρά γόνιμα μαζί του, βγάζοντας με ειρωνεία τη γλώσσα στην πολιτισμική ηγεμονία, που την έχει παράξει. 

Οι επίσης Ναπολιτάνοι Nu Genea στο δεύτερο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους Bar Mediterraneo, στρέφονται σε λιγότερο μοδάτα μουσικά ιδιώματα, κυρίως στη disco, στο funk και στο jazz rock, τα οποία παντρεύουν με ένα παλίμψηστο επιρροών από την ευρύτερη μεσογειακή μουσική παράδοση, τόσο την ευρωπαϊκή όσο και την αφρικανική. Το κλίμα του Bar Mediterraneo είναι ελαφρύ και χαρούμενο, αλλά ας μην το θεωρήσουμε επιφανειακό: οι Nu Genea καλούν τους ακροατές σε μια γιορτή ειρήνης, αλληλεγγύης και αποδοχής του διαφορετικού, ενώ πίσω από τις ολόφωτες μελωδίες κρύβονται ζόρικες στιγμές, ενορχηστρωτικά και εκτελεστικά. 

Σε μια ανάλογη αξιοποίηση της παράδοσης, αλλά avant-garde και χαμηλόφωνη, προχωρούν και οι τρεις Νορβηγοί μουσικοί , οι Erlend Viken (βιολί), Jo Berger Myhre (μπάσο) και Thomas Politz Strønen (ντραμς). Στο άλμπουμ τους Djupet, ο free jazz αυτοσχεδιασμός συναντά το nordic folk, μέσα από ένα ήσυχο, εσωστρεφές και ακουστικό πρίσμα, χωρίς όμως να χάνονται οι πιο αιχμηρές, άγριες, θα έλεγα, βουνίσιες πειραματικές αιχμές. 

\

 

Μεταφερόμενοι στα EPs, αυτή την εκλεκτική world προσέγγιση έχουν υιοθετήσει τόσο οι Nyamekye Junction, όσο και ο Cheb Runner. Οι πρώτοι εδρεύουν στην Άκκρα της Γκάνα, αποτελούμενοι την παραγωγό και τραγουδίστρια Betina Quest από το Μπουρούντι, τον τραγουδοποιό Eli A Free από τη Γκάνα και τον Γερμανό πολυοργανίστα Ma.ttic. Στο ντεμπούτο EP τους, Dasein, παρουσιάζουν ένα θα λέγαμε retrofuturistic afro ήχο, που ενώνει ένα εγκεφαλικό highlife με downtempo, nu jazz και urban. Ενώ ο Μαροκινός και πλέον κάτοικος Βελγίου Cheb Runner στο ep του Raï Beat System φέρνει κοντά το τραγούδι raï της Αραβικής Βόρειας Αφρικής με μια dance electronica που έχει μεν τη βάση της στο late 80s βελγικό new beat, αλλά με μια καθαρά φρέσκια ματιά.

Κλείνοντας αυτό το πρώτο μέρος του απολογισμού των καλύτερων άλμπουμ του 2022, θα αναφερθούμε σε μία ομάδα από LPs και EPs, τα οποία εχουν μεν ένα έντονο world χρώμα, αλλά έχουν κυκλοφορήσει από καλλιτέχνες που δεν κατάγονται ή δεν ζουν στους τόπους, των οποίων την παράδοση έχουν εντάξει στη μουσική τους. Του γκρουπ των Bongo Hop ηγείται ο Γάλλος τρομπετίστας Etienne Sevet, ο οποίος έχει συγκεντρώσει μία ομάδα μουσικών, τραγουδιστών και παραγωγών από την Κολομβία, στήνοντας το τρίτο άλμπουμ της μπάντας, La Ñapa, πάνω σε εμπνευσμένο, κεφάτο, χορευτικό και πολυεπίπεδο latin, με μπολιάσματα από funk, hip hop και electronica. Από κοντά και ο Marc Mac, πυρηνικό μέλος των 4Hero, ο οποίος στο EP του Br-azil-ah συνδυάζει την ατελείωτη μουσική της Βραζιλίας με ένα γήινο broken beat, καταφέρνοντας έναν πληθωρικό και 100% χορευτικό στιλ. 

Σε κοντινές ατραπούς κινούνται και οι εξαιρετικοί United Freedom Collective, με το ντεμπούτο τους Am Ta EP. Για τα μέλη της συγκεκριμένης μπάντας η μουσική είναι μάλλον ένα δημιουργικό χόμπι, καθώς ο Mathieu Seynaeve ειναι ψυχίατρος, ενώ ο WaiFung Tsang κλινικός ψυχολόγος, αμφότεροι ασχολούμενοι με την αξιοποίηση φυσικών ψυχοτρόπων ουσιών στην ψυχική θεραπεία. Το τρίτο μέλος της παρέας, ο Robbie Redway είναι δάσκαλος γιόγκα και διαλογισμού. Αν αυτή η αλλόκοτη διπλή ιδιότητα των μελών του συγκροτήματος σας φαίνεται κάπως δήθεν, πρέπει να αφεθείτε στη μουσική τους: ένα προσωπικό μείγμα ηλεκτρονικών στυλ, όπως deep house, downtempo και nu jazz, με ζεστά soulful φωνητικά και αναφορές στις μουσικές του κόσμου, κυρίως από την περιοχή του Αμαζονίου και την Αφρική. Μπορούμε να πούμε ότι United Freedom Collective εντάσσονται στο νέο κίνημα της βρετανικής τζαζ, αλλά ακολουθούν ένα σαφώς πιο ιδιοσυγκρασιακό δρόμο.

Ωστόσο, οι Ak’chamel μεταμορφώνουν το γαϊτανάκι της world μουσικής σε έναν σκοτεινό τελετουργικό μίτο που σε βάζει πιο βαθιά στον λαβύρινθο. Στο άλμπουμ τους A Mournful Kingdom of Sand, το ντουέτο από το Χιούστον πλάθει έναν ήχο που ενώνει, όπως αναφέρει και ο τίτλος του πρώτου track του άλμπουμ, The Great Saharan-Chihuahuan Assimilation, την έρημο Σαχάρα της Βόρειας Αφρικής με την έρημο Τσιουάουα του Μεξικού. Έτσι, ακούμε επιρροές από τις παραδόσεις, τόσο της Αραβίας, όσο και της Κεντρικής Αμερικής φιλτραρισμένες μέσα από ένα αταβιστικό, παγανιστικό μα και μελωδικό freak folk. Πρόκειται για μια ελεύθερη μεν, αλλά γεμάτη εκτίμηση αναπαράσταση της κουλτούρας των περιθωριοποιημένων του Τέταρτου Κόσμου. Και πάλι λοιπόν, η ανατρεπτική αισθητική και μουσική οπτική συμβαδίζει με την εξίσου ασυμβίβαστη πολιτικοκοινωνική  κριτική.

Το β' μέρος της αποτίμησης της μουσικής του 2002 εδώ.

5/6/21

Guest mix // "And Now For Something Completely Different" Radio Show | Nova Fm 106 | 31/05/2021

Μετά από χρόνια φιλίας, παρέας και πολλών συνεργασιών στο μέτωπο της καλής μουσικής με τον Γιώργο Ζούκα και Κώστα Αργύρη, έφτασε ο καιρός να προσφέρω ένα DJ set στην ραδιοφωνική τους εκπομπή And Now For Something Completely Different, που μεταδίδεται στον Nova Fm 106 κάθε Δευτέρα, 21.00-23.00.

Έτσι, το βράδυ της Δευτέρας 31 Μάη μεταδόθηκε μια συλλογή μίας περίπου ώρας με πρόσφατα pop τραγούδια από τον χώρο του hip hop και της electronica, που λογαριάζω ως αξιόλογα, διανθισμένα με σπουδαίες στιγμές από το παρελθόν. Οι καλλιτέχνες έρχονται από μια πολυχρωμία λαών και πολιτισμών: Αλγερία, Ιταλία, ΗΠΑ, Σουηδία, Γαλλία, Τουρκία, Ισπανία, Βρετανία, Αίγυπτο, Συρία και Γερμανία. 

Μια συλλογή με θερινό χρώμα, έντονο το αραβικό και ανατολίτικο στοιχείο, αλλά και με σαφές πολιτικό στίγμα: κατά της αυταρχικότητας και των ανισοτήτων - υπέρ της δημοκρατίας και της ελεύθερης έκφρασης. Αν έχετε διάθεση, ψάξτε τους στίχους των περισσότερων από αυτά τα τραγούδια.


Tracklist

Soolking feat. Ouled El Bahdja - Liberté

Liberato, 3D  - O CORE NUN TENE PADRONE

SAULT - Hard Life

DARKSIDE - Liberty Bell

Kanot feat. Virginia And  The Flood - Din Förevigt Amen

Les Négresses Vertes - Face à La Mer (Massive Attack remix)

Islandman - Shu!

DJ Pippi - Mr. P (Islandman remix)

Tiggs Da Author - Blame It On the Youth

Off The Meds - Currency Low

Greentea Peng - Nah It Ain’t The Same

Franco Battiato - Bandiera Bianca

Maryam Saleh - Nouh Al Hamam

Shkoon feat. El Far3i - Rima


Εικόνα: η φωτογραφία απεικονίζει έναν νεολιθικό τάφο της περιοχής της Καβυλίας στη βόρεια Αλγερία, της οποίας ο λαός, η ιστορία και η κουλτούρα καταπιέζονται εδώ και δεκαετίες από την Αλγερινή κρατική εξουσία. Δίπλα, η λέξη "ελευθερία" στα αραβικά.

9/5/21

Ένα αφιέρωμα στη σουηδική σκηνή του progg


Μια Spotify λίστα που επιμελήθηκα για λογαριασμό του μουσικού fanzine Lung, με εμβληματικούς καλλιτέχνες και συνθέσεις της μουσικής σκηνής "progg" η οποία ξεκίνησε στη Σουηδία  στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και άνθισε σ' όλη τη διάρκεια αυτής του 1970, φτάνοντας ως και τις αρχές των 1980s. Μια σκηνή στην οποία δέθηκε αδιαχώριστα η μουσική έκφραση, που έφερνε κοντά μια ποικιλία ειδών και στιλ- το ψυχεδελικό και προοδευτικό ροκ, τις εκφάνσεις της τζαζ, τις μουσικές του κόσμου, το σουηδικό folk, ως και ένα αδιαπραγμάτευτο avant-garde-  με την πολιτική έκφραση, μέσα στο πλούσιο φάσμα της Αριστεράς μετά τον Μάη του 1968, από τον "ορθόδοξο" Μαρξισμό ως την αναρχία. Το progg κίνημα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εκπληκτικής ανεξάρτητης-underground ευρωπαϊκής μουσικής της δεκαετίας του '70. Ωστόσο, για διάφορους λόγους,  δεν έγινε ιδιαίτερα γνωστό έξω από τη χώρα που αναπτύχθηκε, τη Σουηδία, όπως  άλλες σκηνές, π.χ. το Γερμανικό krautrock. 
Αφορμή για αυτή την Spotify playlist στάθηκε το άρθρο που έγραψα στο νέο, δέκατο τεύχος του Lung για την πορεία της εμβληματικής progg μπάντας Archimedes Badkar, η οποία πέρσι κυκλοφόρησε νέο άλμπουμ, μετά από τριάντα ολόκληρα χρόνια. 

Η λίστα εμπεριέχει 25 διαφορετικά ονόματα, 28 tracks και έχει διάρκεια 3 ώρες. Καλώς ή κακώς δεν συμπεριέλαβα καλλιτέχνες που έδιναν βάρος στους συνήθως έντονα πολιτικοποιημένους στίχους, αλλά σε συγκροτήματα ή -τις περισσότερες φορές- κολεκτίβες που συγκέραζαν άρρηκτα ένα μοναδικό, συχνά ορχηστρικό, μουσικό ύφος με την πολιτική διάσταση. Μάλλον, αυτή η πλευρά του σουηδικού progg διακρίνεται και από μεγαλύτερη παγκοσμιότητα και διαχρονικότητα.


 Εξώφυλλο του 1ου τεύχους του περιοδικού Musikens Makt, που υποστήριζε το progg κίνημα

29/12/20

Η μουσική του 2020: μια ματιά σε έναν καλύτερο κόσμο


Σίγουρα αυτή η δύσκολη και ως ένα μεγάλο βαθμό δυσάρεστη χρονιά του Covid-19 έκλινε προς την αισιοδοξία και τη θετικότητα χάρη στη συνδρομή της τέχνης. Λογοτεχνία, σινεμά (συμπεριλαμβάνω και τις καλές τηλεοπτικές σειρές μαζί), εικαστικές τέχνες και βέβαια μουσική μας παρηγόρησαν και μας προσέφεραν μεγάλα πεδία απόδρασης από την καθημερινότητα, παράλληλα όμως μας βοήθησαν να βρούμε πιθανές ερμηνείες, αλλά και να στοχαστούμε λύσεις για τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα του καιρού μας.

Με τις παραπάνω σκέψεις, αποφάσισα να ασχοληθώ φέτος πιο επισταμένα με τη μουσική σκηνή, παρουσιάζοντας ξεχωριστή μουσικοκριτική για καθένα από τα άλμπουμ του δικού μου top-20, καθεμιά από τις πρώτες είκοσι μέρες του Δεκέμβρη. Έτσι προέκυψαν είκοσι κείμενα των 350-450 λέξεων.

Η υφολογική κατεύθυνση των μουσικοκριτικών είχε ως ένα βαθμό προαποφασιστεί, αλλά τελικά διαμορφώθηκε καθώς αυτές γράφονταν. Έχουμε να κάνουμε με σύντομα και όσο το δυνατόν στοχευμένα κείμενα, στα οποία γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί το μουσικό ύφος του κάθε άλμπουμ (όσο μπορεί αυτό να γίνει από έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει θεωρία μουσικής), να αντιστοιχηθούν οι πιο πιθανές επιρροές των καλλιτεχνών, αλλά και να κατανοηθούν οι ευρύτεροι πολιτικοί, κοινωνικοί και πολιτισμικοί συσχετισμοί. Παράλληλα, αρκετές είναι και οι προσωπικές-βιωματικές αναφορές, αφού άλλωστε και η επιλογή των άλμπουμ βασίζεται κατά βάση στο προσωπικό γούστο. Επίσης, που και που, δεν αποφεύχθηκε μια πιο ιμπρεσσιονιστική κριτική, με έννοιες αναπόδραστα θολές, όπως: “ατμόσφαιρα”, “αύρα” κλπ. 

Η λίστα με τα 20 μουσικά άλμπουμ που ξεχώρισα το 2020. Για να μεταβείτε στα κείμενα των παρουσιάσεων, ανατρέξτε στο blog, με το tag "blogovision2020"

  1. Liberato - Ultras

  2. Tom Misch, Yussef Dayes - What Kinda Music

  3. Domus - Lucid Dreaming

  4. Islandman - Kaybola

  5. Okysho - Kamala’s Danz

  6. Soft Power - Brink Of Extinction

  7. Bon Voyage Organization - La Course

  8. Ak' Chamel, The Giver Of Illness - The Totemist

  9. Kruder & Dorfmeister - 1995

  10. The Cappuccino Wizards - 1883 Juncture Bound

  11.  Maât - Solar Mantra

  12.  Lindstrom & Prins Thomas - III

  13.  Hail Spirit Noir - Eden In Reverse

  14.  Bent - Up In The Air

  15.  Och - II 

  16.  Caribou - Suddenly

  17.  Cantoma - Into Daylight

  18.  Algol Paradox - アルゴルパラドックス

  19.  AKSK - Things We Do

  20.  Arild Hammerø - Lerret

Περνώντας, τώρα, στο ζουμί, δηλαδή στην ίδια τη μουσική του 2020, ο συσχετισμός μεταξύ Covid-19 και φετινών κυκλοφοριών είναι αυτονόητος. Η Μαρία Παππά, σε άρθρο της στο Lifo, αν και ασχολείται -κατά τη γνώμη μου- υπερβολικά με την πιο ανούσια πλευρά του mainstream, αναφέρει εύστοχα: 

Για να περάσουμε, όμως, στην καραντίνα και το πόσο επηρέασε τη μουσική γενικότερα, η αλήθεια είναι ότι η φετινή είναι μία από τις πιο γόνιμες των τελευταίων χρόνων μουσικά. Η καραντίνα όχι μόνο περιόρισε τους μουσικούς, απεναντίας τους πείσμωσε ή τους έδωσε τη δυνατότητα να γίνουν πιο παραγωγικοί, παρά τα όποια εμπόδια και την απουσία των ζωντανών εμφανίσεων ή καλύτερα εξαιτίας της έλλειψης τους. 

Επομένως, πάμε να δούμε πως διαμορφώθηκε η μουσική σκηνή του 2020.

Πρώτο και θεμελιώδες χαρακτηριστικό της είναι η τεράστια ποικιλία ειδών, υφών και τάσεων, σε βαθμό που δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για κατευθύνσεις που ξεχώρισαν. Στο αχανές διαδικτυακό σύμπαν υπάρχει χώρος για να αναπτυχθούν πολλές σκηνές, με πλήθος κυκλοφοριών και αντίστοιχα διευρυμένους κύκλους οπαδών: το hip hop, το ψυχεδελικό ροκ, το indie, η dance (house, techno κλπ.), η ambient κ.α. 

Ειδικά, τώρα που η χρονιά φτάνει στο τέλος της και οι λίστες με τα best of… εμφανίζονται συνεχώς, ακούω εκπληκτικά άλμπουμ, που πιθανώς θα έμπαιναν στο δικό μου top-20. Τουλάχιστον θα αναφερθούν στο κείμενο αυτό, μαζί με κάποια ακόμη που σταδιακά επανεκτιμώ.

Σε αυτή, λοιπόν, τη χαοτική κατάσταση, θεωρώ ότι το είδος που πραγματικά ξεχώρισε και στιγμάτισε το 2020, όπως και τις προηγούμενες 2-3 χρονιές, είναι η τζαζ και ειδικότερα η νέα γενιά που κυριαρχεί στην Βρετανία, αλλά και παγκοσμίως. Πρόκειται για νέους σε ηλικία καλλιτέχνες, μεσοαστικής κοινωνικοοικονομικής τάξης, συχνά αλλά όχι αποκλειστικά έγχρωμους, που δημιουργούν τζαζ μουσική με αναφορές στο παρελθόν -ήχος Νέας Ορλεάνης, bebop, fusion- αλλά και εξωτερικές επιρροές -από hip hop, bass music, grime, house- καθώς και με μια σαφή κοινωνικοπολιτική διάσταση. Άλλωστε, ακόμα και η δομή, η λογική και το ύφος της συγκεκριμένης σκηνής -όπως και της τζαζ γενικότερα, από την επανάσταση της bebop και μετά- αντιτίθεται συνειδητά στην απλοϊκότητα του εύπεπτου εμπορικού τραγουδιού. Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με την πιο αιχμηρή και προοδευτική σκηνή της εποχής. 

Απόλαυσα τα άλμπουμ των Tom Misch & Yussef Dayes, Moses Boyd (κορυφαίο, αλλά το άκουσα αργά για να μπει στο top-20), Shabaka and the Ancestors (avant-jazz για απαιτητικούς ακροατές) και τη συλλογή Blue Note: Re-Imagined. Επίσης, εκτός Βρετανίας, τα άλμπουμ Kamala’s Danz των Ελβετών Okvsho και La Course των Γάλλων Bon Voyage Organisation.

Σε παραλληλία με τη τζαζ, μέσα στο 2020 άκμασε και το punk - post-punk. Δεν παρακολουθώ ιδιαίτερα το ιδίωμα αυτό, αλλά τα φετινά άλμπουμ των Idles, των Fontaines DC και των Protomartyr ακούστηκαν πολύ.  

Άρα, η άνθιση της ευρύτερης σκηνής της τζαζ και του πανκ, δύο μουσικών ρευμάτων με ιστορικά κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο και ηχητική ανατρεπτικότητα, κυρίως από νέους ηλικιακά μουσικούς 25-30 ετών δείχνει ότι η σύγχρονη μουσική δίνει τον δικό της αγώνα απέναντι στη γιγάντωση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, της καταστολής, της καταστροφής του περιβάλλοντος και του ρατσισμού. Και βέβαια, μαζί με τα δύο αυτά είδη, από ανάλογη νοοτροπία διακατέχονται και αντιπρόσωποι άλλων σκηνών, π.χ. του prog-jazz rock (Soft Power - Brink Of Extinction), του psych folk (Ak’chamel - The Totemist) του EDM (Romare - Home), του metal (Hail Spirit Noir - Eden In Reverse), της λόγιας μουσικής (Max Richter - Voices).

Με όλο αυτό το ξεδίπλωμα υπέροχων μουσικών δημιουργιών, πως να πάρει κανείς στα σοβαρά τα πλέον γνωστά παιχνίδια των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών, που κατασκευάζουν λαοφιλή είδωλα, τόσο mainstream, όσο και "εναλλακτικά"; Οι mainstream ακροατές φέτος άρχισαν να κουράζονται από το κακής ποιότητας, εκμεταλλευτικό για τη μαύρη μουσική και έμμεσα ή και άμεσα ρατσιστικό trap, οπότε οι ιθύνοντες της μουσικής βιομηχανίας τρέχουν και δεν φτάνουν. Βέβαια, στην Ελλάδα, μια σεβαστή μερίδα της νεολαίας ακόμα ακολουθεί τους τραγελαφικούς εντόπιους trappers.

Πλέον, η κοινωνική και πολιτική προοδευτικότητα είναι κυρίαρχη στη σύγχρονη μουσική σκηνή, όπως άλλωστε έγινε εμφανές στη σύνδεση των καλλιτεχνών με το κίνημα Black Lives Matter. Πέρα από τζαζ και hip hop κυκλοφορίες που ευθυγραμμίστηκαν με τα αιτήματα του κινήματος, τα δύο άλμπουμ των Sault με τη μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία είναι αντιπροσωπευτικά.

Τελικά, παρατηρούμε ότι ενώ η πολυμορφία των φετινών κυκλοφοριών προσέφερε μουσικές για κάθε ξεχωριστό γούστο (ας πούμε το δικό μου νο1 είναι το ηλεκτρονικό dance άλμπουμ του Ναπολιτάνου καλλιτέχνη Liberato, με τίτλο Ultras), σταδιακά συγκροτείται μια ενιαία αφήγηση. Κυρίως νέοι άνθρωποι με όραμα, μουσική παιδεία, υψηλή αισθητική και ειλικρινείς προθέσεις βρίσκονται στο προσκήνιο. Οι τάσεις και τα είδη ανακυκλώνονται και αναμιγνύονται καταλήγοντας σε πρωτότυπα, ακόμα και ρηξικέλευθα, αμαλγάματα, που εκφράζουν το σήμερα. Last but not least, μια πολυμέτωπη κριτική στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό δόγμα κυριαρχεί.

Βέβαια, εδώ είναι αναγκαίο να επεκταθούμε ελαφρώς, επειδή αυτή η κριτική δεν είναι πάντα σαφής και -ευτυχώς- σπάνια στρατευμένη. Μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως εξής: Πρώτον, προβολή μιας αισθητικής διαφορετικής από την ηγεμονική mainstream, μακριά δηλαδή από το στημένο και επιφανειακό στυλ της showbiz, προς μια γήινη, street και φρέσκια οπτική, που αφορά όχι μόνο τη μουσική, αλλά και το ντύσιμο των μουσικών, το artwork των δίσκων κλπ. Δεύτερον, μια underground απάντηση ισότιμης συνεργασίας, φιλίας και αλληλοεκτίμησης στον κύκλο δημιουργίας-παραγωγής, διάθεσης και κατανάλωσης της μουσικής. Τέλος, μια ευθεία και πλήρως συνειδητή κριτική στις πληγές που έχει φέρει ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός στη φύση, στον άνθρωπο και στην κοινωνία του. 

Κάπως έτσι, μέσα από τη σύγχρονη μουσική σκηνή χαράζει θαρραλέα το όραμα μιας πιο ποιοτικής, όμορφης, δημοκρατικής και αλληλέγγυας κοινωνίας. Αυτή βέβαια είναι μια από τις διαχρονικές ψυχολογικές και κοινωνικές λειτουργίες της τέχνης, το να μας υποβάλλει να βλέπουμε ακόμα και τις πιο τετριμμένες πλευρές της πραγματικότητας μέσα από μια πρωτοείδωτη οπτική και, ακόμα περισσότερο, να μας δίνει τη δυνατότητα να ρίξουμε μια φευγαλέα έστω ματιά σε έναν καλύτερο κόσμο*.


Εικόνα: Jim Flora - An Evening at Condon's 

*Εδώ γίνεται μια πιο εκλαϊκευμένη αναφορά στο λογοτεχνικό και ευρύτερα καλλιτεχνικό φαινόμενο της ανοικείωσης που είχαν επισημάνει και μελετήσει οι Ρώσοι Φορμαλιστές, αρχικά ο Βίκτορ Σκλόφσκι το 1925. Μεταφέρουμε τη λειτουργία της ανοικείωσης από τη λογοτεχνία στη μουσική. Όπως γράφει ο Δημήτρης Τζιόβας στη μελέτη του Μετά Την Αισθητική (2003): "Η τέχνη ανοικειώνει τα πράγματα που φαίνονταν οικεία ή έχουν καταντήσει αυτοματισμοί και μας ωθεί να τα δούμε από μια διαφορετική γωνία, παρακωλύοντας ή διασπώντας τους προσληπτικούς μηχανισμούς που έχουν γίνει αυτοματικοί." (βρήκα το απόσπασμα στη μελέτη Ιστορία και θεωρία των λογοτεχνικών γενών και ειδών)