Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα metal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα metal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12/5/25

Τα 25 αγαπημένα άλμπουμ της 25ετίας 2000-2025

Μετά από ανάλογες λίστες που δημιούργησαν φίλοι στο Fb, αποφάσισα κι εγώ να φτιάξω μια λίστα με τα 25 -τελικά- αγαπημένα άλμπουμ της 25ετίας 2000-2025. Βέβαια, το όλο trend ξεκίνησαν μουσικές ιστοσελίδες του εξωτερικού, αλλά η δική μου λίστα, όπως και των διαδικτυακών φίλων, καθοδηγείται κατά κύριο λόγο από το προσωπικό, άρα και υποκειμενικό γούστο... Βασικά, τα παρακάτω ετερόκλητα από πλευράς είδους και ύφους άλμπουμ θεωρούνται από την αφεντιά μου όχι μόνο υπέροχα, αλλά και σημαντικά. Και, όπως έγραψα και στην ανάρτησή μου στο φουμπού, η λίστα έχει και Γαϊτάνο!

Η σειρά είναι χρονολογική και για τα άλμπουμ του ίδιου έτους αλφαβητική.


2000: Godspeed You! Black Emperor - Lift Your Skinny Fists Like Antennas to Heaven

2002: Laço Tayfa – Hicaz Dolap

2002: The Cinematic Orchestra - Every Day

2002: Thievery Corporation - The Richest Man In Babylon

2002: Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Αγρύπνια

2003: Muse - Absolution

2003: OSI - Office Of Strategic Influence

2003: Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας – Smyrne

2004: Isis - Panopticon

2004: Eluvium - An Accidental Memory In Case Of Death

2005: Gorillaz - Demon Days

2005: Kanye West - Late Registration

2005: Nujabes - Modal Soul

2006: Beirut - Gulag Orkestar

2006: Bonobo - Days To Come

2006: Studio - West Coast

2006: The Album Leaf - Into The Blue Again

2007: Alcest - Souvenirs D'un Autre Monde

2007: A Mountain of One - Collected Works

2007: Burial - Untrue

2010: Caribou - Swim

2010: Mike Fabulous And Wild Bill Ricketts – Ricketts Meets Fabulous At Maitland Rd

2011: Nicolas Jaar - Space Is Only Noise

2012: Pacific Horizons - Pacific Horizons

2015: Floating Points - Elaenia

2017: Alfa Mist - Antiphon

2018: Rosalia - El Mal Querer

2019: Michael Kiwanuka - Kiwanuka

2019: Golden Ivy - Kläppen 

2025: Arsenal - Okan Okunkun

30/12/24

Απολογισμός των ακροάσεων του 2024: 10 LPs








Μετά από την παρουσίαση των 10 EPs και singles του 2024, περνάμε δίχως καθυστέρηση στα LPs:


(H εικόνα του κάθε εξωφύλλου αποτελεί link για το αντίστοιχο άλμπουμ)


10. Monoplay - Nine Lives

Ο πολυταξιδεμένος Ρώσος τραγουδοποιός βρίσκει μια αρκετά δική του μουσική γλώσσα, κάπου ανάμεσα στο downtempo και το microhouse, για να μας διηγηθεί  ιστορίες, οι οποίες διέπονται από την ίδια μελαγχολία, είτε αν (φανταζόμαστε πως) εξελίσσονται στις μεγαλουπόλεις  της καπιταλιστικής Δύσης, είτε σε εκείνες του μετασοβιετικού κόσμου.



09. Khirki - Κυκεώνας

Με αυτό το δεύτερο full -length τους, οι δικοί μας Khirki σερβίρουν ένα μοντέρνο, μελωδικό και γκρουβάτο metal, που εμπλουτίζεται με αναφορές στο κλασικό heavy rock, καθώς και με καίρια ανοίγματα στην ελληνική παραδοσιακή μουσική. Δίκαιη, λοιπόν, η μεγάλη τους επιτυχία. 




08. Starsiren - All Dust

Στο αφιέρωμα μας σε μερικές από τις πιο συναρπαστικές trip hop κυκλοφορίες του 2024, αναφερθήκαμε και στους Starsiren. Το ντουέτο από τη Georgia των ΗΠA κυκλοφόρησε ένα ντεμπούτο σκοτεινού ως και goth μα εξίσου soulful trip hop, που ακούγεται απνευστί. 




07. Common & Pete Rock - The Auditorium Vol. 1

Δύο βετεράνοι του καλού αμερικάνικου hip hop συνεργάζονται σε ένα άλμπουμ δυναμίτη: ο Common δίνει ένα εξίσου δυναμικό και μελωδικό ραπ ρεσιτάλ, θίγοντας σημαντικά κοινωνικά προβλήματα, ενώ ο Pete Rock δομεί μια παραγωγή γεμάτη τόσο τεχνική όσο και συναίσθημα. Παράλληλα, αμφότεροι οι συμμετέχοντες στηρίζονται αλλά και προάγουν σφαιρικά την αφροαμερικανική κουλτούρα. Αυτό το hip hop αγαπάμε. 


06. VA - Chill Pill Vol. VI

Το έκτο μέρος της συλλογής Chill Pill συγκεντρώνει tracks λιγότερο ή περισσότερο νέων εκπροσώπων του chill out και του Balearic, οι οποι@ ανεβάζουν τον πήχη σε ένα υπο-είδος που συχνά σχετίζεται με αδιάφορες συλλογές για κυριλέ beach bar και ξενοδοχεία, μπλέκοντας το με krautrock, ambient house, bass music και γενικώς την πιο απρόβλεπτη όψη της ηλεκτρονικής μουσικής. 


05. Viive - Sen J​ä​lkeen Kun

Η Riika Suutari και ο  Antti Niiranen από τη Φινλανδία, πολύ καλοί φίλοι μεταξύ τους, αποφάσισαν να μοιραστούν το μουσικό τους όραμα, με αποτέλεσμα ένα πραγματικά μαγευτικό πάντρεμα ανάμεσα στην χαμηλόφωνη τζαζ και στην ακουστική folk, το οποίο αποπνέει αλλόκοτο λυρισμό και ορεσίβια ελευθερία.  



04. Floating Points - Cascade

Ο κύριος Samuel Shepherd αποτελεί, για μένα, τον μπροστάρη της leftfield electronica σήμερα. Στο Cascade επανέρχεται στην dance, μαστορεύοντας ένα άλμπουμ εκρηκτικό, μα και γεμάτο με συγκίνηση, δείχνοντας παράλληλα τον σωστό δρόμο για το συγκαιρινό techno και house, το οποίο δεν λησμονεί γόνιμες επιρροές ακόμα και από το πιο μακρινό πειραματικό του παρελθόν. 


03. Conifère - L'Impôt du Sang

Αυτό το άλμπουμ το άκουσα φέτος περισσότερες φορές από κάθε άλλο, ανεξαρτήτως είδους, για αυτό και του αφιέρωσα ένα long-read. Έχουμε να κάνουμε με επικό, ατμοσφαιρικό και μελωδικό black metal πρώτης γραμμής, με κεφάτες (crust) punk ενέσεις, αλλά και υφέρποντα folk μπολιάσματα. Οι στίχοι ξετυλίγουν το νήμα ουσιαστικών προβληματισμών σχετικά με το ιστορικό παρελθόν. 


02. Gatt & Shoaib Kaminpour - Over The Oceans

Νιώθω ότι ο  Ιρανός κιθαρίστας και συνθέτης Shoaib Kaminpour έκανε αυτό το άλμπουμ δώρο προσωπικά σε μένα, ώστε να αντιμετωπίζω, έστω λίγο πιο ψύχραιμα, εκείνες τις στιγμές που ο φόβος και η αβεβαιότητα γυρνάνε δύσκολα σε προσδοκία και φως. Παράλληλα, το Over The Oceans είναι διαποτισμένο από τον ιστορικό πόνο του ιρανικού λαού. Σε μουσικό επίπεδο, το post-rock των Gy!be συνδυάζεται με το singing-songwriting, την avant-jazz καθώς και με τη μακρά ιρανική - περσική παράδοση. Ένα άλμπουμ πολύ κοντά στο αριστούργημα, το οποίο αποδεικνύει πως, όπως λέει και φίλος μας ο Σωκράτης, “το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή”. 


01. Procida Ritual Project - Misteri

Το συγκεκριμένο άλμπουμ αρχικά στήθηκε, ώστε να παρουσιαστούν, με κάποια μουσική επεξεργασία, field recordings τα οποία πραγματοποιήθηκαν το 2022 στο νησί της Procida, με θέμα αποκλειστικά τοπικά Καθολικά δρώμενα και έθιμα, που όμως διακρίνονται από μουσουλμανικές επιδράσεις και προχριστιανικές μνήμες. Στην ουσία όμως αυτό το πρωτογενές υλικό μεταβάλλεται σε ένα από τα κεντρικά νήματα που υφαίνουν το κορυφαίο αυτό άλμπουμ, στο οποίο η άποψη των Dead Can Dance για τις μουσικές του κόσμου συναντά το downtempo και το dub. Τελικά, το Misteri των Procida Ritual Project, το οποίο καθοδηγείται από τον μουσικό και παραγωγό Pier Paolo Porcari (μέλος των σπουδαίων Almamegretta), αποτελεί ένα μουσικό έργο πολιτισμικού και ανθρωπολογικού βάθους, παράλληλα όμως ακούγεται εύκολα, ξανά και ξανά. 


Στο πρώτο μέρος των best του 2024 έγραψα πως οι περισσότερες από τις μουσικές κυκλοφορίες που επιλέχτηκαν έχουν μια κοινωνικοπολιτική διάσταση, κάτι που ισχύει, αρκεί να αντιληφθούμε τον πολιτισμό/ την κουλτούρα ως ένα σύνολο ή ως ένα σύστημα, αν θέλετε, που αγκαλιάζει κάθε πλευρά της ανθρώπινης ζωής, από την υψηλή τέχνη ως την ποπ κουλτούρα και από την πολιτική ως τη μαγειρική. Κάτω από αυτή την οπτική, στις καλλιτεχνικές δράσεις, όπως είναι στην περίπτωση μας η μουσική, βράζουν δυνάμεις πολιτικής, νοοτροπίας και ιδεολογίας. 

Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε πως οι επιλεγμένες κυκλοφορίες διαπερνώνται από κάποια κοινά νήματα άρα, κατά κάποιο τρόπο, μπορούν να ομαδοποιηθούν: πρώτο νήμα η αναδιαπραγμάτευση του ιστορικού παρελθόντος και της εντόπιας/ εθνικής πολιτισμικής μνήμης, η εμπλοκή τους με τον μύθο και η σκιά τους στο σήμερα, δεύτερο νήμα η προβολή της διαπολιτισμικής επαφής ως ένα αδιαμφισβήτητα θετικό φαινόμενο και τρίτο νήμα η σημασία της συνεργασίας και κατ' επέκταση της συντροφικότητας. Και οι τρείς αυτές τάσεις κοντράρουν κυρίαρχες ιδεολογικές τάσεις των ημερών μας, ειδικότερα, την αίσθηση του διαρκούς παρόντος και τη λησμονιά του παρελθόντος, έπειτα τον σωβινισμό και τον ρατσισμό και τέλος, την αντίληψη της ατομικής επιτυχίας και του σκληρού ανταγωνισμού, αντίστοιχα.

Κάπως έτσι, η μουσική δημιουργία μα και ακρόαση συντελεί σε ένα καλύτερο αύριο. 


Η εικόνα αποτελεί έργο του Nikolai Lutohin

29/11/24

Conifére - L'Impôt du Sang: επαναστατικό, παθιασμένο και νοσταλγικό black metal από το Μόντρεαλ του Καναδά

Δεν είμαι βέβαιoς αν το L'Impôt du Sang των Conifére είναι το καλύτερο άλμπουμ της χρονιάς... αυτός όμως που μπορώ να δηλώσω με βεβαιότητα είναι πως πρόκειται για το πιο απολαυστικό άλμπουμ της χρονιάς. Μια δισκογραφική κατάθεση που έχω ακούσει πολλές φορές ήδη, περισσότερο από κάθε άλλη κυκλοφορία του 2024- ανεξαρτήτως είδους και ύφους- και συνεχίζω να ακούω με μεγάλη ευχαρίστηση. Κι αυτό επειδή το black metal συγκρότημα από το Μόντρεαλ του Καναδά παντρεύει αλλόκοτα και γοητευτικά τη μελωδία και την αγριότητα, την οργή και το πανηγύρι. 

Βέβαια, το άρθρο που ακολουθεί δεν έχει μονάχα διθυραμβικό, αλλά και κριτικό χαρακτήρα, καθώς το μουσικό ύφος, το  πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο οι Conifére κινούνται, καθώς και οι ευρύτερες επιρροές τους σχηματίζουν ένα υλικό ταμάμ για αισθητικό, αλλά και πολιτικοκοινωνικό σχολιασμο. Ας μπούμε, λοιπόν -όπως θα έλεγαν και οι φίλοι μας οι Emperor- στο μαγικό emperium των Conifére.

Πρώτα απ’ όλα, ο ιδιοσυγκρασιακός ήχος της μπάντας αξίζει την προσοχή μας: από τη μια πλευρά έχουμε ένα ενεργητικό, μελωδικό και επικό black metal, με μικρά μα ουσιαστικά ακουστικά διαλείμματα, ένας ήχος που χρωστά πολλά στην νορβηγική σκηνή των 90s, ειδικότερα στα folk, ψυχεδελικά και επικολυρικά πειράματα των πρώτων άλμπουμ των Enslaved και των In The Woods. Παράλληλα, όμως, διακρίνουμε και σαφείς επιρροές από τον ευρύτερο χώρο του punk, ακόμα και του hardcore, θα έλεγα κυρίως από neocrust μπάντες, όπως οι προ δεκαπενταετίας - εικοσαετίας θεμελιωτές της crust αναβίωσης Fall Of Efrafa. Ωστόσο, οι Conifére διαφοροποιούνται, καθώς ξεφεύγουν αφενός από αυτόν τον κραυγαλέο ηχητικό όγκο που κυριαρχεί σε ένα μεγάλο μέρος του ακραίου metal σήμερα, ακόμα και στις πιο underground πλευρές του και αφετέρου από την κατήφεια που διακατέχει το crust από τα γεννοφάσκια του. 

Δηλαδή, από τη μία πλευρά ο ήχος τους είναι πιο messy και fuzz-αριστός, με την απαραίτητη και διακριτική προσθήκη των πλήκτρων, στοιχεία βέβαια που παραπέμπουν στο λεγόμενο atmospheric black metal, αλλά από την άλλη πλευρά στηρίζεται σε έξυπνα και τσαμπουκαλεμένα riffs, που βγάζουν μια οργισμένη χαρά. Συνεπώς στο L'Impôt du Sang θα βρείτε μουσική που προκαλεί νοσταλγία αλλά και διάθεση για ένα σούπερ δυνατό live. Η παραγωγή του Patrick McDowall των Spectral Wound αναδεικνύει όλη αυτή την ηχητική ιδιαιτερότητα. Θεωρώ πως το δεύτερο τραγούδι του άλμπουμ, "Le Grand Ηyver", εμπεριέχει ισόποσα όλα τα παραπάνω στοιχεία˙ ειδικά το γύρισμα στo 3'.29'' από μια μυστικιστική απαγγελία βυθισμένη στο crustened black metal σε ένα παιχνιδιάρικο classic metal solo του Nakkabre, πάνω σε ένα κεφάτο d-beat παιγμένο από τους Garoth (drums) και Martyr (μπάσο) φτιάχνει ένα πραγματικό αριστούργημα. 

Η θεματολογία των αποκλειστικά γαλλικών στίχων στο L'Impôt du Sang μπλέκει την ιστορία με τον τον μύθο και τον συμβολισμό. Το άλμπουμ ξεκινά εκπληκτικά με την απαγγελία του ποιήματος “Liberté” του Πωλ Ελυάρ, από τον ίδιο τον ποιητή. Πρόκειται για ένα ποίημα που γράφτηκε το 1942 κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής της Γαλλίας και έχει επομένως έντονη αντιφασιστική και Αριστερή χροιά, ειδικά αν αναλογιστούμε την πολιτική ταυτότητα του ίδιου του δημιουργού του. Στα καπάκια ο τραγουδιστής Cauchemar ξεκινά τα ωραία του ουρλιαχτά, συνοδεία του απαραίτητου οργανικού ορυμαγδού. Μας τραγουδά για τον ανελέητο πόλεμο, για “τα αρπακτικά πουλιά που γλεντούν σε μια μαύρη γιορτή σάρκας” (“Régalent les rapaces d’un noir festin de chair”). Το “Le Grand Hyver” παρουσιάζει μια τραγική κατάσταση ένδειας, ακόμα και πείνας που φέρνει ο χειμώνας στους χωρικούς του Μεσαίωνα ή της πρώιμης νεωτερικότητας, ενώ το  “Décombres Fumants” είναι αφιερωμένο στους χριστιανούς κατακτητές των παγανιστικών κοινοτήτων της Ευρώπης και της Αμερικής, ίσως και του Καναδά ακόμα… 

Last but not least, στο δωδεκάλεπτο “Rêve de Nos Ancêtres” ξεδιπλώνεται μια λυρική εξιστόρηση της πορείας του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος παρουσιάζεται αντιφατικά: από τη μια γνήσιο τέκνο της Γαλλικής Επανάστασης και του απελευθερωμένο γαλλικού λαού, αλλά από την άλλη ένας ιμπεριαλιστής κατακτητής, ζωσμένος από κόλακες και δολοπλόκους, ένα “πολίτης τύραννος”: “Citoyen Tyran”. Μετά από ένα ψάξιμο στο διαδίκτυο αυτός ο οπωσδήποτε μειωτικός χαρακτηρισμός, παραφθορά του τίτλου “Le Roi Citoyen” (πολίτης βασιλιάς) διατυπώθηκε από τον δημοσιογράφο Eugène Desmares σε σατιρικό του βιβλίο του 1830 εναντίον του βασιλιά της Γαλλίας, Louis Philippe I, ως κριτική της τάσης του για απολυταρχισμό. Ο Louis Philippe I ανατράπηκε το 1848, στο πλαίσιο μεγάλων αντιμοναρχικών και δημοκρατικών επαναστατικών κινήσεων στη Γαλλία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Δεν γνωρίζω αν ο στιχουργός του γκρουπ, Cauchemar, έχει υπόψη του το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά -όπως και να ‘χει- η διακειμενική αναφορά είναι πολύ ενδιαφέρουσα. 

Συνεπώς, βλέπουμε ότι τα κοινωνικοπολιτικά και τελικά ιδεολογικά αποτυπώματα των Conifére, τουλάχιστον στο L'Impôt du Sang, φανερώνουν μια προοδευτική πορεία, με μια -γνήσια γαλλική- επαναστατική εστίαση στον λαό ως φορέα της εθνικής και κοινωνικής ελευθερίας, από τη Γαλλική Επανάσταση ως και τον φλογερό ποιητικό λόγο του Πωλ Ελυάρ. Ωστόσο, μια πιο ενδελεχή έρευνα των κινήσεων του γκρουπ, από τότε που σχηματίστηκαν ως και σήμερα, αποκαλύπτει μια πιο αντιφατική πορεία, που έχει προφανώς μια θετική πολιτικά κατάληξη. 

Το πρώτο άλμπουμ των Conifére ονομάζεται Noblesse D'Épée και κυκλοφόρησε το 2020. Πρώτα απ’ όλα, ας ομολογήσουμε ότι είναι μια δουλειά πολύ κατώτερη του L'Impôt du Sang: ατμοσφαιρικότατο ambient black metal μεν, που τείνει έντονα προς το dungeon synth, αλλά υστερεί τόσο σε συνθέσεις, όσο και σε παραγωγή, η οποία είναι τόσο επιτηδευμένα lo-fi, που καταντά κάπως απρόσεκτη. Επίσης, το Noblesse D'Épée κυκλοφόρησε στην καναδική δισκογραφική Corde Raide, η οποία έχει φιλοξενήσει και κάποιους ξεκάθαρα εθνικοσοσιαλιστές black metal καλλιτέχνες. Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα αν το γκρουπ είχε υπόψη του το ποιόν της συγκεκριμένης δισκογραφικής, αλλά στο διαδικτυακό μας κόσμο δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο... Παράλληλα όμως, αυτό το ασφυκτικό περιτριγύρισμα της μπάντας από έναν ακραία συντηρητικό πολιτικό κλοιό είναι ακόμα πιο σύνθετο. 

Όσες και όσοι ασχολούμαστε με το black metal ξέρουμε πολύ καλά πως δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος των καλλιτεχνών του ιδιώματος ανήκει στον συντηρητικό πολιτικό χώρο, από μια ήπια δεξιά κατεύθυνση ως και πλήρως συνειδητοποιημένες νεοναζιστικές θέσεις. Έτσι και στην ευρύτερη περιοχή του Κεμπέκ του Καναδά όπου ζουν και δραστηριοποιούνται οι Conifére (συγκεκριμένα τα μέλη της μπάντας ζουν στο Μόντρεαλ),  έχει αναπτυχθεί ένα ολόκληρο κύμα black metal μπαντών που εκφράζουν το γαλλοθρεμμένο αυτονομιστικό εθνικιστικό κινημα της περιοχης, το οποίο έχει τις ρίζες  στον 19ο αι., ενώ εδώ και πολλά χρόνια έχει στραφεί προς μια καθαρά συντηρητική και επικίνδυνα φυλετική κατεύθυνση. Οι φίλοι μας οι Conifére είναι αναμφίβολα επηρεασμένοι από αυτή την τάση, καθώς στον ήχο τους συναντάμε πολλές επιρροές από την μπάντα - σήμα κατατεθέν της, δηλαδή τους Forteresse, οι οποίοι παίζουν ένα επικό, δυναμικό και αγέρωχο atmospheric black metal και αφετέρου είδαμε ήδη πως έχουν μια εμμονή με τη γαλλική ιστορία και κουλτούρα. 

Όμως, στο L'Impôt du Sang, το συγκρότημα από το Μόντρεαλ κάνει μια ανεπαίσθητη αλλά παράλληλα ανεξίτηλη ιδεολογική στροφή, ενισχύοντας τις δημοκρατικές και (πολιτικά) φιλελεύθερες του τάσεις, χωρίς να απαρνείται τη γαλλική επίδραση. Αυτή η αλλαγή αντικατοπτρίζεται και στον ανανεωμένο, πλουσιότερο και σαφώς βελτιωμένο ήχο του πιο πρόσφατου δισκογραφικού του πονήματος. Παράλληλα, η βινυλιακή έκδοση του άλμπουμ τους κυκλοφορεί από τη δισκογραφική Phantom Lure, στο roaster της οποίας συμπεριλαμβάνονται Αμερικάνοι καλλιτέχνες, όπως οι Old Nick  και οι Bloody Keep, οι οποίοι έχουν πάρει ξεκάθαρα αντιφασιστική στάση. Τέλος, ο κιθαρίστας των Conifére, Nakkabre, κατά κόσμον Mathias Fortier, φαίνεται ένας ωραίος τύπος, tattoo artist και γραφίστας, με ευρύ μουσικό γούστο και, κυρίως, με διασυνδέσεις στον χώρο του αντιφασιστικού πανκ της καναδικής μεγαλούπολης. Συνυπολογίζοντας όλα αυτά, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε πως οι Conifére πλέον βαδίζουν δημοκρατικά, ακόμα περισσότερο διαμορφώνουν μια πιο προοδευτική οπτική για το metal noir quebecois, όπως ονομάζεται αυτή η εντόπια εκδοχή του μαύρου μετάλλου. 

Κατά τη διάρκεια του 2024, άκουσα black metal περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της πορείας μου ως ακροατής. Σίγουρα οι εσωτερικές και οι εξωτερικές εμπειρίες δημιουργούν κάθε φορά τις συνθήκες για την έφεση προς ένα συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα. Στο L'Impôt du Sang των Conifére βρήκα έναν φίλο που με παρέσερνε σε ένα ενδογενές (ή και κανονικότατο) headbanging, αλλά παράλληλα μου προσέφερε στοχασμό, νοσταλγία και ψυχοθεραπεία! Πιστεύω πως στις επόμενες της κυκλοφορίες η μπάντα θα κινηθεί ακόμα πιο συναρπαστικά σε μουσικό επίπεδο και ακόμα πιο προοδευτικά σε πολιτικό. 

22/5/24

Επιστρέφοντας στην Τριαρχία των Χαμένων Εραστών


Ένα long read αφιερωμένο στο κορυφαίο 

Triarchy of The Lost Lovers των Rotting Christ


Τελικά αυτό εδώ το blog (σε μια εποχή που έχει περάσει η μόδα της “μπλογκόσφαιρας”) παραμένει πεισματικά ένα ημερολόγιο των μουσικων μου ακροάσεων και ένα πεδίο διοχέτευσης της επιθυμίας να γράφω για μουσική, με έναν τρόπο που θεωρώ ωραίο και ενδιαφέροντα, ακόμα κι αν δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις για το κάθε είδος και ύφος που κατά καιρούς καταπιάνομαι. Αλλά, ακούμε, διαβάζουμε, γράφουμε και μαθαίνουμε. Σαφέστατο παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί το παρακάτω κείμενο, στο οποίο εξωτερικεύω την σχετικά πρόσφατη επιστροφή μου στον metal ήχο, μετά από πολλά χρόνια που ασχολούμουν μαζί του παροδικά και επιλεκτικά. Βέβαια, αυτή η επιλεκτική ενασχόληση συνεχίζεται, αλλά έχει γίνει πολύ πιο πυκνή το τελευταίο καιρό, εξαιτίας της εστίασής μου στο ιδίωμα του black metal. Αλλά, αυτά τα έχουμε πει ήδη

Κεντρικό θέμα αυτού του κειμένου αποτελεί το τρίτο κατά σειρά ολοκληρωμένο άλμπουμ των θρυλικών Ελλήνων black metallers Rotting Christ, το εξίσου περίφημο Triarchy of the Lost Lovers. Ένα άλμπουμ που άκουσα για πρώτη φορά πολύ πρόσφατα, στην ηλικία των 44 χρονών… Κάπως ετεροχρονισμένα, θα έλεγε κανείς, αφού το αναμενόμενο θα ήταν να το είχα ακούσει ήδη από τα 14-15. Αλλά, σε αυτή την ώριμη (;) και σίγουρα προχωρημένη για headbanging ηλικία, η τριαρχία των Rotting Christ μου έκλεψε τα ώτα, το νου και την καρδιά και μ’ έκανε να λατρέψω χωρίς περιστροφές ξανά τη metal μουσική. Έτσι, αποφάσισα να μοιραστώ τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου δημιούργησε αυτό το άλμπουμ.

Ας ξεκινήσουμε με τα γνωστά και μη εξαιρετέα: στο Triarchy of the Lost Lovers οι Rotting Christ, αποτελούμενοι τότε από τον Σάκη Τόλη (Necromayhem) στα φωνητικά και στις κιθάρες, τον Δημήτρη Πατσούρη (Mutilator) στο μπάσο και τον Θέμη Τόλη (Necrosauron) στα τύμπανα, παρουσιάζουν μια στροφή και συνάμα εξέλιξη στον ήχο τους, βαίνοντας σε έναν δρόμο που δίνει έμφαση στη μελωδία, στις midtempo ταχύτητες και σε μια επική μελαγχολία gothic κλίματος. Πράγματι, τα riff που ξεχύνονται στα εννιά τραγούδια του άλμπουμ είναι πρώτης γραμμής, μοιρασμένα ανάμεσα στη μελωδικότητα και την αγριότητα. Παράλληλα, οι αλλαγές των θεμάτων και των ρυθμών έχουν έναν κάπως πολύπλοκο χαρακτήρα, αλλά το σημαντικό είναι ότι πραγματοποιούνται με οργανικότητα. Προσέξτε, για παράδειγμα το πως στο τραγούδι "Shadows Follow", το μελωδικό και groovy μέρος, ξαφνικά μα και με μια φυσικότητα, δίνει τη θέση του σε ένα ταχύ και τραχύ “νορβηγικού” ύφους ξέσπασμα. Ο Σάκης Τόλης στην κιθάρα παίζει δυναμικά μα και αρκετά δεξιοτεχνικά, αλλά κυρίως λιτά, στοιχεία που χαρακτηρίζουν και το παίξιμο και του αδερφού του Θέμη στα ντραμς. Αυτή η κυρίαρχη αίσθηση λιτότητας φτάνει σε επίπεδα μιας έκφρασης απογυμνωμένης από περιττά στολίδια, ωμής, κάμποσο παρανοϊκής, μα και γεμάτης πάθος στο τραγούδισμα του Σάκη, το αναμφίβολα πιο black metal χαρακτηριστικό του άλμπουμ. Όλα αυτά τα συστατικά συγκεράζονται σε ένα αρμονικό σύνολο χάρη στην παραγωγή του Andy Classen, η οποία αναδεικνύει τόσο την ωμότητα - σκληρότητα, όσο και την ατμοσφαιρικότητα - μελωδικότητα του ήχου της μπάντας. 

Τα προαναφερθέντα πιο τεχνικά ή ξεκάθαρα μουσικά στοιχεία του Triarchy of the Lost Lovers πρωταρχικά υπηρετούν το μοναδικό κλίμα αυτού του άλμπουμ. Mέσα σε αυτή ακριβώς την ατμόσφαιρα ένιωσα να χάνομαι δίχως επιστροφή. 

Πρώτα απ’ όλα, ο τίτλος της όλης κυκλοφορίας ήταν, για τα δεδομένα της black metal σκηνής των 90s, παράδοξος: ενώ η κυρίαρχη νοοτροπία, ακόμα και των πιο πειραματικών κυκλοφοριών του ιδιώματος, θεμελιωνόταν πάνω στη μισανθρωπία, τη βία και τον σατανισμό, η ελληνική μπάντα με το προκλητικό όνομα κυκλοφορεί ένα άλμπουμ που στον τίτλο του φιγουράρει η φράση “χαμένοι εραστές”... Βεβαια, τόσο ο Jim Mutilator, σε μια συνέντευξη του ‘96, όσο και ο Σάκης Τόλης, στο guest που έκανε στο αφιέρωμα της τηλεοπτικής εκπομπής TV War για τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του άλμπουμ, επέμεναν ότι η “τριαρχία των χαμένων εραστών” είναι τα ίδια τα μέλη της μπάντας που κυνηγούσαν γενναία, όχι μόνο ένα καλλιτεχνικό όραμα, αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, ο οποίος αισθάνονταν ότι εκείνη την περίοδο ροκανιζόταν από το πέρασμα του metal ήχου στο mainstream. Ωστόσο, αυτός ο τίτλος εισβάλλει τόσο έντονα στο φαντασιακό μας, ειδικά αφού αναφέρεται και στους στίχους των τραγουδιών...

Οι στίχοι, λοιπόν, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο χτίσιμο αυτής της μοναδικής ατμόσφαιρας του Triarcy of the Lost Lovers και συντελούν πολύ στη λογοτεχνική και φιλοσοφική διάστασή του. Στιχουργός όλων των τραγουδιών είναι ο Jim Mutilator, ο οποίος στην προαναφερθείσα συνέντευξη λέει: “it is hard to give a description of our music: it is full of emotions, full of inner freedoms, full of mysticism and wise occultism.” Ακούγοντας αυτούς τους τόσο συναισθηματικούς και ελευθερόφρονες στίχους, μου δημιουργήθηκε η ιδέα πως το άλμπουμ είναι concept, καθώς χαρακτήρες -με τα τόσο αλλόκοτα τους ονόματα- επανεμφανίζονται στους στίχους διαφορετικών τραγουδιών, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν μικρές αφηγήσεις κάπου ανάμεσα στον αποκρυφισμό, το fantasy και την επιστημονική φαντασία. Οι επιρροές από συγγραφείς, όπως οι αγαπημένοι Tolkien και Lovecraft, αλλά και από την αρχαιοελληνική μυθολογία, αφομοιώνονται σε ένα ιδιαίτερο σύμπαν του Φανταστικού. 

Κάπως έτσι, βιώνοντας τα σκοτεινά παραμύθια του Triarchy of the Lost Lovers, φαντασιώθηκα πως μιλά για μια οικογένεια αλχημιστών ("Diastric Alchemy") και βασιλιάδων ("A Dynasty From Ice"). Ο Atheron, ο μάγος του οποίου το θνητό σώμα πεθαίνει και η αθάνατη ψυχή του ταξιδεύει, χωρίς όρια πια, στη θάλασσα ("The Opposite Bank") ίσως είναι ο πατέρας του άρχοντα (Archon) Emeron, του βασιλιά του αστρικού πολέμου ("King of A Stellar War").  Έπειτα, ο φτωχός και μαζί μαχητικός βασιλιάς Emeron αποχαιρέτησε, ως παιδί, τον νεκρό  αδερφό του, για να τον ξαναβρεί ένα πρωινό, όταν κι οι δυο θα μεταμορφωθούν σε “μάγους με ανθρώπινη λαλιά” ("Snowing Still"). Χρόνια μετά , θα ξεσηκώσει τους σκλάβους, ως ένας “αετός του κυνηγιού”, για να μπει στο πρώτο πεδίο της μάχης ("First Field of The Battle"). 

Οι στίχοι και η μουσική στο Triarchy διαπλέκονται σε ένα σύνολο ποίησης και στοχασμού, χωρίς όμως ποτέ να χάνεται η σκοτεινή black metal προοπτική. Φανταζόμαστε τις ιστορίες να εξελίσσονται σε τόπους γωνιώδεις και ασπρόμαυρους μα ποτισμένους ως τον πυρήνα τους με ανθρώπινες μνήμες και θνητά συναισθήματα. Οι  ήρωες των ιστοριών αυτών είναι λαμπροί ήρωες, “που ξεκινούν τη μοναρχία” ("King of A Stellar War"), αλλά ταυτόχρονα οδηγούν έναν στρατό από “τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους” ("The First Field of the Battle"), από “απόκοσμες ψυχές” (King of A Stellar War)  σε έναν “αβέβαιο πόλεμο” ("A Dynasty from the Ice"). Με λίγα λόγια, το μεγαλείο προκύπτει μέσα από τη στέρηση και τη δυσκολία. Οι Rotting Christ ακολουθούν μια διαφορετική πορεία τους από αυτή του παγωμένου και μισανθρωπικού νορβηγικού black metal, τραγουδώντας ιστορίες μιας δύσκολης και απέλπιδης αισιοδοξίας, μιας προσδοκίας ότι η δικαίωση θα έρθει στο τέλος, ότι μετά την πίκρα, τις σκιές και τον θάνατο υπάρχει φως και ζωή. 

Η δική τους εκδοχή του ιδιώματος, το λεγόμενο hellenic black metal κουβαλά ένα ισχυρό εντόπιο πολιτισμικό στοιχείο, μεσογειακό ή και, ειδικότερα, ελληνικό. Πρόκειται για μια νοοτροπία, η οποία, αν και κομβική ιστορικά και γεωγραφικά, συνήθως δεν είναι κοινωνικοπολιτικά κυρίαρχη στη χώρα μας, όπου “αξίες” όπως το φλεξάρισμα (ή η ποζεριά, όπως λέγαμε στα 90s), η ευκολία, ο νεοπλουτισμός και το πελατειακό σύστημα έχουν τον πρώτο λόγο. Για να το πούμε με μουσικούς όρους, αυτή η νοοτροπία σπανιότατα έχει γίνει mainstream, όμως εκφράζει ανθρώπους που αγωνίζονται, με δυσκολία κι ελπίδα. Άλλες φορές πετυχαίνουν, άλλες αποτυγχάνουν, έχουν όμως  διδαχθεί πολλά, τόσο από τις σταδιακές εναλλαγές των εποχών, όσο και από τα σκληρά τραύματα της ιστορίας. Αυτό το ανεπιτήδευτο πάντρεμα ανάμεσα στη βία και στη μελωδία, αλλά και η εμμονή σε αυτή τη μουντή επικότητα αναδεικνύουν αυτή την κοσμοαντίληψη. Ακόμα και η επιμονή του Σάκη και του Θέμη Τόλη, αλλά και του Δημήτρη Πατσούρη, να μην εμφανίζονται με corpsepaint, καρφιά και άλλα δαιμονικά στολίδια, πέρα από την προβολή μιας ευρύτερης metal άποψης, σχετίζεται και με μια τέτοια φιλοσοφία, μια φιλοσοφία που ως κυρίαρχο μότο έχει το "μηδένα προ του τέλους μακάριζε" ή, καλύτερα, “μηδένα προ του τέλους οίκτιρε”. Εύστοχα ο Σάκης, σε μια παλιά του συνέντευξη δήλωνε: “παίζουμε μεσογειακό black metal”. 

Κλείνοντας το αφιέρωμα σε αυτό το κορυφαίο άλμπουμ του black metal ιδιώματος (ένα μεγάλο “μπράβο” για όσ@ς αντέξατε ως εδώ), θα προσπαθήσω να απαντήσω στο πιο δύσκολο ερώτημα που μου προκλήθηκε, ακούγοντας το: ποιες μπάντες και ποιες κυκλοφορίες αποτέλεσαν τις βασικές επιρροές για τη σχηματοποίηση του ήχου στο Triarchy of Lost Lovers; Όπως έγινε κατανοητό, στο συγκεκριμένο άλμπουμ οι Rotting Christ έφτασαν σε ένα πολύ προσωπικό ύφος, ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανιχνευθούν οι επιρροές τους. Στο Triarchy, οι Rotting Christ έχουν εξελίξει τον ήχο τους, από το ακατέργαστο death - black των πρώτων EPs σε μια ολοένα πιο έντονη εκλέπτυνση σε επίπεδο σύνθεσης, ενορχήστρωσης και παραγωγής, χωρίς όμως να στρογγυλέψουν τις αιχμές τους, οδηγούμενοι, τελικά, σε μια εμβάθυνση στην ουσία του προσωπικού τους στιλ. Έτσι, διακρίνουμε στοιχεία ωμά και ακατέργαστα, τα οποία παραπέμπουν ακόμα και black metal των 80s, από  τους Hellhammer και τους Sarcófago ως και το δικό τους Satanas Tedeum (1989), αλλά και τόσο οικείες, παθιασμένες και πιασάρικες μελωδίες, που -δεν θα πω ψέματα- μου θύμισαν ακόμα και τους Iron Maiden. Τελικά,  αυτό το αλλόκοτο αμάλγαμα ανάμεσα στην αγριότητα, την ποίηση και τη γοητεία της παρακμής, που συναντάμε στο Triarchy, έχει κατορθωθεί πρωτύτερα στο αριστουργηματικό Into the Pandemonium των Celtic Frost, ένα άλμπουμ που οι Christ σίγουρα έχουν παντοτινό οδηγό. 

Παράλληλα, απαραίτητος παράγοντας για την κατανόηση του Triarchy αποτελεί η ένταξή του στο ευρύτερο πεδίο του "hellenic black metal", το οποίο έδινε ιδιαίτερο βάρος στη μελωδικότητα και στη μυστικιστική και ποιητική ατμόσφαιρα. Παράλληλα, θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ ουσιαστικά αποτελεί το τελικό κεφάλαιο της ακμής του ελληνικού black metal, λαμβάνοντας τη σκυτάλη της επικής και οργισμένης μελαγχολίας που αρθρώθηκε υπέροχα στο Walpurgisnacht των Varathron δύο χρόνια πριν. Επομένως, το τρίο των Ελλήνων metallers συγκροτεί μια πραγματική “τριαρχία χαμένων εραστών”, καθώς ορμώνται από τη δεκαετία του ‘80, για να φυτέψουν το ύστατο άνθος της πιο γνήσιας φάσης hellenic black metal, αλλά και να σημαδέψουν ανεξίτηλα την παγκόσμια extreme metal σκηνή του δεύτερου μισού των 90s. 

Η συμφωνία με τη γερμανική δισκογραφική Century Media και η ηχογράφηση του Triarchy of the Lost Lovers αποτέλεσε μια πραγματική περιπέτεια για το συγκρότημα, την οποία διηγείται γλαφυρά ο ίδιος ο Σάκης στην προαναφερθείσα εμφάνιση του στο TV War. Μετά από αυτό το άλμπουμ, οι  Rotting Christ προχωρήσανε δισκογραφικά και προόδευσαν περαιτέρω, διοχετεύοντας τη μεν gothic πλευρά τους στην αμέσως επόμενη δουλειά τους, A Dead Poem, ενώ το πιο επικό κλίμα αλλά και η επαφή με την ελληνική παράδοση, άνθισαν πλήρως στο Theogonia, δέκα χρόνια αργότερα. Ωστόσο, η τριαρχία των χαμένων εραστών θα μείνει στη μνήμη ακροατών σε όλο τον κόσμο ως ένα αριστούργημα του black metal και του metal ευρύτερα. Πλέον κι εγώ έγινα ένας από αυτούς τους ακροατές.

Το κείμενο αφιερώνεται στον γιο μου, τον αληθινό βασιλιά του αστρικού πολέμου. 

5/3/24

Γιατί black metal; Για το "αγγελικό και μαύρο φως"...


Θυμάμαι, όταν ήμουν έφηβος στο β' μισό των 90s και είχα μπει με τα μπούνια στον χώρο του prog metal, με μπάντες όπως οι Dream Theater, οι Fates Warning, οι Conception κλπ., το black metal επίσης ήταν πολύ διάσημο στους “μεταλλάδικους” κύκλους του Βόλου, αλλά εμείς, που αυτοπροσδιοριζόμασταν ως “προγκρεσιβάδες”, το αντιμετωπίζαμε ως απλοϊκό και επιφανειακό. Παράλληλα, τα διαβάσματα μου τότε, ο H. P. Lovecraft και ο κύκλος των weirdos του, αντί να με ωθεί στα σατανικά μαύρα μέταλλα, με απομάκρυνε, επειδή σκεφτόμουν ότι η ελιτίστικη και υπαινιχτική αντίληψή του για τον τρόμο και το δαιμονικό δεν ταίριαζε με το corpsepaint και το κάψιμο των εκκλησιών. Ωστόσο, από τότε κάτι απροσδιόριστο με έλκυε στο black metal, αλλά και κάτι με φόβιζε σε αυτό - τώρα μπορώ να το ομολογήσω δίχως δισταγμό: η εισχώρηση σε έναν κόσμο γοητευτικό μα πολύ σκοτεινό και βίαιο. 

Οι άνεμοι του χρόνου πέρασαν πάνω από εκείνα τα αραχνιασμένα και δοξασμένα εφηβικά έτη, ορμητικό, γάργαρο και πολυποίκιλο νερό μπήκε στο αυλάκι του μουσικού μου γούστου και άκουσα πολλά είδη και ύφη, χωρίς να κατορθώσω να γίνω ειδικός σε κανένα! Και να τώρα που, αφού έχω καβαλήσει (εδώ και 3-4 χρόνια) τα 40, οδεύοντας στο οικείο και στο άγνωστο μαζί, ξανακούω -βασικά, ακούω για πρώτη φορά πιο οργανωμένα- black metal! Από τότε που το 2024 μας καλωσόρισε, πιάνω τον εαυτό μου να απολαμβάνει black metal άλμπουμ, τόσο τα κλασικά του λεγόμενου “second wave”, όσο και πιο ύστερα, το βράδυ πριν κοιμηθώ στα ακουστικά, αλλά και το πρωί, αφού έχω πάει τον γιο μου στον παιδικό σταθμό, και πίνω ήσυχα τον καφέ μου στο σπίτι. Καταπιάνομαι με σατανιστές, εγκληματίες, σχιζοφρενείς ή, απλά, κομπλεξικούς -αυτά μέσα μου τα συγχωρώ και τα αποδέχομαι- αλλά και υπερεθνικιστές, των οποίων η τέχνη με κάνει να μπω αλλόκοτα στην αντίληψη του οπωσδήποτε αρρωστημένου σωβινισμού τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους Drudkh. Καθαρά φασιστικό (national socialist) black metal, βέβαια, δεν αντέχω. Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον συρφετό βρίσκω και μπάντες με τις οποίες συμπλέω πολιτικά, και κυρίως συνομιλώ με ανθρώπους που έχουν σημαδέψει τη σύγχρονη τέχνη της μουσικής, ανεξαρτήτως ειδολογικής κατεύθυνσης, όπως ο κύριος Kristoffer Rygg.

Γιατί, λοιπόν, black metal; Συζητώντας με τον κολλητό μου φίλο, κουμπάρο και… παλαιό μύστη του είδους, που τελευταία επίσης το έχει ξαναθυμηθεί, έφτασα στο συμπέρασμα πως το black metal με κάνει να νοσταλγώ τα εφηβικά και τα πρώτα νεανικά μου χρόνια, με έναν τρόπο συγκινητικό, μα και ειρωνικό, κοντολογίς δημιουργικό, με μια “reflective nostalgia”, όπως γράφει η θεά Svetlana Boym. Η μελαγχολία, η απαισιοδοξία, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, μα και το θαύμα της ύπαρξης μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα στη Μεσόγειο, τα μοναδικά βιώματα της παρέας των μικρών κι αιώνιων φίλων μα και οι μοναχικές στιγμές της μυθολογίας Κθούλου, του Έπους της Γαιοθάλασσας και των θρίλερ του Alfred Hitchcock. Ακούγοντας black metal αναστοχάζομαι όλα αυτά, ανακαλύπτω ξανά ποιος είμαι και προσπαθώ να δω προς τα που οδεύω, καταφάσκω σε αυτή την μαζί σκοτεινή και φωτεινή ζωή, στο “αγγελικό και μαύρο φως”, όπως έχει γράψει και ένας άλλος παχουλός, διοπτροφόρος και ιδιοφυής κύριος που σφράγισε τη νεότητά μου. 

14/9/23

"Με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια": ένα εκπαιδευτικό μουσικό project (2022-2023)


Από τότε που ξεκίνησα να δουλεύω στην ιδιωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή στον χώρο των ιδιαίτερων και των φροντιστηρίων, παίδευα το νου μου για το πώς θα συνδυάσω τα φιλολογικά μαθήματα με τη μεγάλη μου αδυναμία, τη μουσική. Αυτός ο συγκερασμός δουλευόταν στο μυαλό μου για χρόνια και που και που εκδηλωνόταν, ωστόσο ανοργάνωτα και χωρίς συνέχεια. Εκείνα τα ταραγμένα βήματα οφειλόταν τόσο στη δική μου αβεβαιότητα, όσο και στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας, το οποίο, ως γνωστόν, ευνοεί πολύ λίγο τη δημιουργική σκέψη και την καλλιτεχνική ενασχόληση. 

Μέχρι που, κατά την προηγούμενη σχολική σεζόν (2022-2023), το πήρα απόφαση κι έστησα ένα άτυπο project σε ένα φροντιστηριακό τμήμα της Γ' Λυκείου, στο οποίο δίδασκα το μάθημα της λογοτεχνίας. Στα πέντε παιδιά που αποτελούσαν το τμήμα πρότεινα κάθε εβδομάδα από ένα τραγούδι προς ακρόαση. Οι επιλογές ήταν εντελώς διευρυμένες: ελληνική και ξένη μουσική, rock, jazz, electronica, disco, metal, λαϊκά και ρεμπέτικα. Ο Μάλαμας συνάντησε τους Joy Division, ο Τσιτσάνης τους Thievery Corporation και ο Σαββόπουλος τους Savatage. 

Η αλήθεια είναι ότι, από τα πέντε παιδιά, ενδιαφέρον έδειξαν δύο μαθήτριες, αλλά ενδιαφέρον ζωηρό και ιδιαίτερα συναισθηματικό. Στο περιθώριο του μαθήματος, συζητούσαμε για τα προτεινόμενα tracks και το feedback ήταν πολυποίκιλο: με το She's Lost Control ενθουσιάστηκαν αμφότερες, απόρησαν με την απαισιοδοξία που διακατέχει τους στίχους του Time των Pink Floyd, λιγάκι παραξενεύτηκαν με το avant-garde στοιχείο στη Μαύρη Θάλασσα του Σαββόπουλου, ενώ μπορώ να πω ότι φρίκαραν πολύ με το Dunkelheit των Burzum. 

Φυσικά, για το προαναφερθέν μισανθρωπικό άσμα δόθηκε το απαραίτητο trivia, όπως άλλωστε και για όλες τις μουσικές επιλογές. Λίγα σχόλια, αλλά ελπίζω ουσιώδη. Άλλωστε, τα κορίτσια έδειξαν προσοχή μα και έμπνευση, αφού, ως ένα βαθμό, ταίριαζαν στην προσωπικότητα μιας νεαρής κοπέλας του σήμερα, όπως σκιαγραφείται, εύστοχα και ευαίσθητα, από τον ΛΕΞ στο Ευτυχισμένες Μέρες: κορίτσια που πιστεύουν στη μαγεία, αποζητάν την κριτική σκέψη, θέλουν να γυρίσουν τον κόσμο, αγαπάνε την τέχνη, μα κάποιες φορές αισθάνονται ξένα, σαν εξωγήινες. Σίγουρα το τελευταίο τους χαρακτηριστικό προσπαθήσαμε να το δουλέψουμε μέσω της μουσικής. 

Ακολουθούν τα περισσότερα από τα κομμάτια που συγκρότησαν το project, με τη σειρά που προτάθηκαν, σε μια Spotify λίστα. Κάποια τραγούδια, όπως ο Ηλεκτρικός Θησέας του Μαρκόπουλου, δεν υπάρχουν στο Spotify… 

Το τελευταίο track που προτάθηκε ήταν το περίφημο Born Slippy των Underworld: μ' αυτό το τραγούδι αποχαιρετιστήκαμε και ταυτόχρονα καλωσορίσαμε ένα καλοκαίρι που αποδείχτηκε μεν δύσκολο, αλλά δεν έχασε τη μαγεία του, ειδικά για ανθρώπους που βγαίνουν απ΄την εφηβεία και μπαίνουν στη νεότητα.

Προσωπικά απόλαυσα κάθε στιγμή αυτής της φάσης και θεωρώ πως, "με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια", έβαλα ένα λιθαράκι στην αληθινή παιδεία αυτών των κοριτσιών. 


29/12/20

Η μουσική του 2020: μια ματιά σε έναν καλύτερο κόσμο


Σίγουρα αυτή η δύσκολη και ως ένα μεγάλο βαθμό δυσάρεστη χρονιά του Covid-19 έκλινε προς την αισιοδοξία και τη θετικότητα χάρη στη συνδρομή της τέχνης. Λογοτεχνία, σινεμά (συμπεριλαμβάνω και τις καλές τηλεοπτικές σειρές μαζί), εικαστικές τέχνες και βέβαια μουσική μας παρηγόρησαν και μας προσέφεραν μεγάλα πεδία απόδρασης από την καθημερινότητα, παράλληλα όμως μας βοήθησαν να βρούμε πιθανές ερμηνείες, αλλά και να στοχαστούμε λύσεις για τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα του καιρού μας.

Με τις παραπάνω σκέψεις, αποφάσισα να ασχοληθώ φέτος πιο επισταμένα με τη μουσική σκηνή, παρουσιάζοντας ξεχωριστή μουσικοκριτική για καθένα από τα άλμπουμ του δικού μου top-20, καθεμιά από τις πρώτες είκοσι μέρες του Δεκέμβρη. Έτσι προέκυψαν είκοσι κείμενα των 350-450 λέξεων.

Η υφολογική κατεύθυνση των μουσικοκριτικών είχε ως ένα βαθμό προαποφασιστεί, αλλά τελικά διαμορφώθηκε καθώς αυτές γράφονταν. Έχουμε να κάνουμε με σύντομα και όσο το δυνατόν στοχευμένα κείμενα, στα οποία γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί το μουσικό ύφος του κάθε άλμπουμ (όσο μπορεί αυτό να γίνει από έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει θεωρία μουσικής), να αντιστοιχηθούν οι πιο πιθανές επιρροές των καλλιτεχνών, αλλά και να κατανοηθούν οι ευρύτεροι πολιτικοί, κοινωνικοί και πολιτισμικοί συσχετισμοί. Παράλληλα, αρκετές είναι και οι προσωπικές-βιωματικές αναφορές, αφού άλλωστε και η επιλογή των άλμπουμ βασίζεται κατά βάση στο προσωπικό γούστο. Επίσης, που και που, δεν αποφεύχθηκε μια πιο ιμπρεσσιονιστική κριτική, με έννοιες αναπόδραστα θολές, όπως: “ατμόσφαιρα”, “αύρα” κλπ. 

Η λίστα με τα 20 μουσικά άλμπουμ που ξεχώρισα το 2020. Για να μεταβείτε στα κείμενα των παρουσιάσεων, ανατρέξτε στο blog, με το tag "blogovision2020"

  1. Liberato - Ultras

  2. Tom Misch, Yussef Dayes - What Kinda Music

  3. Domus - Lucid Dreaming

  4. Islandman - Kaybola

  5. Okysho - Kamala’s Danz

  6. Soft Power - Brink Of Extinction

  7. Bon Voyage Organization - La Course

  8. Ak' Chamel, The Giver Of Illness - The Totemist

  9. Kruder & Dorfmeister - 1995

  10. The Cappuccino Wizards - 1883 Juncture Bound

  11.  Maât - Solar Mantra

  12.  Lindstrom & Prins Thomas - III

  13.  Hail Spirit Noir - Eden In Reverse

  14.  Bent - Up In The Air

  15.  Och - II 

  16.  Caribou - Suddenly

  17.  Cantoma - Into Daylight

  18.  Algol Paradox - アルゴルパラドックス

  19.  AKSK - Things We Do

  20.  Arild Hammerø - Lerret

Περνώντας, τώρα, στο ζουμί, δηλαδή στην ίδια τη μουσική του 2020, ο συσχετισμός μεταξύ Covid-19 και φετινών κυκλοφοριών είναι αυτονόητος. Η Μαρία Παππά, σε άρθρο της στο Lifo, αν και ασχολείται -κατά τη γνώμη μου- υπερβολικά με την πιο ανούσια πλευρά του mainstream, αναφέρει εύστοχα: 

Για να περάσουμε, όμως, στην καραντίνα και το πόσο επηρέασε τη μουσική γενικότερα, η αλήθεια είναι ότι η φετινή είναι μία από τις πιο γόνιμες των τελευταίων χρόνων μουσικά. Η καραντίνα όχι μόνο περιόρισε τους μουσικούς, απεναντίας τους πείσμωσε ή τους έδωσε τη δυνατότητα να γίνουν πιο παραγωγικοί, παρά τα όποια εμπόδια και την απουσία των ζωντανών εμφανίσεων ή καλύτερα εξαιτίας της έλλειψης τους. 

Επομένως, πάμε να δούμε πως διαμορφώθηκε η μουσική σκηνή του 2020.

Πρώτο και θεμελιώδες χαρακτηριστικό της είναι η τεράστια ποικιλία ειδών, υφών και τάσεων, σε βαθμό που δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για κατευθύνσεις που ξεχώρισαν. Στο αχανές διαδικτυακό σύμπαν υπάρχει χώρος για να αναπτυχθούν πολλές σκηνές, με πλήθος κυκλοφοριών και αντίστοιχα διευρυμένους κύκλους οπαδών: το hip hop, το ψυχεδελικό ροκ, το indie, η dance (house, techno κλπ.), η ambient κ.α. 

Ειδικά, τώρα που η χρονιά φτάνει στο τέλος της και οι λίστες με τα best of… εμφανίζονται συνεχώς, ακούω εκπληκτικά άλμπουμ, που πιθανώς θα έμπαιναν στο δικό μου top-20. Τουλάχιστον θα αναφερθούν στο κείμενο αυτό, μαζί με κάποια ακόμη που σταδιακά επανεκτιμώ.

Σε αυτή, λοιπόν, τη χαοτική κατάσταση, θεωρώ ότι το είδος που πραγματικά ξεχώρισε και στιγμάτισε το 2020, όπως και τις προηγούμενες 2-3 χρονιές, είναι η τζαζ και ειδικότερα η νέα γενιά που κυριαρχεί στην Βρετανία, αλλά και παγκοσμίως. Πρόκειται για νέους σε ηλικία καλλιτέχνες, μεσοαστικής κοινωνικοοικονομικής τάξης, συχνά αλλά όχι αποκλειστικά έγχρωμους, που δημιουργούν τζαζ μουσική με αναφορές στο παρελθόν -ήχος Νέας Ορλεάνης, bebop, fusion- αλλά και εξωτερικές επιρροές -από hip hop, bass music, grime, house- καθώς και με μια σαφή κοινωνικοπολιτική διάσταση. Άλλωστε, ακόμα και η δομή, η λογική και το ύφος της συγκεκριμένης σκηνής -όπως και της τζαζ γενικότερα, από την επανάσταση της bebop και μετά- αντιτίθεται συνειδητά στην απλοϊκότητα του εύπεπτου εμπορικού τραγουδιού. Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με την πιο αιχμηρή και προοδευτική σκηνή της εποχής. 

Απόλαυσα τα άλμπουμ των Tom Misch & Yussef Dayes, Moses Boyd (κορυφαίο, αλλά το άκουσα αργά για να μπει στο top-20), Shabaka and the Ancestors (avant-jazz για απαιτητικούς ακροατές) και τη συλλογή Blue Note: Re-Imagined. Επίσης, εκτός Βρετανίας, τα άλμπουμ Kamala’s Danz των Ελβετών Okvsho και La Course των Γάλλων Bon Voyage Organisation.

Σε παραλληλία με τη τζαζ, μέσα στο 2020 άκμασε και το punk - post-punk. Δεν παρακολουθώ ιδιαίτερα το ιδίωμα αυτό, αλλά τα φετινά άλμπουμ των Idles, των Fontaines DC και των Protomartyr ακούστηκαν πολύ.  

Άρα, η άνθιση της ευρύτερης σκηνής της τζαζ και του πανκ, δύο μουσικών ρευμάτων με ιστορικά κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο και ηχητική ανατρεπτικότητα, κυρίως από νέους ηλικιακά μουσικούς 25-30 ετών δείχνει ότι η σύγχρονη μουσική δίνει τον δικό της αγώνα απέναντι στη γιγάντωση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, της καταστολής, της καταστροφής του περιβάλλοντος και του ρατσισμού. Και βέβαια, μαζί με τα δύο αυτά είδη, από ανάλογη νοοτροπία διακατέχονται και αντιπρόσωποι άλλων σκηνών, π.χ. του prog-jazz rock (Soft Power - Brink Of Extinction), του psych folk (Ak’chamel - The Totemist) του EDM (Romare - Home), του metal (Hail Spirit Noir - Eden In Reverse), της λόγιας μουσικής (Max Richter - Voices).

Με όλο αυτό το ξεδίπλωμα υπέροχων μουσικών δημιουργιών, πως να πάρει κανείς στα σοβαρά τα πλέον γνωστά παιχνίδια των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών, που κατασκευάζουν λαοφιλή είδωλα, τόσο mainstream, όσο και "εναλλακτικά"; Οι mainstream ακροατές φέτος άρχισαν να κουράζονται από το κακής ποιότητας, εκμεταλλευτικό για τη μαύρη μουσική και έμμεσα ή και άμεσα ρατσιστικό trap, οπότε οι ιθύνοντες της μουσικής βιομηχανίας τρέχουν και δεν φτάνουν. Βέβαια, στην Ελλάδα, μια σεβαστή μερίδα της νεολαίας ακόμα ακολουθεί τους τραγελαφικούς εντόπιους trappers.

Πλέον, η κοινωνική και πολιτική προοδευτικότητα είναι κυρίαρχη στη σύγχρονη μουσική σκηνή, όπως άλλωστε έγινε εμφανές στη σύνδεση των καλλιτεχνών με το κίνημα Black Lives Matter. Πέρα από τζαζ και hip hop κυκλοφορίες που ευθυγραμμίστηκαν με τα αιτήματα του κινήματος, τα δύο άλμπουμ των Sault με τη μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία είναι αντιπροσωπευτικά.

Τελικά, παρατηρούμε ότι ενώ η πολυμορφία των φετινών κυκλοφοριών προσέφερε μουσικές για κάθε ξεχωριστό γούστο (ας πούμε το δικό μου νο1 είναι το ηλεκτρονικό dance άλμπουμ του Ναπολιτάνου καλλιτέχνη Liberato, με τίτλο Ultras), σταδιακά συγκροτείται μια ενιαία αφήγηση. Κυρίως νέοι άνθρωποι με όραμα, μουσική παιδεία, υψηλή αισθητική και ειλικρινείς προθέσεις βρίσκονται στο προσκήνιο. Οι τάσεις και τα είδη ανακυκλώνονται και αναμιγνύονται καταλήγοντας σε πρωτότυπα, ακόμα και ρηξικέλευθα, αμαλγάματα, που εκφράζουν το σήμερα. Last but not least, μια πολυμέτωπη κριτική στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό δόγμα κυριαρχεί.

Βέβαια, εδώ είναι αναγκαίο να επεκταθούμε ελαφρώς, επειδή αυτή η κριτική δεν είναι πάντα σαφής και -ευτυχώς- σπάνια στρατευμένη. Μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως εξής: Πρώτον, προβολή μιας αισθητικής διαφορετικής από την ηγεμονική mainstream, μακριά δηλαδή από το στημένο και επιφανειακό στυλ της showbiz, προς μια γήινη, street και φρέσκια οπτική, που αφορά όχι μόνο τη μουσική, αλλά και το ντύσιμο των μουσικών, το artwork των δίσκων κλπ. Δεύτερον, μια underground απάντηση ισότιμης συνεργασίας, φιλίας και αλληλοεκτίμησης στον κύκλο δημιουργίας-παραγωγής, διάθεσης και κατανάλωσης της μουσικής. Τέλος, μια ευθεία και πλήρως συνειδητή κριτική στις πληγές που έχει φέρει ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός στη φύση, στον άνθρωπο και στην κοινωνία του. 

Κάπως έτσι, μέσα από τη σύγχρονη μουσική σκηνή χαράζει θαρραλέα το όραμα μιας πιο ποιοτικής, όμορφης, δημοκρατικής και αλληλέγγυας κοινωνίας. Αυτή βέβαια είναι μια από τις διαχρονικές ψυχολογικές και κοινωνικές λειτουργίες της τέχνης, το να μας υποβάλλει να βλέπουμε ακόμα και τις πιο τετριμμένες πλευρές της πραγματικότητας μέσα από μια πρωτοείδωτη οπτική και, ακόμα περισσότερο, να μας δίνει τη δυνατότητα να ρίξουμε μια φευγαλέα έστω ματιά σε έναν καλύτερο κόσμο*.


Εικόνα: Jim Flora - An Evening at Condon's 

*Εδώ γίνεται μια πιο εκλαϊκευμένη αναφορά στο λογοτεχνικό και ευρύτερα καλλιτεχνικό φαινόμενο της ανοικείωσης που είχαν επισημάνει και μελετήσει οι Ρώσοι Φορμαλιστές, αρχικά ο Βίκτορ Σκλόφσκι το 1925. Μεταφέρουμε τη λειτουργία της ανοικείωσης από τη λογοτεχνία στη μουσική. Όπως γράφει ο Δημήτρης Τζιόβας στη μελέτη του Μετά Την Αισθητική (2003): "Η τέχνη ανοικειώνει τα πράγματα που φαίνονταν οικεία ή έχουν καταντήσει αυτοματισμοί και μας ωθεί να τα δούμε από μια διαφορετική γωνία, παρακωλύοντας ή διασπώντας τους προσληπτικούς μηχανισμούς που έχουν γίνει αυτοματικοί." (βρήκα το απόσπασμα στη μελέτη Ιστορία και θεωρία των λογοτεχνικών γενών και ειδών)

8/12/20

Top-20 | 2020: #13. Hail Spirit Noir - Eden In Reverse (Agonia Records)


 Ξεκινώ αυτή την παρουσίαση με μία πιο προσωπική παρατήρηση: η αλήθεια είναι πως εδώ και χρόνια η σχέση μου με το metal είναι μικρή και ακούω κάποιες επιλεγμένες μπάντες κατ’ εξαίρεση. Μία σταθερή αξία αποτελούν οι Hail Spirit Noir. Μιλάμε για μια από τις πιο μουσικά ασυμβίβαστες μπάντες σήμερα, ανεξαρτήτως είδους. Σε κάθε άλμπουμ τους ξετυλίγεται μια νέα απρόσμενη περιπέτεια. Προφανώς ξεφεύγουν από τα στεγανά του black metal, αλλά δεν προδίδουν το πηχτό του σκοτάδι, επενδύοντας παράλληλα στην πειραματική του πλευρά. 

Στο τέταρτο κατά σειρά άλμπουμ τους, Eden In Reverse παρουσιάζουν ένα δαιμόνιο πάντρεμα ανάμεσα στο progressive metal και την πρώιμη ηλεκτρονική μουσική. Ως επιρροές σκέφτομαι κυρίως τους Arcturus και μερικώς τους Opeth. Όπως και να ‘χει όμως, οι Hail Spirit Noir συνδυάζουν με έναν πρωτότυπο τρόπο ένα εξίσου έντονα μελωδικό και επιθετικό prog metal με τους δρόμους που άνοιξαν πριν δεκαετίες κοσμικοί ταξιδευτές όπως ο Klaus Schulze, ο Jean Michel Jarre και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου.

Η τεχνική δεινότητα και η συνθετότητα δηλώνουν ισχυρό παρών, χωρίς όμως περιττή πολυπλοκότητα και επιδειξιομανία. Επίσης, μνείας αξίζει και η ισορροπημένη παραγωγή, με την 70s ηχητική άποψη. Το black metal στοιχείο ως μουσικό στιλ είναι αισθητά μειωμένο, αλλά η αίσθηση του κακού παραμένει κυρίαρχη, παίρνοντας μια βαθιά υπαρξιακή, συμπαντική διάσταση. Μια καλή γεύση του ύφους του άλμπουμ δίνουν τα εξαιρετικά Alien Lip Reading και Crossroads.

Ένα από τα κεντρικά στοιχεία του Eden In Reverse είναι το στιχουργικό του concept, το οποίο δένεται άρρηκτα με τη μουσική. Οι στίχοι είναι δύσκολοι, αλλά μάλλον έχουμε να κάνουμε με μια αλλόκοτη αφήγηση της βιολογικής και κοινωνικής εξέλιξης του ανθρώπου, η οποία προκαλεί όχι μόνο δημιουργία αλλά και καταστροφή. Στο First Ape On Earth ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως ένας “πρωτεύων (με τη βιολογική έννοια) Μεφιστοφελής” (a simian Mephistopheles). Οι  Hail Spirit Noir αξιοποιούν ελεύθερα και δημιουργικά επιστημονικούς, θρησκευτικούς και λογοτεχνικούς συμβολισμούς. 

Λίγοι καλλιτέχνες σήμερα μπορούν να φέρουν εις πέρας με επιτυχία ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα, προσφέροντας ένα μοναδικό μουσικό έργο επιστημονικής φαντασίας. 


9/8/17

Μικρά κείμενα στο Progrocks.gr


Τα τελευταία τέσσερα πλέον χρόνια, είμαι σταθερό μέλος της συντακτικής ομάδας του Progrocks.gr, της μοναδικής ελληνικής ιστοσελίδας που έχει ως επίκεντρο το progressive rock. Βέβαια, αν και μου αρέσει πολύ το συγκεκριμένο ροκ παρακλάδι, ποτέ δεν μπόρεσα να του αφιερωθώ ολοκληρωτικά, όπως - για να είμαι ειλικρινής - και σε κανένα άλλο μουσικό είδος. Ωστόσο, οι ορίζοντες του Progrocks.gr είναι πολύ διευρυμένοι, έτσι μου δίνεται η δυνατότητα να γράψω κείμενα για κυκλοφορίες που πραγματικά βρίσκω ενδιαφέρουσες, έξω από τα δεδομένα όρια του progressive rock και την ίδια στιγμή μακριά από παροδικές hype τάσεις. 

Αυτό κυρίως συμβαίνει, όταν καλούμαι να συμμετέχω με ένα μικρό κείμενο σε ένα μεγαλύτερο άρθρο ή αφιέρωμα, το οποίο έχουν επιμεληθεί πολλοί συντάκτες. Με αυτόν τον τρόπο ταυτόχρονα εξασκούμαι στην πιο περιορισμένη σε λέξεις κειμενική δομή, μια πρόκληση για έναν φιλόλογο που αγαπά τη δουλειά του...

Έτσι, παρακάτω μεταφέρω μερικά μικρά κείμενα που έχω γράψει για λογαριασμό του Progrocks.gr, ως μέρος ευρύτερων άρθρων, με το πιο πρόσφατο δημοσιευμένο μόλις πριν λίγες μέρες. Ευκαιρία να θυμηθούμε τρία άλμπουμ, ένα τραγούδι και μία συναυλία. 


Alfa Mist – Antiphon
(Pink Bird Recording Co.)

Με το project Antiphon, o Βρετανός μουσικός και παραγωγός Alfa Mist προσθέτει τη δική του “φωνή”, δηλαδή άποψη, σε αυτό το πρόσφατο φρεσκάρισμα της jazz μουσικής, που πραγματοποιείται από καλλιτέχνες όπως ο Kamasi Washington και οι Yussef Kamaal. Στο άλμπουμ συνδυάζεται το mellow jazzy hip-hop σχολής Nujabes με τον ελεύθερο bebop αυτοσχεδιασμό. Με την εναρκτήρια δεκάλεπτη σύνθεση Keep On αποκαλύπτεται ένα πλήρες καλλιτεχνικό σύμπαν αστικής μελαγχολίας, ζεστών μελωδιών και ήπιου πειραματισμού. Η απλή δομή του hip-hop βρίσκεται στο παρασκήνιο, ενώ πρώτο ρόλο έχουν το τεχνικό και ευφάνταστο παίξιμο των πνευστών, της κιθάρας, των πλήκτρων και των κρουστών. Φυσικά, κυρίαρχο είναι ένα κλίμα εσωστρέφειας, η οποία όμως δεν αποκλείει τις κλιμακώσεις, όπως στο κομμάτι Errors.

Κι αν ακόμα αναρωτιέστε για ποιο λόγο προτείνεται ένα jazzy downtempo άλμπουμ σε μία ιστοσελίδα αφιερωμένη στο progressive rock, δεν έχετε παρά να ακούσετε το απρόσμενο κλασικότροπο φινάλε του τραγουδιού Breathe, με τα υπέροχα φωνητικά της Kaya Thomas-Dyke.


(Out of prog 2017 #1)

Pumarosa, Cecile
(Pumarosa EP, Fiction Records, 2016) 

Είναι post punk; Είναι shoegaze; Ή μήπως θα ήταν καλύτερο απλά να το χαρακτηρίσουμε ως χορευτικό indie rock; Το τραγούδι Cecile των Λονδρέζων Pumarosa αψηφά τις συνηθισμένες στιλιστικές μας οριοθετήσεις, συνδυάζοντας τις σκοτεινότερες στιγμές των Cure, τον ξεσηκωτικό ρυθμό των LCD Soundsystem και ένα στοιχείο αγριεμένης free jazz. Τα φωνητικά της Isabel Munoz-Newsome, αν και επηρεασμένα ισάξια από την Siouxsie Sioux και την Kate Bush, έχουν έντονη προσωπική σφραγίδα, μεταφέροντας ένταση, πάθος αλλά και ένα τελετουργικό κλίμα.

Αδράξτε της ευκαιρίας να ανακαλύψετε τους Pumarosa, μία από τις πιο ελπιδοφόρες και φρέσκιες μπάντες της indie / alternative rock σκηνής.


(20 τραγούδια του 2016 που πρέπει να ακούσεις)

David Bowie, Heroes
(RCA Records, 1977)

Στο Heroes του 1977, o David Bowie παρουσίασε ένα «μικτό, αλλά νόμιμο» και τελικά ιδιοφυές είδος ροκ μουσικής. Έχοντας πλάι του κάποιους από τους σημαντικότερους μουσικούς μεταπολεμικά, κυρίως του Brian Eno και Robert Fripp και βέβαια τον Tony Visconti στην παραγωγή,  έφερε κοντά το ιδρωμένο rock n’ roll, όπως το είχαν εξελίξει καλλιτέχνες από τους Rolling Stones ως τους Velvet Underground με την πολύπλευρη πειραματική μουσική: ambient, avant-garde και κυρίως krautrock. Μάλιστα, στη δεύτερη πλευρά του δίσκου, κυριαρχούν εσωστρεφείς και αινιγματικές συνθέσεις, επηρεασμένες αισθητά από τους Γερμανούς πρωτοπόρους. Άλλωστε, ήδη αρκετά πρώιμα οι Neu!, σε τραγούδια όπως το Hallogallo (1971), άνοιξαν τον δρόμο για ένα πειραματικό rock μινιμαλιστικής αντίληψης. Ωστόσο, ο Bowie προικίζει αυτή την αντίληψη με ροκ αλητεία, ποπ μελωδία και τη δική του ιδιαίτερη καλλιτεχνική αισθητική, για να μας δώσει τραγούδια που ακόμα προβληματίζουν και εμπνέουν σε κοινωνικό, προσωπικό και υπαρξιακό επίπεδο. Με το Heroes o David Bowie γι’ ακόμη μια φορά αναδείχθηκε σε έναν αδιαφιλονίκητο μουσικό ήρωα των μοντέρνων καιρών.

(11 επιχειρήματα υπέρ της αθανασίας)

Bambi Davidson, Brunswick
(Claremont 56, 2015)

Πυρήνας των Bambi Davidson είναι οι παλιοί και έμπειροι μουσικοί Hans-Christian Fuss και Robin Van Velzen. Το 2015, δεκαπέντε χρόνια μετά το ντεμπούτο τους, επέστρεψαν με το Brunswick στη δισκογραφική Claremont 56. Σε αυτό το άλμπουμ η καθαρή έμπνευση και η καλλιτεχνική επεξεργασία συμβαδίζουν αρμονικά. Οι επιρροές  πλούσιες και προσεκτικά επιλεγμένες συγχωνεύονται στο ιδιαίτερο ύφος της μπάντας: η γοητεία της επανάληψης του krautrock όπως το δίδαξαν οι Neu!, η εσωστρέφεια και ο πειραματισμός των ύστερων Talk Talk και ο εξομολογητικός τόνος του Springsteen στο Nebraska συνυφαίνονται από τους Bambi Davidson, ώστε να εκφράσουν νοσταλγία, ειρωνεία, αλλά και μία δύσκολη αισιοδοξία.

(11 albums του 2015 που πρέπει να ακούσεις)

Ως bonus, η κάπως πιο φλύαρη ανταπόκριση από ένα φουλ αξιομνημόνευτο live!

Και αντί επιλόγου, ας ακούσουμε το εξής.