26/7/19

Προς τους πτωχούς ακροατάς...


Πριν ξεκινήσω να παραθέτω τις σκέψεις μου, ας τις περιχαρακώσω σε ένα πλαίσιο αυστηρής – ελπίζω- αυτοκριτικής: πιθανώς λόγω ηλικίας και μιας σχετικής εμπειρίας στην ακρόαση μουσικής, μπορεί τα γούστα μου πλέον να κινούνται προς τη συντήρηση και τη φοβικότητα, ακόμα. Προσπαθώ να μην εξοκείλω σε μια τέτοια γεροντίστικη και σε μεγάλο βαθμό ελιτίστικη νοοτροπία, αλλά με εμάς τους πτωχούς ακροατάς, πότε δεν ξέρεις…

Από τότε που ήμουν έφηβος ως και σήμερα, ακούω μουσική με ενθουσιασμό, αλλά σπάνια με πρόγραμμα, π.χ. να αφιερωθώ στους θεωρητικά σημαντικότερους καλλιτέχνες του τάδε είδους. Ωστόσο, αυτή η χαοτική, θα έλεγα, ακρόαση με οδηγεί στο συμπέρασμα πως, και κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, κυκλοφορεί πραγματικά αξιόλογη μουσική. Σκεφτείτε τις αλληλεπιδράσεις που φέρει η παγκοσμιοποίηση του πολιτισμού ή την απελευθέρωση που έχει φέρει το διαδίκτυο, παράγοντες θετικοί για κάθε τέχνη, άρα και για τη μουσική.  Έτσι, στη διάρκεια των τελευταίων 3-4 ετών έχουμε, λόγου χάρη, την άνθιση της UK jazz, συμπεραίνοντας πως και πάλι η Γηραιά Αλβιόνα δίνει το σύνθημα της ανανέωσης.


Αλλά, παράλληλα με την καλή μουσική, δυστυχώς κυκλοφορούν και στοίβες μουσικής που είναι από μέτρια ως πολύ πολύ κακή. Βέβαια, θα μου πείτε πως το μουσικό γούστο είναι υποκειμενικό, οπότε τι σημαίνει «κακή μουσική»; Θα εξηγηθώ.

Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως σε δύο είδη που έχουν έρθει με φόρα από το underground, αλλά φυσικά έχουν εμπορικοποιηθεί στο έπακρο: το hip hop και η ηλεκτρονική. Ενώ η ανεξάρτητη ή ακόμα και underground σκηνή αυτών των δύο ειδών παραμένει φρέσκια και δημιουργικότατη, παρόλα αυτά προωθούνται ακόμα και αθλιότητες, όχι μόνο σε εμπορικό επίπεδο, αλλά και ως ιδιοφυή καλλιτεχνικά έργα. Βέβαια έτσι κινείται ευκολότερα το χρήμα των δισκογραφικών.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το trap. Καθώς βολτάρω στον Βόλο, μια επαρχιακή πόλη 150.000 κατοίκων, βλέπω στις γειτονιές εφήβους με τα κινητά ανά χείρας να ακούνε trap. Οπότε, στον αγώνα μου να ακολουθήσω τους νέους (!) και γενικότερα να αντιληφθώ τις πιο σύγχρονες τάσεις, προσπάθησα να κατανοήσω και την trap σκηνή. Αν και θεωρώ πως έπιασα αρκετά τους αισθητικούς της κώδικες και ανακάλυψα κάποια καλά τραγούδια, κατέληξα στο ότι η σκηνή αυτή είναι, ως ένα μεγάλο βαθμό, μια κατασκευή των δισκογραφικών. Μπορεί να έχει γερές underground βάσεις (βλ. τον μεγάλο DJ Screw), αλλά τα παροδικά hits που αλλάζουν κάθε μήνα έχουν απομακρυνθεί πολύ απ’ αυτές. 


Έπειτα, το πολύπλευρο revival από είδη τα οποία εκτείνονται από τα 30s ως τα 90s πνίγει την τρέχουσα μουσική έκφραση. Ας το πούμε απλά: το γνήσιο προπολεμικό swing, το γνήσιο 60s-70s ψυχεδελικό και προοδευτικό ροκ, το γνήσιο electropop της δεκαετίας του '80 - για να φέρω κάποια παραδείγματα- θα είναι πάντα ανώτερα από τις τρέχουσες μεταμοντέρνες αντιγραφές τους. 

Τέλος, κάποια μουσικά ιδιώματα που στο παρελθόν είχαν δείξει εξαιρετικά δείγματα γραφής έχουν βυθιστεί στο τέλμα. Στο νου μου φυσικά έχω το post-rock. Το μόνο πραγματικά νεωτερικό (ευρύτερα) post-rock άλμπουμ που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια είναι το ντεμπούτο των Public Service Broadcasting.


Το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς καλλιτεχνικό, αλλά και ευρύτερα κοινωνικοπολιτικό. Σε έναν κόσμο που μαστίζεται από τις οικονομικές ανισότητες, τη βία, τις προκαταλήψεις, τη θρησκοληψία και τη στροφή στην ακροδεξιά και τον ακραίο εθνικισμό, ένα μεγάλο μέρος της μουσικής σκηνής που λογαριάζεται ως εναλλακτική φροντίζει να κοιμίζει το κοινό σε μια ψευδαίσθηση indie αισθητικής, χλιδάτης pop art, μοδάτου underground και επιφανειακής πολιτικοκοινωνικής κριτικής. Επομένως, η δήθεν εναλλακτική σκηνή αποτελεί το δεκανίκι της πολιτισμικής ηγεμονίας (για να θυμηθούμε και λίγο Gramsci) της εμπορικής ποπ σκηνής, η οποία με τη σειρά της είναι εποικοδόμημα  ή –αν θέλετε- έκφραση μιας κυριαρχίας που ξεκινά από το οικονομικό πεδίο για να απλωθεί στο πολιτικό και στο πολιτιστικό. 

Το ίδιο συνέβαινε άραγε και στα ‘70s; Το αποκλείω, μιας και η μουσική βιομηχανία τότε άρχισε να αποκτά τα σύγχρονα χαρακτηριστικά της. Μήπως στα 80s ή στα 90s; Για να απαντηθούν τέτοιες ερωτήσεις, χρειάζεται να σκάψουμε βαθιά στην κουλτούρα και στις νοοτροπίες αυτών των δεκαετιών.

Πάντως, ό,τι και να λέει η πλειονότητα των μουσικοκριτικών, η αλήθεια βρίσκεται στο underground: εκεί πλάθονται όλες οι νέες μουσικές τάσεις. Αλλά, ποιος μπορεί να το παρακολουθεί με συνέπεια, καθώς οι κυκλοφορίες πλέον είναι αμέτρητες και τα κυρίαρχα κανάλια προώθησης κλεισμένα από το mainstream; Άρα τι μένει για μας τους πτωχούς ακροατάς; Ανοιχτά μα επιλεκτικά αυτιά και μυαλά.

12/6/19

Οι Marvin & Guy στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης


Είναι αναμφισβήτητο πως η Ιταλία έχει μια σημαίνουσα παράδοση στη μουσική, από την προκλασική και κλασική ως τη τζαζ, τη ροκ και την ηλεκτρονική. Προσωπικά, τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να αντιλαμβάνομαι τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της ευρύτερα ποπ μουσικής ιταλικής προέλευσης, με μία ιδιαίτερη εστίαση στις εξελίξεις που οδήγησαν το prog-jazz rock των 70s στο disco και στο electro, με κατάληξη το φαινόμενο που ονομάζεται italo-disco. 

Το περίπου δίωρο DJ set που παρουσίασαν οι Marvin & Guy στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης πριν λίγες μέρες, δηλαδή το βράδυ της Κυριακής 9 Μάιου, αν και άνηκε ξεκάθαρα στην dance electronica, ωστόσο είχε υπαινιγμούς σε αυτή την μοναδική πορεία που αναφέραμε παραπάνω. Οι Alessandro Parlatore και Marcello Giordani από την Πάρμα παρουσίασαν ένα συναρπαστικό set που κινητοποίησε τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου. 

Επομένως, αυτό το κείμενο δεν αποτελεί μία σφαιρική και αντικειμενική παρουσίαση του party που διοργάνωσαν οι ομάδες Street Outdoors και CHICness την Κυριακή στη Θεσσαλονίκη. Έτσι, παρόλο που, αφενός το warm-up των DJs του Street Outdoors ήταν ιδανικό για ένα απόγευμα με θέα τον Θερμαϊκό, αφετέρου ο Ολλανδός Masalo προσέφερε ένα εκλεκτικό και ξεσηκωτικό afro house-disco πρόγραμμα και τέλος, μιας και ειλικρινά δεν έχω ιδέα για τον τελευταίο εμφανιζόμενο της βραδιάς Milo Spykers, καθώς δεν τον παρακολούθησα καν, θα ασχοληθώ αποκλειστικά με τους Marvin & Guy. 

Μετά από μια μικρή καθυστέρηση λόγω βροχής και την εμφάνιση του Masalo, στα decks ανέβηκαν οι Ιταλοί φίλοι μας, με ένα εναρκτήριο track που έβαλε απευθείας στο νόημα τους μυημένους: ένα – τουλάχιστον άγνωστο σε μένα- remix του Pagaia του Toni Esposito. Μόλις συνειδητοποίησα την οικεία φωνητική μελωδία, ενθουσιάστηκα καθώς τους τελευταίους μήνες έχω κάνει μια βουτιά στα άλμπουμ του Esposito από το Rosso Napoletano (1975) ως το Tamburo (1982). Το ξεκίνημα, λοιπόν, έγινε σε αγνό ιταλιάνικο στιλ! 

Στη συνέχεια του back to back set τους οι δύο Παρμεζάνοι έμπλεξαν αριστοτεχνικά τα ψυχεδελικά techno ακόμα και trance sequences με ζεστά και γήινα synths και beats που παρέπεμπαν στην disco και στη house. Φυσικά, οι δύο συνεργάτες έκλειναν συχνά το μάτι στον εξίσου underground και πιασάρικο κόσμο του italo-disco, ενώ ακόμα περισσότερα στοιχεία δανείζονταν από τον afro-coscmic ήχο ενός Daniele Baldelli ή ενός DJ Mozart. Ωστόσο, τις επιλογές τους δεν ήταν παρούσα μόνο η δεκαετία του ’80, αλλά και αυτή του ’90 (κυρίως των αρχών της), σε βαθμό που συχνά στο νου μου ερχόταν το αξέχαστο hit Xta Si, Xta No του Chimo Bayo… 

Έτσι, οι Marvin & Guy έχτισαν ένα εκλεκτικό dance set που συνδύαζε τη μουντάδα, τη μοναχικότητα και την φρενίτιδα ακόμα μιας καθαρά τεχνολογικής αστικής μουσικής με μία μεσογειακή αύρα. Μια τέτοια αισθητική βρήκα στα αστικά κέντρα της Ιταλίας, τόσο στο Μιλάνο όσο και στη Νάπολη, δύο πόλεις τόσο διαφορετικές αλλά με κοινό χαρακτηριστικό τη συμπόρευση της αστικής ανάπτυξης με μια αίσθηση μεσογειακής δροσιάς, λαϊκότητας και πάθους. Άλλωστε την ίδια συμπόρευση, ως ένα βαθμό, συναντάται και στη Θεσσαλονίκη.

Ο Marcello και ο Alessandro έκλεισαν το πρόγραμμά τους με ένα εκπληκτικό rare groove τραγούδι σε italo-electro στιλ, το οποίο δυστυχώς δεν γνωρίζω… Δεν σας κρύβω πως χρησιμοποίησα το Shazam για να το ανακαλύψω, το πρόγραμμα εντόπισε κάποιο τραγούδι, αλλά όχι το σωστό. Καθώς άφηνα το λιμάνι της Θεσσαλονίκης -με τα πόδια μου πονεμένα από τον χορό- συνειδητοποίησα ακόμα μια φορά πως το αινιγματικό και το άγνωστο είναι απαραίτητο συστατικό τόσο ενός πραγματικά καλού DJ set, όσο και της μοντέρνας τέχνης ευρύτερα.

3/6/19

Magical Mystery Tour 07 | Paranoise Radio


This is a very special, rare and even eccentric but - I hope- socially, culturally and humanly deep radio show. Experimental jazz rock meets world music, especially from the Mediterranean, the Balkans and the East and 70s underground connects with nowadays refreshing shift towards psych rock and jazz.  Enjoy: 




playlist
01. Woods - Spring Is in the Air
02. Mulatu Astatke - Dewel
03. Arbete Och Fritid - Två Grekiska Låtar
04. Valia Calda - Trip For Nothing
05. Spaccanapoli - Pummarola Black
06. Eziak - Tymfi
07. Dungen - Saint George
08. Goran Kafjes Subtropic Arkestra - Adimiz Miskindir Bizim
09. Arat Kilo - Ambush In Cairo (AkizzBeatzz Edit)
10. Maffy Falay, Sevda - Tamzara
11. Ahora Mazda - Spacy Tracy
12. Tony Esposito - Mercato Di Stracci
13. Dimitris Poulikakos - Aneu Ousias, Aneu Simasias
14. Sibirien - Momangen
15. Maurice Brown - Moroccan Dancehall
16. The Comet Is Coming - Blood Of The Past feat. Kate Tempest
17. Sunwatchers - Ptah, The El Daoud

art: Maria Berrio

30/4/19

Anatolian Weapons (Άγγελος Μπαλτάς) & Σείριος Σαββαΐδης - Οφιοδαίμων


Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα και βάλε χρόνων, συχνά  ως ακροατής κινούμαι επάνω στους δρόμους που ενώνουν την ηλεκτρονική μουσική με το ψυχεδελικό και προοδευτικό ροκ. Καθώς όμως αυτοί οι δρόμοι ενώνουν δύο είδη που φαινομενικά σχετίζονται ελάχιστα, παραμένουν κάπως αχαρτογράφητοι. Αλλά ευτυχώς πλέον υπάρχουν μουσικοί που, όχι μόνο τους ακολουθούν, αλλά τους χαράσσουν κιόλας, δηλαδή στέκονται αληθινά πρωτοπόροι σε έναν ιδιάζοντα ψυχεδελικό ηλεκτρονικό ήχο.

Σε αυτούς τους καλλιτέχνες συγκαταλέγεται και ο «δικός μας» Άγγελος Μπαλτάς, ο οποίος ήδη από το 2008, κυκλοφορεί μουσική με τα ψευδώνυμα Fantastikoi Hxoi, Dream Weapons και Anatolian Weapons. Το πάντρεμα μουσικών υφών που κατορθώνει ο Άγγελος δεν είναι κι εύκολο: μια ιδιαίτερη και πειραματική downtempo-midtempo electronica βυθίζεται στο παρελθόν, μέσω τόσο της ψυχεδέλειας, όσο και της ελληνικής μουσικής. Το κομμάτι που τον έφερε στο προσκήνιο – ως Fantastikoi Hxoi- ήταν το εντελώς διαστημικό remix στο κλασικό Αν Σ’ Αρνηθώ Αγάπη μου, αν και προσωπικά παραδέχτηκα τον Άγγελο, όταν ρεμίξαρε εκπληκτικά το Ήλιε Μου των Poll. 

Τα τελευταία 3-4 χρόνια, ο Άγγελος Μπαλτάς εμφανίζεται ως Anatolian Weapons, παρουσιάζοντας -  όπως άλλωστε φανερώνει και το ψευδώνυμο που έχει επιλέξει – dance electronica με πιο σαφείς επιρροές από την παράδοση της Ανατολής και της Μεσογείου. Μέχρι πριν λίγες μέρες, το αγαπημένο μου track από αυτό του το project ήταν το A Strange Light From The East (2015), αλλά πλέον δηλώνω ενθουσιασμένος με τη νέα του κυκλοφορία.



Το νέο single του Anatolian Weapons δείχνει πως η σχέση του με την ευρύτερη ανατολική μεσογειακή παράδοση δεν είναι επιδερμική , σε ένα μοδάτο worldbeat-ethnohouse ύφος, αλλά συνειδητοποιημένη. Ο Άγγελος επιλέγει να παρουσιάσει μια νέα εκδοχή του τραγουδιού Οφιοδαίμων του Σείριου Σαββαΐδη. Με τον Σείριο τώρα, μπαίνουμε σε διαφορετικές αλλά το ίδιο συναρπαστικές αναζητήσεις.

Ο Σείριος Σαββαΐδης, αν και δραστηριοποιείται ως τραγουδοποιός από το 2008, έχοντας κυκλοφορήσει πέντε ολοκληρωμένα άλμπουμ, συν κάποιες live ηχογραφήσεις και μία συλλογή, παραμένει σχεδόν άγνωστος στο πιο ευρύ κοινό. Ωστόσο, αρκετοί ακροατές – μέσα σε αυτούς κι εγώ- θεωρούμε πως η μουσική του πρόταση είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες στην ελληνική σκηνή τα τελευταία χρόνια. Κατά τη γνώμη μου, ο Σαββαΐδης αποτελεί τον πιο άξιο επίγονο του Θανάση Παπακωνσταντίνου, με κυρίαρχο το 60s psych folk rock στοιχείο, έχοντας παράλληλα εκλεκτικές επιρροές τόσο από μπάντες όπως οι Dead Can Dance, όσο και από την παράδοση, χωρίς όμως να προδίδει το πλήρως προσωπικό του ύφος.

Ο Άγγελος Μπαλτάς-Anatolian Weapons, λοιπόν, συνεργάστηκε με τον Σείριο Σαββαΐδη ώστε να δουλέψουν ξανά – ή και επαναηχογραφήσουν; Δεν είμαι βέβαιος- το τραγούδι Οφιοδαίμων από το άλμπουμ του δεύτερου, Το Αξιακό Σύστημα των Άστρων (2013). Μάλιστα αυτό το single αποτελεί πρόγευση του full-length Εις Μητέρα Θεών/ To The Mother of Gods που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τη δισκογραφική Beats In Space του φοβερού Νεοϋορκέζου Tim Sweeney. 

Με την πρώτη κιόλας ακρόαση, ενθουσιάστηκα με τον Οφιοδαίμονα. Φυσικά, ήδη ήξερα το τραγούδι από το άλμπουμ του Σαββαΐδη και μου άρεσε πολύ, αλλά σε αυτή την εκδοχή πραγματώνεται ιδανικά αυτό το πάντρεμα που τόσο αναζητώ: τα επαναλαμβανόμενα ηλεκτρονικά beats και τα space ambient soundscapes συνοδεύουν τις βαριές και βαθιές drone μελωδίες που σκαλίζει ο αρχαιοελληνικός άσκαυλος, πιο γνωστός ως γκάιντα. Το αποτέλεσμα, ένα ψυχεδελικό και παγανιστικό ηχητικό ποίημα, με το τραγούδισμα του Σαββαΐδη να ιχνηλατεί όσα δίνουν και όσα αφαιρούν ζωή.

Ακούγοντας το προϊόν της συνεργασίας του Άγγελου και του Σείριου, ήρθαν στο μυαλό μου κυκλοφορίες των Αμερικάνων Pacific Horizons, του Έλληνα (που ζει στη Νέα Ζηλανδία) Βασίλη Βρακά, των Σουηδών Fontän και των Ρουμάνων Khidja. Όπως και αυτοί οι καλλιτέχνες, έτσι και ο Άγγελος, με την απαραίτητη αρωγή του Σείριου, μπολιάζει την προχωρημένη και κάπως σκοτεινή του electronica με στοιχεία από την ανεξάντλητη πηγή του παρελθόντος, από το krautrock ως τις παραδόσεις των λαών του κόσμου. 

Σε ένα φιλοσοφικό επίπεδο, αυτοί οι μουσικοί αποτελούν εκφραστές μιας αισθητικής, με κεντρικό προβληματισμό τη σχέση ενός τεχνοκρατικού  παρόντος με το παρελθόν, που εμφανίζεται μαγικό, δεμένο με τη φύση και γεμάτο από σεβασμό για την ύπαρξη. Τελικά, μέσω της μουσικής τους, ασκούν κριτική στη στροφή του δέους  του μεταμοντέρνου ανθρώπου από το φυσικό σύμπαν προς μια τεχνολογική εξέλιξη, όχι μόνο παγκοσμιοποιημένη και ακατάπαυστη, μα και σχεδόν ακατανόητη για τον ίδιο. Και, όπως αναφέρει ο Fredric Jameson*, αυτή η κυριαρχία της τεχνοκρατίας αναπαριστά τον ίδιο τον ύστερο καπιταλισμό.  Τελικά οι εν λόγω μουσικοί αξιοποιούν άφοβα την τεχνολογία, ώστε να κριτικάρουν τις κοινωνικές και οικονομικές της αντιφάσεις. Αυτή ακριβώς η αισθητική κατεύθυνση, στον Οφιοδαίμονα βρίσκεται σε πλήρη και ώριμη άνθιση. 

Αν, λοιπόν, ψάχνετε τους ανθρώπους που πάνε την ελληνική μουσική μπροστά στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, δεν θα τους βρείτε ούτε στις «έντεχνες» εξομολογήσεις, ούτε στις swing διασκευές**, αλλά εδώ:




* F. Jameson (1991), Postmodernism or The Cultural Logic Of Late Capitalism, Duke University Press, p. 37-38

** Επίσης ακόμα έχουμε αξιόλογο το ελληνόφωνο hip hop και ροκ, αλλά αυτή είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα…


15/4/19

Magical Mystery Tour 06 | Paranoise Radio


A cosmic & balearic dance trip





2/3 of the tracks can be downloaded for free in Soundcloud; we really estimate this artists' generosity:

01. Nina Simone - Ain't Got No / I Got Life
02. Oktoberklubben - Varekil
03. Tendts - Cosmic Swimmer (Soulwax Remix) 
04. Craig Bratley - Analogue Dreams
05. Eurythmics - The Walk (Club Bizarre Edit)
06. Vasco Rossi - Portatemi Dio (Craxi Discos Uplifting Bongos Edit)
07. Siouxsie And The Banshees - Conga Congo (FS Re-Mash)
08. Baxter Dury - Miami (Die Jungle Edit)
09. Adriano Celentano - L'unica Chance (BPlan Edit)
10. Michael McDonald - Sweet Freedom (Dagfest Bassline Edit)
11. Le Blanc Casanova y Juan Soto - Play Me Follow
12. Mildlife - The Gloves Don't Bite (Mount Liberation Unlimited's Re-edit for The Dancefloor)
13. Shakarchi & Stranéus - Wheel Of Fortune
14. Talk Talk - Such A Shame (Dj El Sonido 2k14 Remix)
15. Talamanca System - Tres Secadas
16. Age Is A Box - One by One (Curses Remix Dub)
17. Mano Negra - Mad House (Zombies in Miami Cosmic Edit)
18. The Chemical Brothers - Got To Keep On
19. Nikmat HaTraktor - Adon Haslihot (Gal Kadan's Sinful Edit) 
20. P.S.Boys & S.Taylor W. & J.Paape - I'm in Love With a German Film Star (Club Bizarre 2008 FREE Edit)
21. Jena Plissken VS Dave Mathmos - Plissken 1997 Escape from New York
22. Leeu - Best Friends (Original Mix)
23. Yves Simon - Amazoniaque ( La Decadanse Edit)
24. Roxy Music - To Turn You On

pic

25/3/19

Magical Mystery Tour 05 invites Sakis P. | Paranoise Radio


In a b2b set with one of the most experienced but always fresh DJs of my hometown; dark disco, indie dance and deep house with a tribal flavour. Enjoy!


Art: Carlo Zinelli, Untitled (Four Red Figures on a Yellow Background), 1961. Gouache on paper

12/3/19

Paul Voudouris - Speak To Me (1987): ένα από τα καλύτερα ελληνικά ambient άλμπουμ


Αν και ακούω εδώ και πολλά χρόνια μουσική, νιώθοντας πως αυτή η πράξη γίνεται ολοένα πιο συνειδητή και ουσιαστική, ακόμα μένω έκπληκτος όταν ανακαλύπτω φοβερά άλμπουμ, τα οποία παραμένουν σχεδόν άγνωστα, ακόμα και στους πιο υποψιασμένους ακροατές. Άλλωστε, κι αυτό εδώ το blog σταδιακά διαμορφώθηκε σε ένα μέσο παρουσίασης αυτών των άλμπουμ, ουσιαστικά σε ένα αρχείο από μνήμες, οι οποίες τόσο εύκολα φθείρονται στον μεταμοντέρνο κόσμο μας. 

Αν αυτή η εισαγωγή σας φαίνεται υπερβολικά φιλοσοφική και  εξομολογητική, να με συγχωρέσετε, καθώς η ανάρτηση αυτή αφορά ένα άλμπουμ στο οποίο οι χαρακτηρισμοί «φιλοσοφικό» και «εξομολογητικό» ταιριάζουν γάντι. Πρόκειται για Speak To Me που κυκλοφόρησε το 1987 ο Paul Voudouris, με το ψευδώνυμο Radio Voodoo, αποκλειστικά στο format της κασέτας˙  ένα μουσικό έργο που, αν και πρωτοποριακό, παραμένει άγνωστο, χωρίς καν μια καταχώριση στο Discogs…



Ο δημιουργός του είναι ο Ελληνοαμερικάνος μουσικοσυνθέτης και τραγουδιστής Paul Voudouris, γνωστότερος κατά τη δεκαετία του ’80 από τις new age συνεργασίες του με τον Chris Spheeris. Βέβαια, ο Voudouris κυκλοφορεί μουσική, ήδη από τα τέλη των 70s ως και σήμερα, κυρίως στον χώρο του ambient και του AOR/ sophisticated pop. 

Ωστόσο, στο Speak To Me, o Voudouris ξεφεύγει από τους ασφαλείς δρόμους του new age και του «ποπ για ενήλικες» και στρέφεται σε μία μουσική μορφή ταυτόχρονα λιτή και πειραματική: ήσυχο ambient συνοδεύει τηλεφωνικές συνομιλίες και εξομολογήσεις που έχει ηχογραφήσει ο καλλιτέχνης με φίλους και συγγενείς του. Μέσω αυτού του συνδυασμού, η σύνθεση μουσικής διευρύνεται σε μια καλλιτεχνική δραστηριότητα βασισμένη στην ουσιώδη ευγένεια του συνθέτη να αφουγκράζεται τον λόγο των άλλων. Αυτός ο λόγος, σε συνδυασμό με τη διακριτική μουσική επένδυση και την lo-fi παραγωγή, αποκτά λυρισμό, χωρίς να προδίδεται η εξομολογικότητά του. Σαν να ακούς τα μυστικά καθημερινών ανθρώπων με γνήσιο ενδιαφέρον κι όχι από νοσηρή περιέργεια.

Κι αυτοί οι άνθρωποι έχουν να πουν πολλά: για την αξία της αγάπης (The Delivery of Love), για τον αγώνα προς την αυτογνωσία (Face Yourself), για το νόημα της τέχνης και το αίνιγμα της δημιουργικότητας (Radio Transmitter) και άλλα εξίσου σημαντικά. Ο ίδιος ο Voudouris κρατά κυρίως τον ρόλο του ακροατή-καταγραφέα, αλλά οι  επιλογές του λειτουργούν σχολιαστικά. Έτσι, η κουβέντα που αφορά τον ρόλο του χρήματος στη ζωή μας είναι ειρωνικά απογυμνωμένη από μουσική συνοδεία, ενώ το μοναδικό ορχηστρικό του άλμπουμ, After I’m taken in, διακρίνεται από μια δωρική μελωδικότητα που θυμίζει – τι άλλο; - Βαγγέλη Παπαθανασίου. Και μιας και έγινε μια έμμεση αναφορά στους ελληνικούς συσχετισμούς του άλμπουμ, να σημειώσω ότι κάποια από τα τηλεφωνικά αποσπάσματα είναι στην ελληνική γλώσσα, στοιχείο που σε έναν Έλληνα ακροατή προκαλεί μια ζεστή, βιωματική νοσταλγία. 

Πέρσι επανανακυκλοφόρησε από την δισκογραφική Emotional Rescue το άλμπουμ Passage, προϊόν συνεργασίας του 1982 ανάμεσα στον Βουδούρη με τον Σφυρή. Κατά τη γνώμη μου, το Speak To Me είναι σαφώς καλύτερο, ένα από τα πιο αλλόκοτα, πρωτοπόρα και συγκινητικά άλμπουμ που έχω ακούσει από Έλληνα καλλιτέχνη. Ένα βαθιά συναισθηματικό και υπαρξιακό μουσικό έργο, που φανερώνει πόσο κοντά βρίσκεται η σιωπή στη φωνή και οι προσωπικές ιστορίες στο μεγάλο ανθρώπινο θέμα. 

Ας διαβάσουμε τι έχει γράψει και ο ίδιος ο συνθέτης για το Speak To me

Upon one of my visits to Milwaukee to visit the Spheeris family, I was struck with the initial inspiration for what would become my favorite and most unique work.

“Speak To Me” (1987) began by my recording every single telephone call I made or received onto my pro-walkman.  I’d set up a tap and trained myself to turn on the recorder before picking up the receiver.  The results were listened to, dated, and labeled under groupings such as “death”, “love”, “relationships”, etc.  Then, I manually taped (this is pre-digital editors) selected passages to a 4-track cassette machine.  Adding voice after voice, I created aural collages where people who didn’t know each other appeared to be conversing.  Ambient music behind the theater of voices completed the sonic portraits.  Using a photograph of me, Chris created an innovative cover and I manufactured 1,000 cassettes.  Played in its entirety, once, on KPFK, a progressive L.A. radio station, the tape never made a profit but remains dear to my heart.  “Speak To Me” made me examine myself and question the sanity of continuing to live in an environment such as L.A.

πηγή

7/3/19

Magical Mystery Tour 04 | dance mix | Paranoise Radio


A dark disco, deep house and esoteric techno sensation


tracklist

01. Popol Vuh - Aquirre I (Monsieur Balu's Moondance Remix)
02. Saroti fear. RQUE - Dive Into the Mystic
03. Bonobo - Ibrik
04. Sascha Funke & Niklas Wandt - Umarmung Aus Holz
05. itaLosAngeles - let It G(L)0 Craxi Disco X itaLos Angeles
06. Pink Skull - S4ph1rs (Fridge Society Remix)
07. Falco - Einzelhaft (Peter Kruder Remix)
08. Paul Hertzorg - Second Day
09. Zombies in Miami - Temple of Love
10. Kim Wilde - Cambodia (Halmut Kiss Travel Edit)
11. HAFT - Denic (Anatolian Sessions Remix)
12. Tunnelvisions - Kudja's Sacrifice
13. Octo Octa - I Need You
14. Mythologen - Bright Summer Day
15. DJ Koze - Pick Up (Dark Disco Remix by D-Trick)
16. Heart People - Voices (Andrew Weatherall Remix)
17. A.A.L. - Rave On U
18. Underworld & Iggy Pop - Bells & Circles
19. Can - She Brings The Rain

4/2/19

Magical Mystery Tour - episode 03 | 2018 in music | Paranoise Radio



Music reminiscent of 2018: new songs and tracks, also remixes and edits of older ones and farewells to old friends; a musical impression of all experiences, people, thoughts and feelings that shaped this year in life. 

If you like, read also my article of the best releases of 2018.

tracklist

01. Dungen - Jag Ville Va Kvar
02. Henric Claes - I Wake up with the Sun in My Eyes
03. Råå - Viken
04. Thom Yorke - Suspirium
05. Charles Aznavour - La Boheme
06. Bato Bato - Escalar La Pared De La Cueva
07. Rachid Taha - Now or Never (feat. Jeanne Added)
08. Cayetano - Looking For Love feat. Jeff Gonzales (aka BNC)
09. Nicola Conte - Mystic Revelation Of The the Gods
10. Les Cyclades - En Attendant Le Ferry
11. Robohands - Green
12. Gnork - Ezoteric Massage
13. Club De Belugas - Hip Hip Chin Chin (Petro Turner's Hotel edit)
14. Bato Bato - Frustrado Poor El Sol
15. Mildlife - Phase II
16. Råå -  Bjuv - En Tillväxtkommun
17. Black Sabbath - Planet Caravan (Tuba Twooz Heavy Metal Love Remix)
18. Mr. Fingers - Stratusfly
19. Marvin & Guy - Asbek
20. Tunnelvisions - Rafaka's Song
21. A.A.L. - Some Kind Of Game
22. Shakarchi & Stranéus - Waayaha Cusub
23. Vasco Rossi - Splendida Giornata (Spring Break Extended by Eric Duncan)
Pic: a psychedelic and surrealistic perspective of Volos seaside.

28/1/19

Vinyl vs. Digital: μια ωραία κουβέντα στο Facebook

Αυτή η ανάρτηση αποτελεί ένα επιχείρημα υπέρ της ενασχόλησης με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία έχουν συλλήβδην δεχτεί πολλές κατηγορίες. Αλλά, θεωρώ πως αν τα χρησιμοποιείς με μέτρο και ουσία, τότε κάνουν τη ζωή σου λιγάκι πιο ενδιαφέρουσα. 

Ακολουθούν, λοιπόν, μερικά αποσπάσματα από έναν εκτενή διάλογο που έγινε σε μορφή σχολίων στο Facebook, κάτω από τη δημοσίευση της αμέσως προηγούμενης ανάρτησης αυτού του blog, η οποία αφορούσε μία σύγκριση ανάμεσα στο βινύλιο και τα ψηφιακά μέσα ακρόασης- ένα, άλλωστε, ένα θέμα που καίει στους κύκλους των φίλων της μουσικής!

Κάποιοι εκ των συνομιλητών βγάζουν χιούμορ, ακόμα και σαρκασμό, κάποιοι άλλοι ατόφιο συναίσθημα, μα όλοι εκφράζουν τις απόψεις τους με σεβασμό, γνώση του αντικειμένου και σωστά ελληνικά (οι διορθώσεις που επέφερα ήταν ελάχιστες). Επίσης, να σημειωθεί πως πολλοί από τους συμμετέχοντες προέρχονται από την ομάδα των ραδιοφωνικών παραγωγών του Nova Fm 106.

Για ευνόητους λόγους, κράτησα μόνο τα αρχικά των ονομάτων των συμμετεχόντων... στην κουβέντα η αφεντιά μου είναι προφανώς ο Ν.Φ. Εξίσου προφανές είναι πως δεν συμφωνώ απαραίτητα με όσα γράφουν οι αγαπητοί φίλοι, αλλά τα κρίνω άξια να σωθούν μέσα στο ατέρμονο facebook-ικό news feed.



Κ.Ρ.: Everybody και η μάνα του DJ, τώρα που όλοι κατεβάζουν ό,τι να ‘ναι χωρίς να έχουν ιδέα, τα αποτελέσματα τα ακούμε στην φρικτή κατάντια της μουσικής που παίζεται στα μαγαζιά. Με τη δισκογραφία υπήρχε μια άλλη πιο αργή και δύσκολη διαδικασία στην ενασχόληση με τα μουσικά πράγματα που όμως τελικά ήταν κάτι που διαμόρφωνε χαρακτήρες και μουσικές απόψεις σωστότερες .

Ν.Φ.: Αν έχεις αναπτύξει κουλτούρα και αισθητική, τότε δεν (πρέπει να) σε φοβίζει το ψηφιακό στοιχείο στη μουσική. Πλέον οι DJs είναι πολλοί, αλλά λίγοι είναι αυτοί που πραγματικά ξεχωρίζουν, ας παίζουν και με λάπτοπ! Το μόνο που κάπως με φοβίζει είναι ποια κουλτούρα μουσικής θα αναπτύξει η νέα γενιά, που γεννήθηκε χαμένη στον ψηφιακό διαδικτυακό κόσμο... Θα δούμε!

T.B.: Συμφωνώ. Προσθέτω ότι τα παιδιά μας γεννούνται κενά πινάκια κ εμείς τους διαμορφώνουμε, μέχρι κάποιο βαθμό τουλάχιστον, σε όλα. Όποτε είναι κ στο χέρι μας ποια κουλτούρα θα αποκτήσουν, ή έστω σε τι θα εκτεθούν από εμάς και ποσό αμερόληπτα ή ενοχοποιημένα θα τα παρουσιάσουμε.

ΝΦ:  Συμφωνώ. Πλέον τα παιδιά εκτίθενται σε τέτοιο βομβαρδισμό πληροφοριών, που σταδιακά εκπαιδεύονται να επιβιώνουν και μερικά από αυτά να αναπτύσσουν και μια δυνατή αισθητική, με χαρακτηριστικά που για μας -όταν ήμασταν στη δική τους ηλικία, π.χ. την εφηβική - ήταν αδιανόητα: ας πούμε ο ίδιος άνθρωπος ακούει metal, hip hop, trap, ηλεκτρονικά!



 Α.Κ.: Εννοείται οτι το digital είναι απείρως πιο πρακτικό απ το βινύλιο. Και πιο οικονομικό άρα και πιο προσιτό. Ευτυχώς ή δυστυχώς στην ζωή δεν χρειαζόμαστε μόνο χρηστικά και πρακτικά πράγματα αλλά και όμορφα. Διαφορετικά θα κρεμούσαμε στους τοίχους μίξερ και κατσαρόλες αντί για πίνακες και φωτογραφίες. Πιθανότατα να μην ακούγαμε καν μουσική (ποιά η πρακτικότητα της;).Ο δίσκος είναι απτός και είναι όμορφος. Το digital δεν είναι τίποτε από τα δύο. Ο δίσκος απαιτεί κι έναν κόπο, και μια μικρή θυσία (οικονομική) όπως και όλα τα πράγματα στην ζωή που αγαπάμε.  Μέχρι και φροντίδα χρειάζεται. Ο δίσκος είναι μια χειροπιαστή απόδειξη της αγάπης προς την μουσική. Ξέρω,το βλέπω πολύ συναισθηματικά,σχεδόν ρομαντικά. Αλλά δεν φταίω εγώ. Η μουσική φταίει...



Γ.Κ.: Η αίσθηση και η προσέγγιση στο μουσικό πρόγραμμα με χρήση pc είναι τελείως διαφορετική απ' ό,τι με το βινύλιο - ακόμα και με το cd. Επίσης, η όλη αίσθηση της δημιουργίας προγράμματος είναι τελείως διαφορετική για τον συντελεστή, όπως βέβαια και το τελικό αποτέλεσμα στον ακροατή. 

Πάντως η αίσθηση του ραδιοφώνου -για το οποίο μπορώ να έχω γνώμη- έχει αλλάξει τελείως.  Άλλη γοητεία είχαν τα Mk-II, έστω τα cds, τα κασσετόφωνα για τις διαφημίσεις, κι άλλη έχει η αμεσότητα πρόσβασης στις αχανείς βάσεις μουσικών δεδομένων και η άμεση πρόσβαση σε άπειρες δυνατότητες τεχνικής επεξεργασίας. Τώρα, ως προς το αποτέλεσμα των αλγορίθμων συμπίεσης, θα δείξει η νεκροψία.

Κ.Χ.: Κατά την γνώμη μου η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα αναλογικά και ψηφιακά format είναι η φύση της προσέγγισης του ακροατή πάνω στην ίδια την μουσική. Όπως ειπώθηκε παραπάνω, η φροντίδα και μόνον φτάνει για να υπάρχει μια πιο πραγματική σχέση ανάμεσα στον ακροατή και το ίδιο το μουσικό κομμάτι ή τραγούδι. Παράδειγμα, ότι στα 450 με 500 βινύλια που έχω, δεν υπάρχει περίπτωση να μην γνωρίζω ακριβώς το περιεχόμενο, τίτλους, ημερομηνίες κτλ. Αντίθετα, στην ψηφιακή μορφή, έχω φτάσει σε σημείο κορεσμού και εκνευρισμού άπειρες φορές. Το θέμα της ευκολίας είναι που σώζει την ψηφιακή μορφή και τίποτε άλλο. Αν υπάρχει το σωστό στήσιμο ήχου, το βινύλιο είναι ανώτερο, και δεν το λέω από το κεφάλι μου, είναι αποδεδειγμένο επιστημονικά. Κάνοντας ένα παραλληλισμό, θα έλεγα ότι το digital είναι σαν μία όμορφη γυναίκα που είδες στο internet, σε εντυπωσίασε, αλλά δεν την γνώρισες ποτέ. Αντίθετα, όσες έχεις γνωρίσει στην πραγματική ζωή σου έχουν διαμορφώσει τον χαρακτήρα σε έναν βαθμό για αυτό που είσαι σήμερα ως άνθρωπος.

Ν.Φ.: καλημέρα και στους δυο! Κατά τη γνώμη μου, όταν ένα πολύ καλό ψηφιακό αρχείο ακούγεται σε ένα δυνατό και φυσικά ακριβό ηχοσύστημα, η ποιότητα του ήχου είναι εξαιρετική. Άλλωστε κάποιοι παλιοί, γνωστοί και audiophile DJs παίζουν ψηφιακά, με μεγάλα αρχεία υψηλής ποιότητας, συνήθως wav. Τώρα, όπως το έχω εγώ "πιάσει" τουλάχιστον, το βινύλιο έχει μια αμεσότητα, μια ζεστασιά και ένα βάθος στον ήχο, βγάζει μια αίσθηση πως ακούς τους μουσικούς να παίζουν live. Αλλά, για να αποδώσει ένας δίσκος βινυλίου πλήρως, πρέπει αφενός να είναι μια ποιοτική έκδοση, όχι π.χ. ένα πειρατικό bootleg που ρισκάρεις να έχει χάλια ήχο, αφετέρου να διαθέτεις επίσης ένα καλό ηχοσύστημα (πικαπ με ποιοτική κεφαλοβελόνα, ενισχυτή "τούμπανο" και ηχεία σούπερ). Έτσι ξεχωρίζει ο βινυλιακός ήχος!



Δ.Κ: Έλα, δε θέλω διαφωνίες του στυλ μόνο βινύλιο ή τίποτα άλλο. Καλά είναι και τα digital και δυστυχώς/ευτυχώς πλέον έχουν μπει και αυτά για τα καλά στη ζωή μας, όσον αφορά τη μουσική. Η διαφορά στον ήχο μεταξύ βινυλίου-ψηφιακού αρχείου κυρίως ξεκινάει από το γεγονός ότι το βινύλιο και τα πικάπ είναι αναλογικά μηχανήματα. Π.χ. ένας αναλογικός μίκτης είναι σαφέστατα καλύτερος σε ποιότητα από έναν ψηφιακό. Ο ψηφιακός από την άλλη μεριά έχει άλλες δυνατότητες που ο πρώτος δεν έχει. Για μένα η μεγάλη διαφορά όπως λέει κ πιο πάνω ο φίλος Α.Κ. είναι ότι το βινύλιο είναι κάτι χειροπιαστό, που θα ανατρέξεις να το βρεις στη δισκοθήκη σου, θα χαζέψεις το εξώφυλλο κτλ κτλ. 

Τέλος όσον αφορά τα uncompressed files, WAV ή AIFF ενημερωτικά υπάρχουν από τα τέλη των 80s, τα μεν πρώτα της IBM νομίζω και Ms-dos/Windows, τα δε δεύτερα της Amiga. Απλά εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν σκληροί με τις χωρητικότητες που υπάρχουν τώρα και λίγοι τα χρησιμοποιούσαν. Το μπαμ το μεγάλο έγινε όταν βγήκαν τα MP3. Επίσης θα ήθελα να προσθέσω ότι και η κασέτα έχει ανεβεί σε πωλήσεις τα τελευταία χρόνια εκτός από τα βινύλιο! Και από την άλλη το CD (που δε διαφέρει σε τίποτα από το wav/aiff) έχει πέσει δραματικά.

(...)

Να συμπληρώσω ότι το cd μπορείς πχ να το μετατρέψεις σε wav και πάλι να το ξαναγράψεις σε ένα νέο άδειο cd χωρίς να χάσει καθόλου ποιοτικά. Επίσης με τη σημερινή τεχνολογία μπορείς να τυπώνεις πάνω στο cd το artwork, να τυπώνεις το εξώφυλλο του cd ακόμα και σε καλύτερο χαρτί απο αυτό της εταιρίας! Όρεξη και μεράκι να έχεις, η διαδικασία είναι παρά πολύ απλή και με μικρότερο κόστος από ότι να το αγοράσεις έτοιμο!! Για το βινύλιο η διαδικασία του mastering είναι τελείως διαφορετική και κοστίζει αρκετά. Το κόστος αυτό πέφτει όταν κόβεις περισσότερα βινύλια και το ίσο μοιράζεις στη τιμή τους. Το στοίχημα για τις δισκογραφικές είναι αν θα καταφέρουν να πουλήσουν όλες τις κόπιες. Είναι μετρημένοι στα δάχτυλα οι παραγωγοί/DJs που κόβουν ένα δισκάκι για πάρτη τους και συνήθως αναλαμβάνουν οι ίδιοι να πληρώσουν το mastering και λοιπά έξοδα. Αντίθετα είναι παρά πολλοί αυτοί που ακόμα γράφουν cd. Βέβαια αυτό σιγά σιγά εξαφανίζεται διότι πλέον το usb έρχεται δυναμικά να το αντικαταστήσει. Για το μέλλον προβλέπω σύνδεση με τον σέρβερ στο σπίτι και επιλογή τραγουδιών ασύρματα!



Θ.Κ.: Στην ουσία, νομίζω ότι η όλη υπόθεση στηρίζεται στις προσωπικές εμπειρίες και τα ερεθίσματα του καθενός, καθώς και στο περιβάλλον που μεγάλωσε. Αν μεγάλωσες με πατρικό πικάπ και δίσκους μέσα στο σπίτι, είναι λογικό να ασχοληθείς με τη μουσική, να τρέφεις αγάπη για το βινύλιο. Η σημερινή νέα γενιά, που μεγαλώνει απέναντι από μια οθόνη, είναι επόμενο να έχει άλλη άποψη και να θεωρεί φυσιολογικό το cloud κλπ. Δεν υπάρχει λόγος διαφωνίας, η ουσία είναι να γουστάρεις τη μουσική... ανεξαρτήτως φορμάτ. Η συλλογή βινυλίων είναι κάτι τελείως προσωπικό. Είναι σαν να λες ότι η συλλογή πεταλούδων, είναι πιο φοβερή από τη συλλογή γραμματοσήμων... Μη συγκρίσιμα.

Ν.Φ.: να γουστάρεις τη μουσική ανεξαρτήτως format: αυτή είναι πολύ σημαντική παρατήρηση. Και επίσης να γουστάρεις μουσική χωρίς εγωκεντρισμό και ψώνιο αλλά με ουσία. Επειδή, π.χ. οι djs που παίζουν με βινύλια, αλλά αναλώνονται σε ανούσιο, μονότονο house-techno δεν είναι και λίγοι... Μουσική με ουσία, κι ας είναι και από (καλής ποιότητας εννοείται) mp3 320 kbps



Κ.Α.: Νομίζω πως λίγο πολύ καλύφθηκαν τα υπέρ/κατά των βινυλίων και των ψηφιακών αρχείων και μάλιστα με πληροφορίες τεχνικές και άρτιες! Προσωπικά προτιμώ το βινύλιο για όλους τους παραπάνω λόγους, έχω αρκετά cds και δεν θα είχα πρόβλημα με μερικά ακόμα και αρκετά mp3s ("παράνομα και νόμιμα"). Προφανώς η ουσία του θέματος είναι η μουσική αυτή καθαυτή. Ούτε η φόρμα ούτε ο τρόπος απόκτησης.  Ένας ακροατής που θα ενδιαφερθεί για κάτι που κατέβασε παράνομα θα ενδιαφερθεί να αγοράσει το LP, το ψηφιακό, το merchandise. Κάποιος άλλος δε θα μπει στον κόπο. Οπότε, ας είμαστε λιγότερο ελιτιστές, γιατί αυτό είναι κάτι που απωθεί πολύ κόσμο να μπει σε μια πιο συστηματική παρακολούθηση και ενασχόληση με τη μουσικής ( ίσως γενικά να είναι κατάρα των τεχνών). Άλλωστε σωστό DJ ή παραγωγό δε σε κάνει το αρχείο ή το αν το πλήρωσες αλλά το αυτί, η αντίληψη, η σχέση σου με τον ήχο. Τα υπόλοιπα είναι μια κουβέντα για το άρθρο που θα κάνεις Νίκο, με τίτλο "μουσικοί και πνευματικά δικαιώματα". Εκεί ας πει ο καθείς την άποψη του! 

Οπότε βινύλιο ναι, αλλά επειδή είμαστε και παιδιά της εργατικής τάξης και mp3 ναι! Σε όλα ναι!

Δ.Κ.: Επέτρεψε μου να διαφωνήσω όμως στο «λέμε σε όλα ναι». Σίγουρα σωστό DJ δε σε κάνει μόνο το αρχείο αλλά και αυτό έχει τη σημασία του. Όταν πληρώνεσαι και μάλιστα αρκετά χρήματα (πιο συγκεκριμένα local DJs από 50e έως 150e τη βραδιά! Πολλοί από αυτούς παίζουν καθημερινά) νομίζω είναι αυτονόητο ότι ένα ποσό από αυτά τα χρήματα θα το διαθέσεις για να αγοράσεις νέα τραγούδια. Έτσι ώστε να ανανεώσεις τις λίστες σου άλλα και το πρόγραμμά σου. Εδώ όμως γίνεται το ακριβώς αντίθετο. Ο DJ προτιμάει να τσεπώσει όλο το ποσό και η μουσική του βασίζεται στο τι θα του πασάρει (ανεξάρτητα το είδος μουσικής) το παράνομο pool που πληρώνει 15-20 ευρώ συνδρομητικά τον μήνα. Με λίγα λόγια το search στη μουσική περιορίζεται στο pool και οτιδήποτε θα κάνουν upload οι διαχειριστές εκεί. Δε μπαίνει καν στον κόπο να ψάξει παραπέρα. "Έλα που θα αγοράσω μουσική, αφού μπορώ να τη κατεβάσω τζάμπα" και ταυτόχρονα απαιτεί ο ίδιος να πληρωθεί 100 ευρώ! Αυτό δεν είναι επαγγελματισμός, αλλά αρπαχτή για όσο κρατήσει και ταυτόχρονα έχει αλυσιδωτή αντίδραση ως προς το αντικείμενο.. Πάντως δεν είμαι αντίθετος με το παράνομο downloading, εφόσον αυτό γίνεται αποκλειστικά για προσωπική χρήση και τίποτα άλλο.

πηγή εικόνας

20/1/19

Για την κουλτούρα του βινυλίου και τα ψηφιακά μέσα


Ένα από τα θέματα που ήθελα να εντάξω στο άρθρο για τις αγαπημένες κυκλοφορίες του 2018 ήταν και αυτό που αφορά την όλη κουλτούρα του βινυλίου, αλλά τελικά δεν συμπεριέλαβα το συγκεκριμένο θέμα, για να μην καταλήξουμε σ’ ένα δυσανάγνωστο «σεντόνι». Οπότε ορίστε, ένα ξεχωριστό κείμενο.

Βινύλιο, λοιπόν. Η λατρεμένη ενασχόληση πολλών φίλων της μουσικής, σε φετιχιστικό θα λέγαμε επίπεδο. Στοιχεία όπως το πάθος του συλλέκτη, το κυνήγι εκδόσεων και επανεκδόσεων, η αναζήτηση του καλύτερου δυνατού ήχου, γενικότερα η audiophile προσέγγιση και φυσικά η ανάδειξη σημαντικών ραδιοφωνικών παραγωγών και DJs με αγάπη για τη βινυλιακή μορφή, έχουν ανάγει την ενασχόληση με το βινύλιο ουσιαστικά σε εχέγγυο της πίστης ενός ακροατή στην πιο αγνή και ανεπιτήδευτη εκδοχή της μουσικής. Μάλιστα, αυτή η τάση έχει ενισχυθεί με την επιστροφή του βινυλίου στη διάρκεια των τελευταίων 5-10 χρόνων, ένα ρεύμα το οποίο άμεσα έρχεται ως αντίδραση στην κυριαρχία των ψηφιακών μουσικών αρχείων (mp3, flac κλπ.), αλλά σε ένα δεύτερο επίπεδο συνδέεται βαθιά με την επιθυμία, ειδικότερα των πιο καλλιεργημένων και –ας πούμε- ευαίσθητων καλλιτεχνικά ανθρώπων για γνησιότητα, μέσα στη διάψευση και την απαξίωση της γενικευμένης οικονομικής κρίσης. 

Επομένως, οι υπέρμαχοι της κουλτούρας του βινυλίου, είτε λιγότερο είτε περισσότερο, είτε εμφανώς είτε από μέσα τους, προβάλλουν έναν σνομπισμό προς τους υπόλοιπους μουσικόφιλους που προτιμούν άλλα μουσικά format. Ήδη έχει εκφραστεί μια κριτική για την υποτίμηση του cd, το οποίο άλλωστε προσφέρει επίσης υψηλή ποιότητα ήχου, αλλά δύσκολα κάποιος θα υπερασπιστεί τα ψηφιακά μουσικά format, απέναντι στη βινυλιακή κουλτούρα η οποία, στον χώρο των μουσικόφιλων λειτουργεί, χωρίς αμφιβολία, ηγεμονικά.

Αλλά, πριν συνεχίσω, προκειμένου να μην παρεξηγηθώ, να δηλώσω πως κι εγώ αγαπώ το βινύλιο και συλλέγω δίσκους, σύμφωνα βέβαια με τις οικονομικές μου προτεραιότητες, μιας και το χόμπι είναι χρηματικά απαιτητικό. Επίσης, θαυμάζω τους γνώστες του βινυλίου, οι οποίοι – όπως και να το κάνουμε- έχουν συνδέσει τη ζωή τους ολόκληρη με αυτό, με πιο ζωντανό ίσως, σε επίπεδο προσωπικής γνωριμίας, παράδειγμα τον φίλο Δημήτρη, που πριν λίγο καιρό μας άφησε για το μεγάλο ταξίδι…

Ωστόσο, προτιμώ η, καλύτερα θα έλεγα, με βολεύει το ψηφιακό format, ακόμα περισσότερο βρίσκω τρομερά πρακτικές τις διαδραστικές ιστοσελίδες, όπως το Spotify και το Bandcamp. Γενικότερα, ο συσχετισμός μουσικής τέχνης και ψηφιακής τεχνολογίας έχουν φέρει μια επανάσταση, όχι μόνο στον τρόπο που ακούμε αλλά και στο τι ακούμε. Και μην μου πείτε πως, όταν ήσασταν έφηβοι ή φοιτητές κατά τα πρώτα έτη (αναφέρομαι στη δική μου πάνω-κάτω γενιά, δηλαδή στις ηλικίες 35-40 ετών), δεν φαντασιωνόσασταν τη δυνατότητα να έχετε πρόσβαση σε άπειρο μουσικό υλικό, σε καλλιτέχνες και δίσκους που αποθέωναν τα περιοδικά που διαβάζατε και οι ραδιοφωνικές εκπομπές που ακούγατε; Το διαδίκτυο, ειδικά στην εκδοχή 2.0, πραγματοποιεί αυτή τη φαντασίωση, κι ακόμα περισσότερο επιτρέπει στον καθένα να διαμορφώσει το δικό του διαδραστικό και συνεχώς εξελίξιμο προφίλ, αποθηκεύοντας ακροάσεις και προτάσεις. Επίσης, του δίνεται η δυνατότητα να κατεβάσει μουσική σε πολύ καλή ηχητικά ποιότητα, σεβόμενος τα πνευματικά δικαιώματα των καλλιτεχνών και χωρίς να χρειάζεται να ξοδέψει πολλά χρήματα. Τελικά, είναι τόσο απλή, άμεση, οικονομικά συμφέρουσα και βέβαια πλούσια και γόνιμη η ενασχόληση με τη μουσική στο διαδίκτυο. 

Επίσης, τολμώ να γράψω πως και το παράνομο downloading, το οποίο τόσο κυνηγάνε πολιτικοί ηγέτες και οι δισκογραφικές εταιρείες, έχει ωφελήσει τους φίλους της μουσικής. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το «παράνομο» - ας το θέσουμε εντός εισαγωγικών- downloading πολύ σωστά έχει συσχετισθεί με μία πιο δημοκρατική, αλληλέγγυα και θα λέγαμε αντιεξουσιαστική προσέγγιση στον όλο κύκλο παραγωγής, διάθεσης, διακίνησης και κατανάλωσης της μουσικής. Πάνω άλλωστε σε μια τέτοια προσέγγιση, πολλοί καλλιτέχνες διαθέτουν τη μουσική τους σε νόμιμο δωρεάν downloading. Από την άλλη βέβαια, πλέον η αγορά ενός άλμπουμ σε ένα ποιοτικό ψηφιακό αρχείο, π.χ. flac, είναι αρκετά οικονομική, ώστε το παράνομο downloading μπορεί να αποφευχθεί. 

Επιλογικά, ας σημειωθεί ότι δεν παύω να εκτιμώ το βινύλιο, σε επίπεδο ακρόασης, αλλά και DJing, καθώς έχει κάτι το βιωματικό, χειροπιαστό, μαστόρικο. Αλλά, αν δεν είχε πραγματοποιηθεί η σύζευξη ψηφιακής τεχνολογίας και μουσικής, δεν θα ανακάλυπτα ποτέ καλλιτέχνες που με συγκλόνισαν και με καθόρισαν ως ακροατή. Και μιλάμε για καλλιτέχνες, όχι τρέχοντες και mainstream, αλλά που κυρίως ανήκουν στο παρελθόν και στον εναλλακτικό χώρο, ακόμα και στο underground. Δεν το συζητώ πως επιθυμώ διακαώς να αποκτήσω το έργο τους σε βινύλιο... άιντε και σε cd!