25/12/13

10 επιλογές από τις κυκλοφορίες του 2013 (2)


  Lotus – Build (SCI Fidelity Records) 

 Οι Αμερικάνοι Lotus, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, μέσα στο 2013 κυκλοφόρησαν έναν από τα καλύτερα ροκ άλμπουμ της χρονιάς. Έχει  τον τίτλο Build και αποτελεί το έκτο full-length της μπάντας.  Οι πρώτες δουλειές των Lotus αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από μεγάλα σε διάρκεια και τις συντριπτικά περισσότερες φορές ορχηστρικά κομμάτια, βασισμένα ως ένα μεγάλο βαθμό στο τζαμάρισμα και μοιρασμένα ανάμεσα σε ροκ και electronica. Αν και το αποτέλεσμα ήταν ιδιαίτερα trippy, το μειονέκτημα ήταν η κάμποσο χαλαρή δομή των συνθέσεων.   

 Αλλά, σταδιακά οι Αμερικάνοι εξελίχτηκαν.  Καρπός όλης αυτής της εξέλιξης αποτελεί το Build, στο οποίο πραγματικά χτίζουν έναν ήχο σχεδόν καταιγιστικό: progressive και post rock, jazz και funk και τέλος electro και dubstep συνδυάζονται και δένονται με δυναμισμό, μελωδικότητα, τεχνική αρτιότητα και cool διάθεση. Πάνω σε ένα στακάτο και χορευτικό rhythm section, ακούμε πότε φουτουριστικά synths, πότε κιθαριστικά σόλο, πότε samples που ανοίγονται στο μουσικό σύμπαν του hip hop.

 

Μάλιστα το 2013 οι Lotus κυκλοφόρησαν ακόμα ένα άλμπουμ, στο οποίο πειραματίζονται αποκλειστικά με hip hop, προσκαλώντας μερικά από τα πιο δυνατά ονόματα της underground σκηνής των ΗΠΑ, όπως ο Mr Lif και ο Lyrics Born. Το άλμπουμ ονομάζεται Monks και μπορείτε, με τις ευλογίες της μπάντας, να το κατεβάσετε δωρεάν.

Συνοψίζοντας,  οι Lotus με την πλούσια μουσική τους παραγωγή για το ’13, μας ξεσηκώνουν να χορέψουμε, να απολαύσουμε μουσική και να δούμε τη ζωή με την πάντα απαραίτητη δόση αισιοδοξίας. 



Atlanter – Vidde (Jansen Plateproduksjon)


 
Μια ουσιαστική και καθόλου αβασάνιστη αισιοδοξία διακρίνει και το ντεμπούτο των Atlanter, Vidde. Τα μέλη του γκρουπ προέρχονται από τη ψυχεδελική ροκ σκηνή της Νορβηγίας και,  προκειμένου να δημιουργήσουν το προσωπικό τους μουσικό ύφος, σταχυολογούν στοιχεία από blues, folk και βέβαια ροκ. Το αποτέλεσμα είναι ένα πρωτότυπο μίγμα από  ευφάνταστες ακουστικές και ηλεκτρικές κιθάρες, ανήσυχες μπασογραμμές,  αριστοτεχνικό drumming, ψυχεδελικά πλήκτρα και ωραία smooth φωνητικά το οποίο ανοίγεται τόσο στο σύγχρονο indie rock, όσο και στο krautrock των 70s και σε μπάντες όπως οι Can και οι Agitation Free. Κάτω από τις στρωτές μελωδίες και το ζωντανό ποπ στοιχείο, καραδοκεί μπόλικη εγκεφαλικότητα και πειραματισμός, ώστε να αναδειχθεί μια συναισθηματική ατμόσφαιρα κεφιού, χιούμορ ακόμα και ειρωνείας. Ωστόσο, το συναίσθημα της  γλυκιάς μελαγχολίας δεν λείπει, ένα στοιχείο λυρισμού.


Οι Atlanter προτείνουν μια χαλαρή και θετική οπτική για τα πράγματα, η οποία όμως κρύβει βαθύ συναισθηματισμό.  Για τον προσεκτικό ακροατή, το Vidde αποτελεί το soundtrack για την εικόνα μιας ωραίας παρέας, μιας ευρύτερης ομάδας ανθρώπων, ακόμα και μιας κοινωνίας, που θα είναι πιο ειλικρινής, θετική και ανθρώπινη απ’ ό, τι  η σημερινή. Σε ένα τέτοιο όραμα νομίζω πως στοχεύουν οι Νορβηγοί.  


Henry Fool – Men Singing (KScope)


  
Συχνά, συγκροτήματα που παίζουν ορχηστρική μουσική, μόνο και μόνο μέσω των τίτλων που επιλέγουν να δώσουν σε άλμπουμ και συνθέσεις τους, διακρίνονται από μια ειρωνική διάθεση. Στην περίπτωση των Βρετανών Henry Fool αυτή η τάση για ειρωνεία φτάνει στον αυτοσαρκασμό: ο τίτλος του δεύτερου άλμπουμ τους είναι Men Singing, παρόλο που στα σαράντα λεπτά της διάρκειάς του δεν τραγουδά κανείς…

 Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με μια ιδιαίτερη μπάντα ή, καλύτερα, να πούμε supergroup, καθώς μέσα στα βασικά η δευτερεύοντα μέλη τους θα βρούμε ονόματα όπως ο συνεργάτης του Steven Wilson στους No Man, Tim Bowness, ο κιθαρίστας των Roxy Music, Phil Manzarena, αλλά και άλλοι μουσικοί από το ευρύτερο περιβάλλον του progressive rock των 80s και 90s στην Αγγλία. Επομένως,και οι Henry Fool «παίζουν» στο γήπεδο του progressive και ψυχεδελικού ροκ, αλλά με μεγάλη άνεση και ελευθερία. Το στιλ τους είναι κατά βάση αυτοσχεδιαστικό, καθώς ιδέες, θέματα, σόλο και μελωδίες απλώνονται και αναπτύσσονται σε μεγάλες σε διάρκεια συνθέσεις, που φέρνουν στο νου τόσο την εγκεφαλικότητα των King Crimson και των Soft Machine, όσο και την free jazz του Miles Davis, χωρίς να λείπει και μια τζούρα από την ανατρεπτική τρέλα του John Zorn. 
 

Αλλά, παρόλο που οι Henry Fool καταγίνονται σε πειράματα και αυτοσχεδιασμούς, το Men Singing περιέχει μερικές κορυφαίες μελωδικές στιγμές, όπως το τέλος του ομώνυμου κομματιού.  Έτσι, οι Βρετανοί καταφέρνουν να σερβίρουν μια παλιά συνταγή, δηλαδή αυτή του prog rock, που άνθισε σχεδόν σαράντα χρόνια πριν, με έναν τρόπο φρέσκο και ιδιαίτερα σύγχρονο. Σε αυτό βέβαια βοηθάει και το ότι δεν διστάζουν να εισάγουν κάμποσα ηλεκτρονικά στοιχεία.
 

Να σημειώσουμε πως το Men Singing κυκλοφορεί από την πολύ αξιόλογη εταιρεία KScope.


Skagos – Anarchic (Flenser Records)




 Από τα εφηβικά μου κιόλας χρόνια, που άρχισα να ακούω μουσική, μπάντες που είχανε μια πιο εναλλακτική ματιά στο black metal ιδίωμα συμπλήρωναν τα ακούσματά μου. Η αρχή έγινε κατά τη δεκαετία του 90 με τους In The Woods, συνεχίστηκε στα τέλη αυτής του 2000 με τους Agalloch και πριν δύο περίπου χρόνια το νήμα έπιασαν οι Alcest. Και φέτος, έχουμε τους Skagos, με το δεύτερο άλμπουμ τους, Anarchic.

Οι Skagos έρχονται από τον Καναδά και αποτελούν ένα απ’ τα πιο αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα του λεγόμενου Cascadian black metal, που έχει τα τελευταία χρόνια αναπτυχθεί στην περιοχή Cascadia, στα σύνορα ΗΠΑ και Καναδά. Ενοποιητικό στοιχείο της θεματολογίας και της ατμόσφαιρας των συγκροτημάτων της συγκεκριμένης σκηνής είναι το πάντρεμα ανάμεσα σε κοινωνικές και πολιτικές ιδέες της άκρας Αριστεράς, της οικολογίας και του αναρχισμού με μια παγανιστική φυσιολατρική αισθητική. 


Αυτές οι δύο τάσεις είναι διακριτές ήδη στον τίτλο του άλμπουμ των Skagos. Έτσι, η  λέξη anarchic χρησιμοποιείται ως δηλωτική τόσο της αναρχικής πολιτικής ιδεολογίας τους,  όσο της νοοτροπίας τους απέναντι στη ζωή και την ύπαρξη, την οποία προσεγγίζουν ως αέναη, κυκλική και άναρχη. Μάλιστα, η αναρχική πολιτική ιδεολογία υποχωρεί μπροστά στην υπαρξιακή φυσιολατρική προσέγγιση.

Σε μουσικό επίπεδο τώρα, οι Skagos συνθέτουν ένα υβρίδιο που ισορροπεί ανάμεσα στο post rock, το ambient, το folk και βέβαια το black metal. Έτσι, ήρεμα και ατμοσφαιρικά μέρη, διαδέχονται βαριά και κιθαριστικά. Για τα πρώτα, η μπάντα από τον Καναδά έχει οδηγούς τον πρωτεργάτη του ambient, Brian Eno, αλλά και αρχετυπικές post rock μπάντες, όπως οι Godspeed! You Black Emperor και οι Explosions In The Sky. Στα πιο metal ξεσπάσματα εντοπίζουμε επιρροές από τους Burzum, αλλά και τους In The Woods. 


Η ατμόσφαιρα είναι τελετουργική και ψυχεδελική, ενώ πρωτότυπη και πολύ ενδιαφέρουσα είναι η εκτενής μελωδική απαγγελία που κυριαρχεί στο δεύτερο από τα τρία μέρη που συναπαρτίζουν το άλμπουμ. Στην κριτική του Pitchfork αυτή η απαγγελία κριτικάρεται αρνητικά, εγώ την προσμετρώ στα θετικά του άλμπουμ.


Βέβαια, αυτό δε σημαίνει πως δεν εντοπίζουμε αδυναμίες και μάλιστα αισθητές. Σε μουσικό επίπεδο, όλες αυτά τα είδη που αναφέραμε πρωτύτερα δεν αφομοιώνονται πάντα με αρμονία, ενώ σε στιχουργικό επίπεδο, ο αναμφισβήτητος λυρισμός ορισμένων μερών αποδυναμώνεται από τον υπερβολικό επικό τόνο και τη μεγαλοστομία κάποιων άλλων. Ωστόσο, αυτές οι αντιθέσεις είναι που κάνουν το Anarchic μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά και του δίνουν μία θέση στις επιλογές μας από τις κυκλοφορίες του 2013.  


 εικόνα: η άποψη του καλλιτέχνη Wally Hedrick για το χριστουγεννιάτικο δέντρο (1955). Σε αυτή την ανάρτηση, βρίσκετε εορταστικές εικαστικές προτάσεις.

21/12/13

10 επιλογές από τις κυκλοφορίες του 2013 (1)

Ένας μουσικός απολογισμός του 2013, όπως και κάθε χρονιάς, δεν μπορεί παρά να είναι μια κατά βάση υποκειμενική υπόθεση. Όσο και να φιλοδοξούμε να συλλάβουμε και να αποτυπώσουμε, στο μυαλό μας και στο (ψηφιακό) χαρτί τους πιο αντιπροσωπευτικούς καλλιτέχνες και άλμπουμ, το χαρακτηριστικό μουσικό ύφος της χρονιάς και τα σχετικά, στην τελική περισσότερο μένουν δικές μας ανακαλύψεις, προτάσεις φίλων, κυκλοφορίες που έχουμε "λιώσει" να ακούμε, με λίγα λόγια μουσικές πιο προσωπικές. 

Κάνοντας τι παραπάνω σκέψεις, αποφάσισα, σε τρεις αναρτήσεις, να παρουσιάσω δέκα στο σύνολο κυκλοφορίες του 2013, τις οποίες δεν έχω πετύχει στις λίστες και άρθρα με τα καλύτερα της χρονιάς που έχω δει μέχρι τώρα. Βέβαια, το ότι θα παρουσιαστούν άλμπουμ που έχουν κάπως αγνοηθεί από τα Μέσα, δε σημαίνει ότι κάποιες άλλες που προτιμήθηκαν περισσότερο ή λιγότερο δεν μας άρεσαν. Παλιότεροι και νεότεροι καλλιτέχνες φέτος παρουσίασαν καταπληκτικές δουλειές. 


Στους πρώτους, ας κατατάξουμε τους Daft Punk, με  την άριστα δουλεμένη στροφή τους σε έναν εκλεκτικό και πιο αναλογικό disco ήχο, τους Atoms For Peace με τον εξαιρετικό συνδυασμό εγκεφαλικότητας και συναισθηματισμού, τον Andrew Weatherall, ο οποίος παρέα με τον Tim Fairplay σχημάτισαν του Asphodells, για να μας δώσουν ένα άλμπουμ σκοτεινής, σκονισμένης, μα και ρομαντικής χορευτικής electronica. Από τους πιο νέους, ας γίνει μια αναφορά στους Keep Shelly In Athens, που με το πρώτο τους full-length με τίτλο At Home, παρουσίασαν την πιο ώριμη μέχρι τώρα στιγμή τους, αλλά και στο πρωτοεμφανιζόμενο ντουέτο των Public Service Broadcasting, οι οποίοι, με τη χρήση samples από βρετανικές ραδιοφωνικές μεταδόσεις του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, κάνουν μαθήματα ιστορίας σε post rock και kraut. 


Τέλος, σε κυκλοφορίες πιο ροκ ύφους, ξεχώρισε η τρίτη προσωπική δουλειά του Steven Wilson, The Raven That Refused To Sing, το οποίο όχι μόνο αποτελεί μια περιεκτική παρουσίαση του progressive rock, αλλά υποδεικνύει πιθανές μελλοντικές κατευθύνσεις για αυτό το αναμφίβολα δύσκολο μουσικό ιδίωμα.

Και τώρα, ας πάμε σε πιο προσωπικά ακούσματα…



Pacific Horizons Witches/ A Prayer  EP & Bandini EP
(Pacific Wizard Foundation)

 
Η έναρξη γίνεται με τους αγαπημένους Καλιφορνέζους Pacific Horizons, οι οποίοι μέσα στο 2013 κυκλοφόρησαν δύο νέα EPs. Το πρώτο, με ολοκληρωμένο τίτλο Witches Of Castandenda/ A Prayer For Santa Anna, το παρουσιάσαμε πριν λίγο καιρό στο blog. Μπορείτε να βρείτε την παρουσίαση εδώ.

Το δεύτερο EP, με τίτλο Bandini, που είναι ακόμα αρκετά φρέσκο, καθώς κυκλοφόρησε πριν περίπου ένα μήνα, αποτελείται από τρεις συνθέσεις. Στις πρώτες δύο, στο ομώνυμο κομμάτι και στο Bunker Bill, οι Pacific Horizons κάνουν κάμποσα βήματα εξέλιξης. Πρώτα απ’ όλα, οι διάρκειες είναι μικρότερες απ’ ότι μας έχουν μέχρι τώρα συνηθίσει, κάτι παραπάνω από τέσσερα λεπτά. Έχοντας, λοιπόν, στη διάθεσή τους μια πιο περιορισμένη χρονικά, φόρμα, παρουσιάζουν μια πιο πιασάρικη και, κατά κάποιο τρόπο, ποπ πλευρά του επικού και πειραματικού τους στιλ: ένα ιδιαίτερα εθιστικό και μελωδικό θέμα  στο μπάσο κυριαρχεί και στα δύο κομμάτια, ενώ οι αναφορές στο dub, αλλά και στο future garage δίνουν βάθος και ζεστασιά.  Τώρα, στη δεύτερη πλευρά του βινυλίου, κυριαρχεί το Working In Four, ένα βαθύ και πειραματικό deep house ταξίδι που κρατά παραπάνω από οχτώ λεπτά, το οποίο μπορεί να ιδωθεί ως ένα μανιφέστο της υπερβατικής δύναμης του χορού. 


Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι οι Pacific Horizons με τις κυκλοφορίες και αυτής της χρονιάς επιβεβαιώνουν την περιγραφή που έχουν δώσει οι ίδιοι στη μουσική τους: «Music designed for dancing at 6AM in a dirty warehouse downtown or for coming down at sunset on the beach the next day.» (πηγή)



Begin – Elate 12’’ & Here Comes The Sun 12’’ (Begin)



   
Συνεχίζουμε με δύο ακόμα EPs, για τα οποία υπεύθυνος είναι ο κύριος με το ψευδώνυμο Begin. Ο James Holroyd, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, έχει λαμπρή πορεία στο DJing των τελευταίων είκοσι και βάλε ετών, πιο γνωστός είναι για τα warm-ups του στις εμφανίσεις των Chemical Brothers.

Με το όνομα Begin, έχει από το 2010 κυκλοφορήσει έξι EPs. Όπως και τα προηγούμενα, έτσι και στα τελευταία δύο, μας σερβίρει αργό και ατμοσφαιρικό deep house, το οποίο διακρίνεται από αυτή  τη θετική και ισορροπημένη εσωστρέφεια του ανθρώπου που, πολύ απλά, τα έχει βρει με τον εαυτό του. Έτσι, πίσω από την απατηλή απλότητα των συνθέσεων, κρύβονται ένα σωρό ενδιαφέροντα στοιχεία: samples από μυστήριες πηγές, tribal κρουστά, επιδράσεις τόσο από το early 90s ambient, βλέπε Global Communication και Orb, όσο από την kraut electronica της δεκαετίας του 70. Άλλωστε, η υποδειγματική παραγωγή αναδεικνύει όλα τα παραπάνω στοιχεία. 


Τέλος, η θετική αυτή εσωστρέφεια της μουσικής του Begin συμπληρώνεται από μια βαθιά καλοκαιρινή αίσθηση· εδώ ο χαρακτηρισμός balearic είναι κάτι παραπάνω από ταιριαστός.



Almunia – Pulsar (Claremont 56)
 

Ο ίδιος χαρακτηρισμός, δηλαδή αυτός του balearic, ταιριάζει και στο δεύτερο ολοκληρωμένο άλμπουμ των Almunia, που τιτλοφορείται Pulsar. Το ντουέτο από τη γειτονική Ιταλία επιμένει στο ιδιαίτερο πάντρεμα ανάμεσα σε blues rock και electronica, που θα γοήτευε τόσο έναν οπαδό του πιο κλασικού ροκ, όσο και ένα νέο… hipster.

O Leo Ceccanti αναδεικνύεται σε έναν αριστοτέχνη της ηλεκτρικής κιθάρας, αλλά το παίξιμο του είναι απλό και χαλαρό, με αναφορές σε μεγάλους παίκτες, όπως ο David Gilmour και ο Mark Knopfler. Ενώ, ο  Gianluca Salvadori κάνει πολύ καλή δουλειά στα ηλεκτρονικά, χτίζοντας beats που κινούνται ανάμεσα σε disco, downtempo και ambient. Σε σχέση με το ντεμπούτο του 2010, το ντουέτο έχει ωριμάσει και ολοκληρώσει τον προσωπικό του ήχο. 


Αλλά, επειδή ακριβώς ο ήχος τους είναι ιδιαίτερα προσωπικός και προσεκτικά δομημένος, διακρίνω μια πιθανότητα να μείνει στάσιμος, χωρίς εξέλιξη. Αν και σε μια διαδικτυακή κουβέντα που είχα με τον Leo Ceccanti, μου εξήγησε πως, στις ζωντανές τους εμφανίσεις, οι Almunia προτιμούν έναν πιο disco και tribal χορευτικό στιλ. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν πολύ θετική και στην επόμενη στούντιο κυκλοφορία τους. 


Το full-length των Almunia συμπληρώνεται και με δυο πολύ δυνατά EPs, με remixes από Coyote, Craig Bratley και Andrew Clark. 


 εικόνα